Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

krishnamurti.jpg

ΣΤΗ ΡΩΜΗ, προχθές, ο Κρισναμούρτι εδήλωσε:

Δεν έχω σπίτι, δεν έχω πα­τρίδα, δεν έχω οικογένεια, δεν έχω χρήματα. Πηγαίνω όπου με καλούν. Αυτή είν’ η ζωή μου.

Η αλήθεια δεν περνάει ού­τε απ’ τα ναρκωτικά, ούτε απ’ τα βιβλία. Καθένας μόνο μέσα του μπορεί να την αναζητήσει.

Όλοι οι άνθρωποι είναι ί­σοι, γιατί ίση είναι γιά όλους η οδύνη καί ίσος ο φόβος στον κό­σμο τούτο. Δεν υπάρχει ανατο­λή ή δύση, δεν υπάρχουν χριστια­νοί, βουδιστές η μουσουλμάνοι. Υπάρχουν άνθρωποι που απ’ το φόβο της ζωής, δημιούργησαν μύθους, που δεν έχουν καμμιά σχέση με την πραγματικότητα. Μόνον όταν αυτοί οι μύθοι τε­θούν στο περιθώριο, ελευθερώνε­ται κανείς και μπορεί ν’ αναζή­τησει την αλήθεια.

ΚάΘε γενεά επαναστατεί ε­ναντίον της προηγούμενης, αλλά το ξεσήκωμά της δεν εχει συνέπειες: γκρεμίζει μιά δομή καί υ­ψώνει στη θέση της μιαν άλλη. Τα μακρυά μαλλιά και τα πολύ­χρωμα ρούχα πού φορούν οι νέοι, επειδή δεν τα φορούν οι παλαιότεροι, είναι απλά μια μόδα. Οι «επαναστάτες» αυτοί ύστερα παντρεύονται, αποκτούν παιδιά και δέχονται την κοινωνία, όπως εί­ναι. Η πρώτη επανάσταση πού πρέπει να κάνει κανένας είναι «μέσα στον εαυτό του». Η κοι­νωνία αλλάζει μόνον όταν  αλλά­ξουνε τα άτομα. Όταν καθένας μας θ’ απαρνηθεί τη βία, τον αν­ταγωνισμό, τη διαίρεση του κό­σμου, όταν οι άνθρωποι δεν θα λένε πια «με τη βοήθεια του δι­κού μου θεού, σε σκοτώνω, επει­δή έχεις τον δικό σου».

Ο ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ είναι α­παισιόδοξος. Κυρίως, βλέπει τις νέες γενεές των «Χίππις», πού πάνε χαμένες, αναζητώντας μια διέξοδο στα ναρκωτικά και σ’ άλ­λα «εξωτερικά» στοιχεία:

—Ο άνθρωπος απέτυχε, λέει. Πηγαίνει στο Φεγγάρι, αλλά δεν καταφέρνει να νικήσει τή γήϊνη αθλιότητα. Έτσι, ξεπέφτει στα ναρκωτικά, ελπίζοντας ν’ αλλάξει το μυαλό του και την καρδιά του. Αλλ’ ή «φυγή» αυτή είναι στιγμιαία και δεν γεννάει ούτε πνευματικότητα ούτε αγάπη. Και, χωρίς πνευματικότητα κι αγά­πη ο κόσμος βαδίζει προς την καταστροφή.

Τί σκέπτεται ο Κρισναμούρτι για τους «Μπήτλς», που πή­γαν στην πατρίδα του  Ινδία ν’ αναζητήσουν τη σοφία και τον στοχασμό;

— Μου θυμίζουν τον γεμάτο φιλοδοξίες πλούσιο, πού νομίζει πως λύνει όλα τα πνευματικά του προβλήματα, με το ν’ αφιερώνει λίγα λεπτά κάθε μέρα στον στο­χασμό. Αυτοί οι νεαροί εκφρά­ζουν την τυφλή ανθρώπινη επιθυ­μία νά ‘χουν ταυτόχρονα και τη γη και τον ουρανό δικά τους. Αυτός ο συνδυασμός, όμως, δεν επιτυγ­χάνεται…

ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΓΑΛΗΝΗ πώς την βρίσκει κανείς; Υπάρχει καμμιά «σοφή συνταγή»;                 Ο Κρισναμούρτι απαντά:

Και βέβαια, υπάρχει. Καμμία πράξη βίας ούτε προς τους ανθρώπους, ούτε προς τα ζώα. Κανένας φανατισμός, θρησκευτι­κός ή άλλος. Συνεργασία μεταξύ όλων των ανθρώπων της Γης. Αυτογνωσία και επαγρύπνηση για την κατάπνιξη  των εγωιστικών τάσεων και ενστίκτων. Είν’ α­νάγκη ν’ απλοποιήσουμε τη ζωή μας όσο γίνεται περισσότερο. Να είμαστε λιτοί και χορτοφάγοι. Όχι οινοπνευματώδη ποτά, όχι καπνός. ΤΟ  κρέας, το αλκοόλ κι’ ο καπνός δηλητηριάζουν τον ορ­γανισμό κι: εμποδίζουν το πνεύ­μα ν΄ανακαλύψει την αλήθεια των πραγμάτων. Η σοφία, η αγάπη κι η ομορφιά είναι τα τρία συ­στατικά της Αλήθειας.

