Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αποτέλεσμα εικόνας για «Ένα διαφορετικό βιοτικό επίπεδο»

Ο δόκτωρ Α. είπε ότι είχε τις μεθόδους του και ότι έβγαζε ένα σωρό χρήματα, αλλά είχε πειστεί ότι δεν θεράπευε πραγματικά. Τα χαπάκια και τα διάφορα σιρόπια δεν ήταν πραγματικές θεραπείες, παρόλο που έδιναν μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Ήθελε να περάσει στην αληθινή θεραπεία. Αυτό θα είχε και ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο που εκείνον δεν τον ενδιέφερε, αλλά η γυναίκα του και η οικογένεια θα αντιδρούσαν και θα επακολουθούσε η διάλυση της οικογένειας αν εκείνος ακολουθούσε αυτό που θεωρούσε σωστό. Θα ήταν εγωιστικό από μέρους του να ενδώσει στις απαιτήσεις της οικογένειας; Ποια ήταν η ευθύνη του;
«Με το να οικοδομούμε τη ζωή μας πάνω σε υλικές αξίες και να ενδίδουμε σ’ αυτές, δεν δημιουργούμε κοινωνικές καταστροφές, πολέμους, σκληρότητα και αθλιότητες; Με το να έχουμε ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο και να δίνουμε έμφαση σ’ αυτό, δεν δημιουργούμε έναν μηχανιστικό, βάρβαρο κόσμο σκληρότητας, ανταγωνισμού και αλαζονείας»;
Αυτό ο γιατρός το είδε καθαρά — τουλάχιστον κατ’ αρχήν.
Με το να ενδώσει στο περιβάλλον, είτε το οικογενειακό είτε το κοινωνικό, θα ήταν υπεύθυνος για την γενικότερη αθλιότητα και για την δική του προσωπική αθλιότητα. Συνειδητοποιώντας το αυτό θα ενέδιδε στις υλικές απαιτήσεις της οικογένειας για όλο και περισσότερες ανέσεις, μεγαλύτερα και καλύτερα αυτοκίνητα και όλα τα υπόλοιπα; Σε τι ήταν υπεύθυνος; Ήταν εγωισμός να θεραπεύει αληθινά ανθρώπους, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα κερδίζει αρκετά λιγότερα; Αυτό μπορεί να έφερνε διχόνοια στην οικογένεια, αλλά εκείνος απέναντι σε τι ήταν υπεύθυνος; Εκείνος ο ίδιος, ήταν ικανός να ζήσει μια απλή ζωή, απογυμνωμένη από εξωτερικά μπιχλιμπίδια και επίδειξη, ικανοποιημένος με τα λίγα, επειδή μέσα του θα είχε γαλήνη, θα ήταν πλούσιος σε κατανόηση και γεμάτος από την αγάπη που θα ένοιωθε;
Τότε, ο γιατρός ρώτησε πώς θα έφτανε σ’ αυτό το σημείο.
Του εξήγησα τι περιλαμβανόταν σ’ αυτή την επίπονη δουλειά. Θα έφτανε με σωστή σκέψη και με επίγνωση. Χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει σωστή σκέψη, και χωρίς σωστή σκέψη δεν μπορεί να υπάρξει εσωτερική γαλήνη ούτε αγάπη.

Από το βιβλίο του Κρισναμούρτι, «Ο Κόσμος Μέσα Μας» που θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αποτέλεσμα εικόνας για «Μήπως σπαταλάτε τη ζωή σας;»