ΤΑΔΕ έφη Κρισναμούρτι, αλ­λά στον τρελλό – τρελλό κόσμο μας ποιός τον ακούει;

Απόσπασμα από δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα» το 1968.

Από το μπλογκ του Ν.Πιλάβιου

Η Κ. Ζ. θα ήθελε να ξέρει γιατί από κάποια στιγμή στη ζωή της και μετά, την καθοδηγούσε μία φωνή μέσα της. Σε ένα διάστημα πολλών χρόνων αυτή η φωνή τής είχε αλλάξει και είχε διαμορφώσει εντελώς την πορεία της ζωής της. Η φωνή ήταν που της είχε πει να έρθει να με δει. Καθώς εξαρτιόταν απ’ αυτήν για ό,τι σκεπτόταν και ό,τι έκανε, την υπάκουσε κι ήρθε. Η φωνή, τής είπε ότι θα σταματήσει να της μιλάει μετά που θα με δει και ότι έχει ξανάρθει εδώ· η φωνή τώρα πια ήταν σιωπηλή. Τι ήταν αυτή η φωνή, ρώτησε η επισκέπτρια. Ήταν πραγματική; Ήταν κάποια ανώτερη οντότητα που της είχε κάνει κατάληψη; Γιατί υπήρχε αυτός ο δυισμός μέσα της;
«Αυτός ο δυισμός δεν υπάρχει σχεδόν στον καθένα;», ρώτησα την επισκέπτρια. «Μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους, διαφορετικές ταμπέλες – ο ανώτερος και ο κατώτερος εαυτός, το καλό και το κακό, το αληθινό και το ψεύτικο, και λοιπά – αλλά στην ουσία είναι η σύγκρουση των αντίθετων. Αυτή η σύγκρουση παίρνει διάφορες μορφές και δημιουργεί διαφορετικές ιδιομορφίες και τάσεις: τη σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο και στη διαμόρφωση, στο έμφυτο και στο αποκτημένο, ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Η σύγκρουση είναι οδυνηρή, διαλυτική, και πρέπει να λυθεί γιατί αλλιώς δεν θα υπάρξει γαλήνη, δεν θα υπάρξει δημιουργική ευτυχία. Το εσωτερικό τού ανθρώπου κάνει νύξεις με όνειρα, με προειδοποιήσεις, με φωνές που εξαρτώνται από την ένταση της κρίσης. Οι φωνές, τα όνειρα, οι νύξεις, είναι από μέσα μας. Είμαστε τα αντίθετα: είμαστε το έξω και το μέσα, το διαμορφωμένο και το ενστικτώδες και λοιπά. Μας αρέσει να αυταπατόμαστε με τη σκέψη ότι η φωνή είναι μιας ανώτερης οντότητας. Αυτό μας κολακεύει, μας δίνει σπουδαιότητα, αλλά το κεντρικό πρόβλημα της σύγκρουσης εξακολουθεί να παραμένει. Πρέπει να ενδιαφερόμαστε γι’ αυτό και όχι να προσκολλιόμαστε σε οποιαδήποτε ευχάριστη ψευδαίσθηση. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά εξάρτηση από αυτήν, γιατί θρέφει το φόβο, την έλλειψη της αληθινής αυτοπεποίθησης, που δεν είναι επιθετικότητα ή ανταγωνιστική φιλοδοξία. Οι περισσότεροι από μας, αν είμαστε πάντα σε εγρήγορση, έχουμε επίγνωση της διαφοράς του καλού από το κακό· ‘ενστικτωδώς’ ξέρουμε, ‘κάτι’ μας το ψιθυρίζει μέσα μας, αλλά η διαμόρφωσή μας, το έξω από μας παραείναι δυνατό, παραείναι κραυγαλέο και απαιτητικό και παραδινόμαστε σ’ αυτό. Η διαμόρφωσή μας, το έξω από μας το έχουμε δημιουργήσει με τη βουλιμία μας, με την εχθρικότητα και την άγνοιά μας, όπως έχουμε δημιουργήσει επίσης το μέσα μας ─ το ένστικτο. Είμαστε και τα δύο: και ο σκεπτόμενος και η σκέψη του. Μας αρέσει να ταυτιζόμαστε με το ένα και να απαρνούμαστε το άλλο. Αυτή η ταύτιση και αυτή η άρνηση, εμποδίζουν την κατανόηση της σύγκρουσης. Πρέπει να κατανοήσουμε τον πολύπλοκο μηχανισμό του σκεπτόμενου και της σκέψης του. Είναι δύο χωριστά πράγματα; Με την μελέτη της σκέψης, δεν αποκαλύπτεται ο σκεπτόμενος; Αυτό ο πολύπλοκος μηχανισμός δεν είναι και ο σκεπτόμενος και η σκέψη του; Ο ένας δεν υπάρχει χωρίς τον άλλον. Ο όλος μηχανισμός είναι ο εαυτός, ο σκεπτόμενος και η σκέψη του, ο ανώτερος και ο κατώτερος εαυτός, οι αμέτρητες διαιρέσεις και υποδιαιρέσεις τους. Όσο ο εαυτός, το αποτέλεσμα της επιθυμίας στο παρελθόν και στο παρόν, υπάρχει, εκεί πρέπει να υπάρχει κι ο δυαδισμός, το ‘εγώ’ και το ‘μη εγώ’, η σύγκρουση των αντιθέτων. Αυτή η επιθυμία παίρνει πολλές μορφές, λεπτές και χονδροειδείς: αισθησιασμός, υλισμός ή ευημερία και η προσωπική συνέχιση.
Με αδιάκοπη επίγνωση κάθε σκέψης και συναισθήματος, με εξέταση της κάθε σκέψης και του κάθε συναισθήματος, πέρα για πέρα, η επιθυμία και η διαρκώς αναμμένη σύγκρουση, τελειώνουν. Η ταύτιση – επιδοκιμαστικά ή αρνητικά – εμποδίζουν την ολοκλήρωση της σκέψης και του συναισθήματος, που σ’ αυτήν βρίσκεται η απελευθέρωση από την επιθυμία. Μόνο τότε υπάρχει χαρά και γαλήνη».