Ο Ι. Β. είπε πως είδε ότι πήγαινε από τη μία προσκόλληση στην άλλη και κάθε φορά, ανάλογα με το πρόσωπο, το μοντέλο κάπως άλλαζε, αλλά στην ουσία ήταν το ίδιο: ίδια μπερδέματα και ίδιος πόνος, η ίδια σπατάλη ενέργειας και ματαιότητα. Δεν ήξερε πώς να βγει από αυτή την άχρηστη εξάρτηση από την προσκόλληση.
Τον ρώτησα αν δεν σπαταλάει τη ζωή του έτσι κι αλλιώς, πράγμα στο οποίο συμφώνησε αμέσως. Οπότε γιατί τον ενοχλούσε άλλη μια σπατάλη με την προσκόλληση; Αν όλη η ζωή του ήταν μια σπατάλη, τι τον ένοιαζε αν σπαταλιόταν ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, με το να βρίσκεται στη σύγχυση, στην αταξία και στην οδύνη της προσκόλλησης; Σπαταλούσε τη ζωή του ή αυτό που συνέβαινε ήταν ότι το πραγματικό του ενδιαφέρον βρισκόταν σε ύπνωση, επειδή δεν είχε βρει μια διέξοδο που να αξίζει;
Είπε ότι από πάντα ένοιωθε ότι υπήρχε μέσα του ένα ανεκδήλωτο ενδιαφέρον που, δεν εμφανίστηκε ποτέ με κάποιον τρόπο. Σιγόκαιγε, αλλά δεν είχε ξεσπάσει ποτέ σε φλόγες. Η πολιτική, οι επιχειρήσεις, η οικογένεια και η θρησκεία, δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτόν, γιατί δεν οδηγούσαν πουθενά. Είπε ότι δεν ήταν κυνικός, αλλά ο κόσμος και οι δρόμοι του, δεν ζωντάνεψαν ποτέ πολύ τον ίδιο ή το θαμμένο ενδιαφέρον του. Ωστόσο, αυτή η μόνιμη προσκόλληση που δεν ήταν η φλόγα της αγάπης, τον ενοχλούσε και ήθελε να τελειώνει μ’ αυτήν.
Δεν θεωρούσε σημαντικό να βρει γιατί εκείνο που τον ενδιέφερε δεν είχε εμφανιστεί, γιατί του είχε επιτρέψει να μείνει αποκοιμισμένο; Ίσως αν το κατανοούσε αυτό, να μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της προσκόλλησης. Περίμενε να του ξυπνήσουν το ενδιαφέρον του οι συνθήκες; Μήπως έλπιζε ότι με τη βοήθεια κάποιου άλλου θα διαπερνούσε την ομίχλη της αδράνειας; Προφανώς αναζητούσε, συνειδητά ή ασυνείδητα, έναν εξωτερικό παράγοντα που θα ξύπναγε το ενδιαφέρον του. Μπορεί να βοηθήσει κάποιος άλλος; Βλέποντας την απόλυτη έλλειψη χρησιμότητας της ζωής του και όντας βαθιά σοκαρισμένος, ίσως αναζητούσε κάποιον άλλον, κάποιες συνθήκες, να τον τραβήξουν έξω από την ομίχλη της τεμπελιάς του. Πώς θα μπορούσε οποιοσδήποτε άλλος αντί για τον ίδιο, να του ζωντανέψει το κοιμισμένο του ενδιαφέρον; Μήπως θα έπρεπε να το κάνει μόνος του; Βλέποντας ότι κανένας και κανενός είδους συνθήκη, δεν ξύπνησαν το βαθύτερο ενδιαφέρον του, δεν θα έπρεπε να βάλει τον εαυτό του να το κάνει; Γιατί δεν έβαζε τον εαυτό του; Μήπως φοβόταν; Μήπως φοβόταν ότι αν το έκανε, ο τωρινός τρόπος ζωής του και σκέψης του, ίσως θα έπρεπε να αλλάξουν;
Απάντησε πως όχι, αυτό δεν τον ενοχλούσε· θα ήταν ευτυχής να γίνει μια εσωτερική επανάσταση και μια εξωτερική αλλαγή. Ένοιωθε πως όχι, δεν ήταν αυτός ο λόγος που φοβόταν. Παραδέχτηκε ότι κάτι φοβόταν, αλλά δεν ήξερε τίποτα το συγκεκριμένο που να του προκαλούσε φόβο. Είχε σκεφτεί γι’ αυτόν τον φόβο, αλλά δεν μπορούσε να ανακαλύψει την αιτία του.
Αν κατάφερνε να ζωντανέψει το βαθύτερο ενδιαφέρον του, τότε η ζωή του δεν θα σπαταλιόταν, και η μεγαλύτερη σπατάλη της ζωής του – η προσκόλληση – θα σταματούσε επίσης. Ένα μεγαλύτερο και σημαντικότερο ζήτημα, το βαθύ ενδιαφέρον του, θα αντικαθιστούσε το μικρότερο, την προσκόλληση. Γιατί, λοιπόν, φοβόταν και τι φοβόταν; Μήπως η αιτία ήταν η έλλειψη αυτοπεποίθησης;
«Ναι, αυτό είναι», απάντησε «και πόσο ανόητος ήμουν να μην το έχω σκεφτεί αυτό από μόνος μου;»
Αν ξέρεις πώς να οδηγήσεις ένα αυτοκίνητο, δεν νοιώθεις φόβο, αλλά αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τις ταχύτητες, με το φρένο, το τιμόνι και λοιπά, θα φοβάσαι να οδηγήσεις. Για κάτι που ξέρεις δεν υπάρχει φόβος· ο φόβος γεννιέται όταν υπάρχει άγνοια. Από τη στιγμή που έχεις άγνοια του εαυτού σου, υπάρχει έλλειψη αυτοπεποίθησης, υπάρχει φόβος. Ο φόβος εξαφανίζεται με την αυτογνωσία. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης σου φέρνει εξάρτηση και προσκόλληση με όλες τις στενοχώριες τους. Δεν υπάρχει καμιά έξοδος απ’ αυτά, εκτός από εκείνη της αυτογνωσίας. Όσο περισσότερη επίγνωση έχεις του εαυτού σου, τόσο περισσότερο ανακαλύπτεις τα εμπόδια που μπλοκάρουν το βαθύ ενδιαφέρον σου που δεν εκδηλώνεται και σπαταλάς τη ζωή σου.
«Θέλετε να πείτε», ρώτησε, «ότι με την αυτογνωσία θα ανακαλυφθεί το αληθινό μου ενδιαφέρον και θ’ αποκτήσει νόημα η ζωή μου» ;
Η αυτογνωσία είναι εξαιρετικά δύσκολη, κι αν δώσεις το χρόνο σου και υπομονή για να ανακαλύψεις ό,τι είναι κρυμμένο, τότε εμφανίζεται το αληθινό και βαθύτερο ενδιαφέρον σου, που μεταμορφώνει ό,τι σε έλκει προσωρινά. Μέσα από αδιάκοπη επίγνωση κάθε σκέψης και συναισθήματος, στοχαζόμενος βαθιά κάθε σκέψη και συναίσθημα, αναβάλλοντας κάθε κριτική σου, και συγκρατώντας τις επιλογές σου -γιατί κάθε κριτική και επιλογή εμποδίζει το άνθισμα σκέψης και συναισθήματος- έρχεται κατανόηση των πολλών επιπέδων της συνείδησης. Μέσα από αυτή την χωρίς επιλογές επίγνωση η επιθυμία, η αιτία του «εγώ», της άγνοιας της θλίψης και του χρόνου, μεταμορφώνεται. Είναι ένα επίπονο έργο, αλλά τότε η ζωή θα ‘χει νόημα, γιατί σ’ αυτήν ανακαλύπτεται η ίδια η δημιουργία.

Aπό το βιβλίο του Κρισναμούρτι, «Ο κόσμος μέσα μας» (δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη) που έχει τις σημειώσεις από τις συναντήσεις του με ανθρώπους που τον επισκέπτονταν σπίτι στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, που είχε σταματήσει να δίνει δημόσιες ομιλίες.

Drawing of Mr. V.K.Ookey

Από το μπλογκ της Άιναφετς:

Ερώτηση: Θέλω να βοηθήσω τον κόσμο, να τον υπηρετήσω.
Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το κάνω;

Κρισναμούρτι: Ο καλύτερος τρόπος να το κάνεις είναι να ξεκινήσεις να κατανοείς τον εαυτό σου και ν’ αλλάξεις τον εαυτό σου. Στην επιθυμία να βοηθήσεις τον άλλο, να υπηρετήσεις τον άλλο, υπάρχει κρυμμένη υπερηφάνεια, αλαζονεία.
Αν αγαπάς, υπηρετείς. Η γοητεία της βοήθειας γεννιέται από τη ματαιοδοξία.
Αν θέλεις να βοηθήσεις τον άλλο, πρέπει να γνωρίσεις τον εαυτό σου, γιατί είσαι ο άλλος.
Εξωτερικά είμαστε διαφορετικοί-κίτρινοι, μαύροι, καφέ ή άσπροι- αλλά όλοι οδηγούμαστε από πόθο, από φόβο, από απληστία ή από φιλοδοξία, εσωτερικά μοιάζουμε όλοι πολύ.
Χωρίς αυτογνωσία, πώς μπορείς να γνωρίζεις τις ανάγκες του άλλου;
Χωρίς να κατανοήσεις τον εαυτό σου, δεν μπορείς να κατανοήσεις τον άλλο, να υπηρετήσεις τον άλλο.
Χωρίς αυτογνωσία δρας μέσα σε άγνοια και έτσι δημιουργείς θλίψη…

Κρισναμούρτι

The Collected Works vol III, p 219

krishnamurti.jpg

ΣΤΗ ΡΩΜΗ, προχθές, ο Κρισναμούρτι εδήλωσε:

Δεν έχω σπίτι, δεν έχω πα­τρίδα, δεν έχω οικογένεια, δεν έχω χρήματα. Πηγαίνω όπου με καλούν. Αυτή είν’ η ζωή μου.

Η αλήθεια δεν περνάει ού­τε απ’ τα ναρκωτικά, ούτε απ’ τα βιβλία. Καθένας μόνο μέσα του μπορεί να την αναζητήσει.

Όλοι οι άνθρωποι είναι ί­σοι, γιατί ίση είναι γιά όλους η οδύνη καί ίσος ο φόβος στον κό­σμο τούτο. Δεν υπάρχει ανατο­λή ή δύση, δεν υπάρχουν χριστια­νοί, βουδιστές η μουσουλμάνοι. Υπάρχουν άνθρωποι που απ’ το φόβο της ζωής, δημιούργησαν μύθους, που δεν έχουν καμμιά σχέση με την πραγματικότητα. Μόνον όταν αυτοί οι μύθοι τε­θούν στο περιθώριο, ελευθερώνε­ται κανείς και μπορεί ν’ αναζή­τησει την αλήθεια.

ΚάΘε γενεά επαναστατεί ε­ναντίον της προηγούμενης, αλλά το ξεσήκωμά της δεν εχει συνέπειες: γκρεμίζει μιά δομή καί υ­ψώνει στη θέση της μιαν άλλη. Τα μακρυά μαλλιά και τα πολύ­χρωμα ρούχα πού φορούν οι νέοι, επειδή δεν τα φορούν οι παλαιότεροι, είναι απλά μια μόδα. Οι «επαναστάτες» αυτοί ύστερα παντρεύονται, αποκτούν παιδιά και δέχονται την κοινωνία, όπως εί­ναι. Η πρώτη επανάσταση πού πρέπει να κάνει κανένας είναι «μέσα στον εαυτό του». Η κοι­νωνία αλλάζει μόνον όταν  αλλά­ξουνε τα άτομα. Όταν καθένας μας θ’ απαρνηθεί τη βία, τον αν­ταγωνισμό, τη διαίρεση του κό­σμου, όταν οι άνθρωποι δεν θα λένε πια «με τη βοήθεια του δι­κού μου θεού, σε σκοτώνω, επει­δή έχεις τον δικό σου».

Ο ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ είναι α­παισιόδοξος. Κυρίως, βλέπει τις νέες γενεές των «Χίππις», πού πάνε χαμένες, αναζητώντας μια διέξοδο στα ναρκωτικά και σ’ άλ­λα «εξωτερικά» στοιχεία:

—Ο άνθρωπος απέτυχε, λέει. Πηγαίνει στο Φεγγάρι, αλλά δεν καταφέρνει να νικήσει τή γήϊνη αθλιότητα. Έτσι, ξεπέφτει στα ναρκωτικά, ελπίζοντας ν’ αλλάξει το μυαλό του και την καρδιά του. Αλλ’ ή «φυγή» αυτή είναι στιγμιαία και δεν γεννάει ούτε πνευματικότητα ούτε αγάπη. Και, χωρίς πνευματικότητα κι αγά­πη ο κόσμος βαδίζει προς την καταστροφή.

Τί σκέπτεται ο Κρισναμούρτι για τους «Μπήτλς», που πή­γαν στην πατρίδα του  Ινδία ν’ αναζητήσουν τη σοφία και τον στοχασμό;

— Μου θυμίζουν τον γεμάτο φιλοδοξίες πλούσιο, πού νομίζει πως λύνει όλα τα πνευματικά του προβλήματα, με το ν’ αφιερώνει λίγα λεπτά κάθε μέρα στον στο­χασμό. Αυτοί οι νεαροί εκφρά­ζουν την τυφλή ανθρώπινη επιθυ­μία νά ‘χουν ταυτόχρονα και τη γη και τον ουρανό δικά τους. Αυτός ο συνδυασμός, όμως, δεν επιτυγ­χάνεται…

ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΓΑΛΗΝΗ πώς την βρίσκει κανείς; Υπάρχει καμμιά «σοφή συνταγή»;                 Ο Κρισναμούρτι απαντά:

Και βέβαια, υπάρχει. Καμμία πράξη βίας ούτε προς τους ανθρώπους, ούτε προς τα ζώα. Κανένας φανατισμός, θρησκευτι­κός ή άλλος. Συνεργασία μεταξύ όλων των ανθρώπων της Γης. Αυτογνωσία και επαγρύπνηση για την κατάπνιξη  των εγωιστικών τάσεων και ενστίκτων. Είν’ α­νάγκη ν’ απλοποιήσουμε τη ζωή μας όσο γίνεται περισσότερο. Να είμαστε λιτοί και χορτοφάγοι. Όχι οινοπνευματώδη ποτά, όχι καπνός. ΤΟ  κρέας, το αλκοόλ κι’ ο καπνός δηλητηριάζουν τον ορ­γανισμό κι: εμποδίζουν το πνεύ­μα ν΄ανακαλύψει την αλήθεια των πραγμάτων. Η σοφία, η αγάπη κι η ομορφιά είναι τα τρία συ­στατικά της Αλήθειας.