Από το βιβλίο του Κρισναμούρτι «Ο Κόσμος Μέσα μας» που θα κυκλοφορήσει σε λίγους μήνες από τις εκδ. Καστανιώτη.

Κρισναμούρτι.: Ποια είναι τότε η σχέση ενός πνευματικά και σωματικά υγιή, λογικού, ψυχολογικά ισορροπημένου ανθρώπου, με την πραγματικότητα και με την αλήθεια;
Δρ. Μπομ: Ναι, πρέπει να το εξετάσουμε, αλλά πρώτα ίσως να δούμε αυτό το ζήτημα της αλήθειας. Νομίζω ότι η ετυμολογία των λέξεων είναι συχνά πολύ χρήσιμη. Η λέξη «αληθινό» στα λατινικά, που είναι «verus», σημαίνει «αυτό που είναι». Στα αγγλικά τώρα, η ρίζα της λέξης «αληθινό» (true) σημαίνει το τίμιο, το γνήσιο. Και συχνά λέμε για ένα στίχο ότι είναι αληθινός ή για ένα ανταλλακτικό ότι είναι γνήσιο. Διάβασα κάποτε ένα παραμύθι για ένα νήμα που τυλιγόταν τόσο εύκολα κι ανεμπόδιστα, που στ’ αλήθεια «έτρεχε», στα χέρια της γυναίκας που ύφαινε. Για να το τονίσουν χρησιμοποιούσαν την εικόνα μιας ανέμης όπου το νήμα της κινιόταν εντελώς ίσια.
Κ.: Μάλιστα.
Δρ. Μπομ: Θα μπορούσαμε, τώρα, να πούμε ότι η σκέψη ή η συνείδησή μας είναι αληθινή σε σχέση με εκείνο που υπάρχει εφόσον ο άνθρωπος είναι σωματικά και πνευματικά υγιής και αν η κίνησή της είναι εντελώς ίσια. Αλλιώς δεν είναι αληθινή, είναι όλα ψέμμα. Επομένως, το ψέμμα της συνείδησης δεν είναι απλώς λανθασμένη πληροφόρηση, αλλά σαν πραγματικότητα κινείται όντως «μπερδεμένα».
Κ.: Λέτε, λοιπόν, ότι όσο ο άνθρωπος είναι πνευματικά και σωματικά υγιής, ψυχολογικά ισορροπημένος και λογικός, «το νήμα του» είναι πάντα ίσιο.
Δρ. Μπομ: Ναι, η συνείδησή του είναι σαν ένα ίσιο νήμα. Συνεπώς, η πραγματικότητά του…
Κ.: …είναι διαφορετική από την πραγματικότητα ενός ανθρώπου που «το νήμα του» έχει μπερδευτεί, που είναι παράλογος, που είναι νευρωτικός.
Δρ. Μπομ: Πολύ διαφορετική. Ίσως ο τελευταίος να είναι ακόμα και ανισόρροπος. Μπορεί να δει κανείς με τους ανισόρροπους ανθρώπους πόσο διαφορετικά είναι…. Μερικές φορές δεν μπορούν καν να καταλάβουν την ίδια πραγματικότητα για δεύτερη φορά.
Κ.: Και ο υγιής, ο ακέραιος, ο ψυχολογικά ισορροπημένος άνθρωπος, τι σχέση έχει με την αλήθεια;
Δρ. Μπομ: Αν δεχτεί κανείς τη σημασία της λέξης, αν πει ότι αλήθεια είναι εκείνο που είναι, καθώς επίσης και ότι αληθινός είναι κανείς μόνο σε σχέση «με εκείνο που είναι», τότε αναγκαστικά θα πεις ότι (η σχέση του με την αλήθεια) είναι αυτά τα δύο.
Κ.: Θα λέγατε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που είναι πνευματικά υγιής, ισορροπημένος, είναι η αλήθεια;