ΤΑΔΕ έφη Κρισναμούρτι, αλ­λά στον τρελλό – τρελλό κόσμο μας ποιός τον ακούει;

Απόσπασμα από δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα» το 1968.

Από το μπλογκ του Ν.Πιλάβιου

Η Κ. Ζ. θα ήθελε να ξέρει γιατί από κάποια στιγμή στη ζωή της και μετά, την καθοδηγούσε μία φωνή μέσα της. Σε ένα διάστημα πολλών χρόνων αυτή η φωνή τής είχε αλλάξει και είχε διαμορφώσει εντελώς την πορεία της ζωής της. Η φωνή ήταν που της είχε πει να έρθει να με δει. Καθώς εξαρτιόταν απ’ αυτήν για ό,τι σκεπτόταν και ό,τι έκανε, την υπάκουσε κι ήρθε. Η φωνή, τής είπε ότι θα σταματήσει να της μιλάει μετά που θα με δει και ότι έχει ξανάρθει εδώ· η φωνή τώρα πια ήταν σιωπηλή. Τι ήταν αυτή η φωνή, ρώτησε η επισκέπτρια. Ήταν πραγματική; Ήταν κάποια ανώτερη οντότητα που της είχε κάνει κατάληψη; Γιατί υπήρχε αυτός ο δυισμός μέσα της;
«Αυτός ο δυισμός δεν υπάρχει σχεδόν στον καθένα;», ρώτησα την επισκέπτρια. «Μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους, διαφορετικές ταμπέλες – ο ανώτερος και ο κατώτερος εαυτός, το καλό και το κακό, το αληθινό και το ψεύτικο, και λοιπά – αλλά στην ουσία είναι η σύγκρουση των αντίθετων. Αυτή η σύγκρουση παίρνει διάφορες μορφές και δημιουργεί διαφορετικές ιδιομορφίες και τάσεις: τη σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο και στη διαμόρφωση, στο έμφυτο και στο αποκτημένο, ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Η σύγκρουση είναι οδυνηρή, διαλυτική, και πρέπει να λυθεί γιατί αλλιώς δεν θα υπάρξει γαλήνη, δεν θα υπάρξει δημιουργική ευτυχία. Το εσωτερικό τού ανθρώπου κάνει νύξεις με όνειρα, με προειδοποιήσεις, με φωνές που εξαρτώνται από την ένταση της κρίσης. Οι φωνές, τα όνειρα, οι νύξεις, είναι από μέσα μας. Είμαστε τα αντίθετα: είμαστε το έξω και το μέσα, το διαμορφωμένο και το ενστικτώδες και λοιπά. Μας αρέσει να αυταπατόμαστε με τη σκέψη ότι η φωνή είναι μιας ανώτερης οντότητας. Αυτό μας κολακεύει, μας δίνει σπουδαιότητα, αλλά το κεντρικό πρόβλημα της σύγκρουσης εξακολουθεί να παραμένει. Πρέπει να ενδιαφερόμαστε γι’ αυτό και όχι να προσκολλιόμαστε σε οποιαδήποτε ευχάριστη ψευδαίσθηση. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά εξάρτηση από αυτήν, γιατί θρέφει το φόβο, την έλλειψη της αληθινής αυτοπεποίθησης, που δεν είναι επιθετικότητα ή ανταγωνιστική φιλοδοξία. Οι περισσότεροι από μας, αν είμαστε πάντα σε εγρήγορση, έχουμε επίγνωση της διαφοράς του καλού από το κακό· ‘ενστικτωδώς’ ξέρουμε, ‘κάτι’ μας το ψιθυρίζει μέσα μας, αλλά η διαμόρφωσή μας, το έξω από μας παραείναι δυνατό, παραείναι κραυγαλέο και απαιτητικό και παραδινόμαστε σ’ αυτό. Η διαμόρφωσή μας, το έξω από μας το έχουμε δημιουργήσει με τη βουλιμία μας, με την εχθρικότητα και την άγνοιά μας, όπως έχουμε δημιουργήσει επίσης το μέσα μας ─ το ένστικτο. Είμαστε και τα δύο: και ο σκεπτόμενος και η σκέψη του. Μας αρέσει να ταυτιζόμαστε με το ένα και να απαρνούμαστε το άλλο. Αυτή η ταύτιση και αυτή η άρνηση, εμποδίζουν την κατανόηση της σύγκρουσης. Πρέπει να κατανοήσουμε τον πολύπλοκο μηχανισμό του σκεπτόμενου και της σκέψης του. Είναι δύο χωριστά πράγματα; Με την μελέτη της σκέψης, δεν αποκαλύπτεται ο σκεπτόμενος; Αυτό ο πολύπλοκος μηχανισμός δεν είναι και ο σκεπτόμενος και η σκέψη του; Ο ένας δεν υπάρχει χωρίς τον άλλον. Ο όλος μηχανισμός είναι ο εαυτός, ο σκεπτόμενος και η σκέψη του, ο ανώτερος και ο κατώτερος εαυτός, οι αμέτρητες διαιρέσεις και υποδιαιρέσεις τους. Όσο ο εαυτός, το αποτέλεσμα της επιθυμίας στο παρελθόν και στο παρόν, υπάρχει, εκεί πρέπει να υπάρχει κι ο δυαδισμός, το ‘εγώ’ και το ‘μη εγώ’, η σύγκρουση των αντιθέτων. Αυτή η επιθυμία παίρνει πολλές μορφές, λεπτές και χονδροειδείς: αισθησιασμός, υλισμός ή ευημερία και η προσωπική συνέχιση.
Με αδιάκοπη επίγνωση κάθε σκέψης και συναισθήματος, με εξέταση της κάθε σκέψης και του κάθε συναισθήματος, πέρα για πέρα, η επιθυμία και η διαρκώς αναμμένη σύγκρουση, τελειώνουν. Η ταύτιση – επιδοκιμαστικά ή αρνητικά – εμποδίζουν την ολοκλήρωση της σκέψης και του συναισθήματος, που σ’ αυτήν βρίσκεται η απελευθέρωση από την επιθυμία. Μόνο τότε υπάρχει χαρά και γαλήνη».

Από το βιβλίο του Κρισναμούρτι «Ο Κόσμος Μέσα μας» που θα κυκλοφορήσει σε λίγους μήνες από τις εκδ. Καστανιώτη.

Κρισναμούρτι.: Ποια είναι τότε η σχέση ενός πνευματικά και σωματικά υγιή, λογικού, ψυχολογικά ισορροπημένου ανθρώπου, με την πραγματικότητα και με την αλήθεια;
Δρ. Μπομ: Ναι, πρέπει να το εξετάσουμε, αλλά πρώτα ίσως να δούμε αυτό το ζήτημα της αλήθειας. Νομίζω ότι η ετυμολογία των λέξεων είναι συχνά πολύ χρήσιμη. Η λέξη «αληθινό» στα λατινικά, που είναι «verus», σημαίνει «αυτό που είναι». Στα αγγλικά τώρα, η ρίζα της λέξης «αληθινό» (true) σημαίνει το τίμιο, το γνήσιο. Και συχνά λέμε για ένα στίχο ότι είναι αληθινός ή για ένα ανταλλακτικό ότι είναι γνήσιο. Διάβασα κάποτε ένα παραμύθι για ένα νήμα που τυλιγόταν τόσο εύκολα κι ανεμπόδιστα, που στ’ αλήθεια «έτρεχε», στα χέρια της γυναίκας που ύφαινε. Για να το τονίσουν χρησιμοποιούσαν την εικόνα μιας ανέμης όπου το νήμα της κινιόταν εντελώς ίσια.
Κ.: Μάλιστα.
Δρ. Μπομ: Θα μπορούσαμε, τώρα, να πούμε ότι η σκέψη ή η συνείδησή μας είναι αληθινή σε σχέση με εκείνο που υπάρχει εφόσον ο άνθρωπος είναι σωματικά και πνευματικά υγιής και αν η κίνησή της είναι εντελώς ίσια. Αλλιώς δεν είναι αληθινή, είναι όλα ψέμμα. Επομένως, το ψέμμα της συνείδησης δεν είναι απλώς λανθασμένη πληροφόρηση, αλλά σαν πραγματικότητα κινείται όντως «μπερδεμένα».
Κ.: Λέτε, λοιπόν, ότι όσο ο άνθρωπος είναι πνευματικά και σωματικά υγιής, ψυχολογικά ισορροπημένος και λογικός, «το νήμα του» είναι πάντα ίσιο.
Δρ. Μπομ: Ναι, η συνείδησή του είναι σαν ένα ίσιο νήμα. Συνεπώς, η πραγματικότητά του…
Κ.: …είναι διαφορετική από την πραγματικότητα ενός ανθρώπου που «το νήμα του» έχει μπερδευτεί, που είναι παράλογος, που είναι νευρωτικός.
Δρ. Μπομ: Πολύ διαφορετική. Ίσως ο τελευταίος να είναι ακόμα και ανισόρροπος. Μπορεί να δει κανείς με τους ανισόρροπους ανθρώπους πόσο διαφορετικά είναι…. Μερικές φορές δεν μπορούν καν να καταλάβουν την ίδια πραγματικότητα για δεύτερη φορά.
Κ.: Και ο υγιής, ο ακέραιος, ο ψυχολογικά ισορροπημένος άνθρωπος, τι σχέση έχει με την αλήθεια;
Δρ. Μπομ: Αν δεχτεί κανείς τη σημασία της λέξης, αν πει ότι αλήθεια είναι εκείνο που είναι, καθώς επίσης και ότι αληθινός είναι κανείς μόνο σε σχέση «με εκείνο που είναι», τότε αναγκαστικά θα πεις ότι (η σχέση του με την αλήθεια) είναι αυτά τα δύο.
Κ.: Θα λέγατε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που είναι πνευματικά υγιής, ισορροπημένος, είναι η αλήθεια;
Δρ. Μπομ: Ναι, είναι η αλήθεια.
Κ.: Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι η αλήθεια. Ίσως να σκέφτεται κάποια πράγματα που θα κάνουν μία πραγματικότητα, αλλά είναι η αλήθεια. Δεν μπορεί να σκεφτεί παράλογα.
Δρ. Μπομ: Δε θα έλεγα ακριβώς αυτό, θα έλεγα ότι μπορεί να κάνει και λάθη.
Κ.: Φυσικά.
Δρ. Μπομ: Αλλά δεν κολλάει σ’ αυτά. Με άλλα λόγια, είναι ο άνθρωπος που έχει κάνει λάθος και το αναγνωρίζει, το διορθώνει.
 Κ.: Ναι, πολύ σωστά.
Δρ. Μπομ: Υπάρχει επίσης ο άνθρωπος που κάνει ένα λάθος, αλλά επειδή ο νους του δε δουλεύει «ίσια», το ξανακάνει. Όμως, πρέπει να επιστρέφουμε στο ερώτημα: Άραγε η αλήθεια υπάρχει πέρα από κάποιον συγκεκριμένο, ιδιαίτερο άνθρωπο; Ισχύει και γι’ άλλους ανθρώπους, καθώς και για τη φύση;
Κ.: Ισχύει για όλα όσα υπάρχουν.
Δρ. Μπομ: Ναι. Η αλήθεια, λοιπόν, είναι μία. Στο πεδίο, όμως, της πραγματικότητας υπάρχουν πολλά και διαφορετικά πράγματα. Καθένα απ’ αυτά είναι διαμορφωμένο, όλο το πεδίο της πραγματικότητας είναι αποτέλεσμα διαμόρφωσης. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η αλήθεια δεν μπορεί να διαμορφωθεί ή να εξαρτιέται από άλλα πράγματα.
Κ.: Τι σχέση έχει, λοιπόν, ο άνθρωπος που ο ίδιος είναι η αλήθεια, με την πραγματικότητα;
Δρ. Μπομ: Τα κοιτάζει όλα και, κάνοντάς το αυτό, κατανοεί πλήρως την πραγματικότητα. «Κατανοεί πλήρως» σημαίνει ότι μπορεί να διατηρεί μια συνολική εικόνα των πραγμάτων.
Κ.: Δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από την πραγματικότητα. Λέει: «Την κατανοώ εντελώς, την κρατάω, την κοιτάζω».
Δρ. Μπομ: Ναι, είναι ένα πεδίο πραγματικότητας όλα: ο εαυτός του και τα πάντα. Αλλά η πραγματικότητα έχει μέσα της πράγματα που είναι διαμορφωμένα κι εκείνος κατανοεί πλήρως τις διαμορφώσεις.
Κ.: Και επειδή ακριβώς κατανοεί πλήρως τη διαμόρφωση, είναι ελεύθερος από τη διαμόρφωση.