Δρ. Μπομ: Ναι, είναι η αλήθεια.
Κ.: Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι η αλήθεια. Ίσως να σκέφτεται κάποια πράγματα που θα κάνουν μία πραγματικότητα, αλλά είναι η αλήθεια. Δεν μπορεί να σκεφτεί παράλογα.
Δρ. Μπομ: Δε θα έλεγα ακριβώς αυτό, θα έλεγα ότι μπορεί να κάνει και λάθη.
Κ.: Φυσικά.
Δρ. Μπομ: Αλλά δεν κολλάει σ’ αυτά. Με άλλα λόγια, είναι ο άνθρωπος που έχει κάνει λάθος και το αναγνωρίζει, το διορθώνει.
 Κ.: Ναι, πολύ σωστά.
Δρ. Μπομ: Υπάρχει επίσης ο άνθρωπος που κάνει ένα λάθος, αλλά επειδή ο νους του δε δουλεύει «ίσια», το ξανακάνει. Όμως, πρέπει να επιστρέφουμε στο ερώτημα: Άραγε η αλήθεια υπάρχει πέρα από κάποιον συγκεκριμένο, ιδιαίτερο άνθρωπο; Ισχύει και γι’ άλλους ανθρώπους, καθώς και για τη φύση;
Κ.: Ισχύει για όλα όσα υπάρχουν.
Δρ. Μπομ: Ναι. Η αλήθεια, λοιπόν, είναι μία. Στο πεδίο, όμως, της πραγματικότητας υπάρχουν πολλά και διαφορετικά πράγματα. Καθένα απ’ αυτά είναι διαμορφωμένο, όλο το πεδίο της πραγματικότητας είναι αποτέλεσμα διαμόρφωσης. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η αλήθεια δεν μπορεί να διαμορφωθεί ή να εξαρτιέται από άλλα πράγματα.
Κ.: Τι σχέση έχει, λοιπόν, ο άνθρωπος που ο ίδιος είναι η αλήθεια, με την πραγματικότητα;
Δρ. Μπομ: Τα κοιτάζει όλα και, κάνοντάς το αυτό, κατανοεί πλήρως την πραγματικότητα. «Κατανοεί πλήρως» σημαίνει ότι μπορεί να διατηρεί μια συνολική εικόνα των πραγμάτων.
Κ.: Δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από την πραγματικότητα. Λέει: «Την κατανοώ εντελώς, την κρατάω, την κοιτάζω».
Δρ. Μπομ: Ναι, είναι ένα πεδίο πραγματικότητας όλα: ο εαυτός του και τα πάντα. Αλλά η πραγματικότητα έχει μέσα της πράγματα που είναι διαμορφωμένα κι εκείνος κατανοεί πλήρως τις διαμορφώσεις.
Κ.: Και επειδή ακριβώς κατανοεί πλήρως τη διαμόρφωση, είναι ελεύθερος από τη διαμόρφωση.

Κρισναμούρτι: Είστε επιστήμονας, έχετε κάνει έρευνες για την ατομική ενέργεια, για το άτομο και λοιπά. Όταν κανείς έχει ερευνήσει όλα αυτά, δεν αισθάνεται ότι υπάρχει και κάτι πολύ πιο πέρα από όλα αυτά;
Ντέιβιντ Μπομ: Μπορεί να αισθάνεσαι πάντα ότι υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα, αλλά εκείνο δεν σου λέει τι είναι. Είναι ξεκάθαρο πως ό,τι γνωρίζει κανείς είναι περιορισμένο.
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Και πρέπει να υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα.
Κ: Πώς μπορεί, «