Κρισναμούρτι: Είστε επιστήμονας, έχετε κάνει έρευνες για την ατομική ενέργεια, για το άτομο και λοιπά. Όταν κανείς έχει ερευνήσει όλα αυτά, δεν αισθάνεται ότι υπάρχει και κάτι πολύ πιο πέρα από όλα αυτά;
Ντέιβιντ Μπομ: Μπορεί να αισθάνεσαι πάντα ότι υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα, αλλά εκείνο δεν σου λέει τι είναι. Είναι ξεκάθαρο πως ό,τι γνωρίζει κανείς είναι περιορισμένο.
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Και πρέπει να υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα.
Κ: Πώς μπορεί, «εκείνο» να επικοινωνήσει μαζί σας, έτσι ώστε εσείς, με τις επιστημονικές σας γνώσεις, με την ικανότητα του εγκεφάλου σας, να μπορέσετε να το «πιάσετε», να το συλλάβετε;
Ν.Μ.: Λέτε ότι δεν μπορεί να το συλλάβει κανείς;
Κ: Όχι. Δεν λέω ότι δεν μπορείτε να το συλλάβετε. Πώς μπορείτε να το συλλάβετε; Μπορείτε να το συλλάβετε;
Ν.Μ.: Κοιτάξτε, δεν είναι ξεκάθαρο. Λέγατε πριν ότι δεν μπορεί να το συλλάβει…
Κ: Να το συλλάβετε, με την έννοια του αν μπορεί ο νους σας να υπερβεί τις θεωρίες. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι το εξής: μπορείτε να προχωρήσετε βαθιά μέσα σ’ εκείνο; Όχι να προχωρήσετε, με την έννοια του χρόνου και όλα αυτά. Μπορείτε να «μπείτε» μέσα σ’ εκείνο; … Όχι… όλα αυτά είναι λόγια…. Τι υπάρχει πέρα από το κενό; Η σιγή;
Ν.Μ.: Αυτή δεν είναι παρόμοια με το κενό;
Κ: Ναι, εκεί θέλω να καταλήξω. Ας προχωρήσουμε βήμα-βήμα. Είναι η σιγή ή μήπως η σιγή αποτελεί μέρος του κενού;
Ν.Μ.: Ναι, θα το έλεγα αυτό.
Κ: Κι εγώ θα το έλεγα. Αν δεν είναι η σιγή, θα μπορούσαμε – απλώς ρωτάω – θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάτι το απόλυτο; Καταλαβαίνετε;
Ν.Μ.: Ναι, θα μπορούσε να πάει ο νους μας στο απόλυτο. Θα πρέπει να είναι κάτι τελείως ανεξάρτητο· αυτό σημαίνει πραγματικά, «απόλυτο». Δεν εξαρτάται από τίποτα…
Κ: Ναι.. πλησιάζετε.
Ν.Μ.: …Κινείται εντελώς από μόνο του· έχει, κατά κάποιο τρόπο, δική του ενέργεια.
Κ: Ναι. Θα λέγατε ότι τα πάντα έχουν μια αιτία, κι ότι εκείνο δεν έχει καμία απολύτως αιτία;
Ν.Μ.: Βλέπετε, αυτή η αντίληψη είναι ήδη παλιά. Αυτή η αντίληψη αναπτύχθηκε από τον Αριστοτέλη, ότι εκείνο το απόλυτο είναι η αιτία του εαυτού του.
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Δεν έχει αιτία, κατά μία έννοια. Αυτό είναι το ίδιο.
Κ: Βλέπετε, ότι από τη στιγμή που είπατε, «Αριστοτέλης» – δεν είναι εκείνο. Πώς θα φτάσουμε σε εκείνο; Το κενό, που είπαμε, είναι ενέργεια και εκείνη η ενέργεια υπάρχει στη σιγή ή το αντίστροφο, δεν έχει σημασία – σωστά; Α, ναι, υπάρχει κάτι πέρα από όλα αυτά. Ίσως δεν μπορεί ποτέ να μπει σε λέξεις, αλλά πρέπει να ειπωθεί με λέξεις. Παρακολουθείτε;
Ν.Μ.: Λέτε, δηλαδή, ότι το απόλυτο πρέπει να μπει σε λέξεις, αλλά νοιώθουμε ότι δεν μπορεί; Κάθε απόπειρα να ειπωθεί με λέξεις το κάνει συγκρίσιμο.
Κ: Ναι. Δεν ξέρω πώς να τα τοποθετήσω όλα αυτά.
Ν.Μ.: Νομίζω ότι έχουμε μια μακριά ιστορία κινδύνων με το απόλυτο. Οι άνθρωποι το έβαλαν σε λέξεις, και έγινε πολύ καταπιεστικό.
Κ: Παραμερίστε τα όλα αυτά. Βλέπετε, το να αγνοείς όσα έχουν πει οι άλλοι, ο Αριστοτέλης, ο Βούδας, και λοιπά, έχει ένα πλεονέκτημα. Καταλαβαίνετε τι εννοώ; Πλεονέκτημα με την έννοια ότι ο νους δεν χρωματίζεται από τις ιδέες των άλλων, δεν παγιδεύεται σε δηλώσεις άλλων. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της διαμόρφωσής μας. Τώρα: Τι προσπαθούμε να κάνουμε; Να πάμε πέρα απ’ όλα αυτά;
Ν.Μ.: Νομίζω να επικοινωνήσουμε σε σχέση με το απόλυτο, εκείνο που είναι πέρα απ’ όλα αυτά.
Κ: Θα αφαιρούσα τη λέξη απόλυτο αμέσως.
Ν.Μ.: Τότε, ας πούμε: ό,τι κι αν είναι εκείνο το πέρα από το κενό και τη σιγή.
Κ: Ναι. Είναι πέρα από όλα αυτά. Υπάρχει πέρα από όλα αυτά. Όλα αυτά είναι μέρος μιας απεραντοσύνης.
Ν.Μ.: Ναι, αλλά ακόμα και το κενό και η σιγή – που συζητάμε εδώ – είναι μια απεραντοσύνη, έτσι δεν είναι; Η ίδια η ενέργεια είναι μια απεραντοσύνη.
Κ: Ναι, το καταλαβαίνω. Αλλά υπάρχει κάτι πολύ πιο απέραντο απ’ αυτά. Το κενό και η σιγή και η ενέργεια είναι απέραντα, πραγματικά ανυπολόγιστα. Αλλά υπάρχει και κάτι – θα χρησιμοποιήσω τη λέξη – μεγαλύτερο, από αυτά.
Ν.Μ.: Αυτό ακριβώς σκέφτομαι. Το κοιτάζω. Και μπορεί να δει κανείς ότι ανεξαρτήτως του τι λέτε για το κενό ή για οτιδήποτε άλλο, υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτά.
Κ: Ως επιστήμονας, γιατί αποδέχεστε – όχι αποδέχεστε, συγνώμη για τη λέξη – γιατί προχωράτε σ’ αυτή τη γραμμή;
Ν.Μ.: Επειδή έχουμε φτάσει με τις συζητήσεις μας μέχρι εδώ βήμα – βήμα, βλέποντας την αναγκαιότητα του κάθε βήματος.
Κ: Βλέπετε ότι όλο αυτό είναι πολύ λογικό, εύλογο, συνετό.
Ν.Μ.: Κι επίσης, μπορεί κανείς να δει ότι είναι πολύ σωστό.
Κ: Ναι. Οπότε αν πω ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από όλη αυτή τη σιγή, την ενέργεια, θα το αποδεχόσαστε; Να το αποδεχτείτε με την έννοια ότι μέχρι στιγμής ήμαστε λογικοί.
Ν.Μ.: Θα έλεγα πως για οτιδήποτε μιλάτε, υπάρχει σίγουρα και κάτι πέρα από αυτό. Για τη σιγή, για την ενέργεια, για οτιδήποτε, λογικά υπάρχει πάντα περιθώριο και για κάτι πέρα απ’ αυτά. Αλλά το θέμα είναι το εξής: ακόμα και αν επρόκειτο να πει κανείς ότι υπάρχει κάτι πέρα από όλο αυτό, εξακολουθεί λογικά να αφήνει περιθώρια για να πάει και πάλι πέρα από εκείνο.
Κ: Όχι.
Ν.Μ.: Και γιατί όχι; Βλέπετε, ανεξαρτήτως του τι λέει κανείς, υπάρχει πάντα περιθώριο για κάτι πιο πέρα.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα.
Ν.Μ.: Εντάξει, αλλά βλέπετε, αυτό το σημείο δεν είναι ξεκάθαρο.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από εκείνο. Επιμένω. Όχι δογματικά ή από πείσμα. Νιώθω ότι εκείνο είναι η αρχή και το τέλος των πάντων. Το τέλος και η αρχή είναι το ίδιο – σωστά;
Ν.Μ.: Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι χρησιμοποιείτε την αρχή των πάντων, ως το τέλος τους;
Κ: Ναι. Σωστά; Θα συμφωνούσατε;
Ν.Μ.: Ναι. Αν πούμε ότι είναι το έδαφος απ’ όπου βγαίνει, θα πρέπει να είναι και το έδαφος όπου πέφτει.
Κ: Σωστά. Αυτό είναι το έδαφος όπου υπάρχουν τα πάντα: ο χώρος, η ενέργεια, το κενό, η σιγή, όλα αυτά. Όλα. Όχι «έδαφος», αλλά καταλαβαίνετε…
Ν.Μ.: Όχι, απλώς χρησιμοποιείτε τη λέξη μεταφορικά.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό. Καμία αιτία. Αν έχεις αιτία τότε έχεις μια αρχή διαφορετική από το τέλος.
Ν.Μ.: Έχεις ένα άλλου είδους έδαφος.
Κ: Δεν έχεις. Εκεί είναι και η αρχή και το τέλος.
Ν.Μ.: Γίνεται πιο ξεκάθαρο τώρα …
Κ: Σωστά. Σας μεταδίδει κάποια αίσθηση αυτό;
Ν.Μ.: Ναι, νομίζω, λοιπόν, ότι μεταδίδει κάτι.
Κ: Κάτι. Και θα λέγατε πηγαίνοντας πιο πέρα, ότι δεν υπάρχει καμία αρχή και κανένα τέλος;
Ν.Μ: Ναι. Βγαίνει από το έδαφος, γυρνάει στο έδαφος, αλλά δεν αρχίζει ούτε τελειώνει.
Κ: Ναι. Δεν υπάρχει καμία αρχή και κανένα τέλος. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Και είναι αυτό θάνατος, όχι ο θάνατος με την έννοια του «θα πεθάνω», αλλά το πλήρες τέλος των πάντων;
Ν.Μ.: Ναι, αλλά, αρχικά είπατε ότι το κενό είναι το τέλος των πάντων, οπότε με ποια έννοια τώρα αυτό είναι κάτι περισσότερο; Το κενό είναι το τέλος των πραγμάτων, έτσι δεν είναι;
Κ: Ναι, ναι. Είναι αυτός ο θάνατος, εκείνο το κενό; Ο θάνατος όλων όσων έχει καλλιεργήσει ο νους. Εκείνο το κενό δεν είναι προϊόν του νου, του ατομικού νου.
Ν.Μ.: Όχι, είναι ο συμπαντικός νους.
Κ: Αυτό είναι εκείνο το κενό.
Ν.Μ.: Ναι.
Κ.: Εκείνο το κενό μπορεί να υπάρξει μόνο όταν υπάρχει θάνατος – πλήρης θάνατος – του ατομικού.
Ν.Μ.: Ναι.
Κ: Δεν ξέρω αν το μεταδίδω…
Ν.Μ.: Ναι, εκείνο είναι το κενό. Αλλά στη συνέχεια λέτε ότι σε αυτό το «έδαφος», ο θάνατος πηγαίνει ακόμα πάρα πέρα;
Κ: Α, ναι.
Ν.Μ.: Οπότε λέμε ότι το τέλος του ατομικού, ο θάνατος του ατομικού είναι το κενό, που είναι κάτι συμπαντικό. Τώρα, θα πείτε ότι και το συμπαντικό πεθαίνει;
Κ: Ναι, αυτό προσπαθώ να πω. Μεταδίδει κάτι;
Ν.Μ.: Ίσως, ναι.
Κ: Περιμένετε μια στιγμή. Ας το δούμε. Νομίζω ότι μεταδίδεται κάτι, έτσι δεν είναι;
Ν.Μ.: Ναι. Τώρα αν το ατομικό και το συμπαντικό πεθαίνουν, τότε αυτό είναι πραγματικός θάνατος;
Κ: Ναι. Άλλωστε ένας αστρονόμος λέει ότι τα πάντα στο σύμπαν πεθαίνουν, εκρήγνυνται, πεθαίνουν.
Ν.Μ.: Και σίγουρα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτό.
Κ: Ναι, ακριβώς αυτό.
Ν.Μ.: Νομίζω ότι προχωράμε. Το συμπαντικό και το ατομικό. Πρώτα το ατομικό πεθαίνει μέσα στο κενό, και στη συνέχεια έρχεται το συμπαντικό.
Κ: Και πεθαίνει κι εκείνο.
Ν.Μ.: Μέσα στο «έδαφος» που είπαμε. Στην πηγή των πάντων, σωστά;
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Οπότε θα λέγατε ότι η «πηγή» ή το «έδαφος», ούτε γεννιέται ούτε πεθαίνει.
Κ: Σωστά.
(….)
Ν.Μ.: Ποιο είναι το εμπόδιο για τον άνθρωπο για να το δει όλο αυτό;
Κ: Το «εγώ».
Ν.Μ.: Ναι, αλλά εννοούσα βαθύτερα.
Κ: Εκεί είναι όλες οι σκέψεις σου, οι βαθιές προσκολλήσεις σου – όλα όσα σε αφορούν. Αν δεν μπορείς να τα εγκαταλείψεις, τότε δεν θα έχεις καμία σχέση με την «πηγή». Αλλά ο άνθρωπος δεν θέλει να τα εγκαταλείψει.
Ν.Μ.: Ναι, καταλαβαίνω. Αυτό που θέλει είναι ένα αποτέλεσμα του τρόπου που σκέφτεται.
Κ: Αυτό που θέλει είναι ένας άνετος, εύκολος τρόπος ζωής χωρίς κανένα πρόβλημα, και δεν μπορεί να τον έχει.
Ν.Μ.: Όχι. Πρέπει μόνο αν τα αφήσει όλα αυτά.
Κ: Πρέπει να υπάρξει μια σύνδεση. Δεν πρέπει να υπάρξει κάποια σχέση του απλού ανθρώπου με το «έδαφος», με την «πηγή»; Αλλιώς, ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Ν.Μ.: Αυτό προσπαθούσα να πω πριν. Χωρίς αυτή τη σχέση…
Κ: … δεν υπάρχει νόημα.
Ν.Μ.: Και τότε οι άνθρωποι εφευρίσκουν ένα νόημα.
Κ: Ασφαλώς.
Ν.Μ.: Ακόμα κι αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, οι αρχαίες θρησκείες έχουν πει πράγματα όπως, ότι ο Θεός είναι «η πηγή», οπότε λένε αναζητήστε τον Θεό.
Κ: Α, όχι, δεν είναι αυτό ο Θεός.
Ν.Μ.: Όχι, δεν είναι αυτό ο Θεός. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο «Θεός» που επινοούν, είναι μια προσπάθεια να μπει αυτή η έννοια ίσως πιο προσωπικά.
Κ: Ναι. «Ας τους δώσουμε ελπίδα, ας τους δώσουμε πίστη», παρακολουθείτε; «Ας κάνουμε τη ζωή λίγο πιο άνετη».
Ν.Μ.: Οπότε, σε αυτό το σημείο ρωτάτε: πώς θα μεταδοθεί αυτό (για την «πηγή» για τον Θεό) στον απλό άνθρωπο; Αυτή είναι η ερώτησή σας;
Κ: Λίγο πολύ, ναι. Και είναι επίσης σημαντικό ότι θα πρέπει να το ακούσει πραγματικά αυτό. Εσείς είστε επιστήμονας, έχετε την καλοσύνη να μ’ ακούτε επειδή είμαστε φίλοι. Αλλά ποιος από τους άλλους επιστήμονες θα ακούσει; Νιώθω ότι αν κανείς τα ακολουθούσε αυτά που λέμε, θα είχαμε έναν κόσμο σε υπέροχη τάξη.
Ν.Μ.: Ναι. Και τι θα κάναμε σε έναν τέτοιο κόσμο;
Κ: Θα ζούσαμε.
Ν.Μ.: Ναι, αλλά θέλω να πω ότι είπαμε κάτι για δημιουργικότητα…
Κ: Ναι. Γιατί τότε, όταν δεν έχεις καμία σύγκρουση, κανένα «εγώ», υπάρχει κάτι άλλο που λειτουργεί.
Ν.Μ.: Ναι, είναι σημαντικό να το πούμε αυτό, γιατί η χριστιανική ιδέα της τελειότητας ίσως μοιάζει μάλλον βαρετή γιατί δεν υπάρχει τίποτα που χρειάζεται να κάνεις!
Κ: Θα πρέπει να το συνεχίσουμε κάποια άλλη στιγμή, γιατί είναι κάτι που πρέπει να μπει σε πράξη.
Ν.Μ.: Μοιάζει αδύνατο.
Κ: Έχουμε προχωρήσει αρκετά για σήμερα.

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Αρέσει σε %d bloggers: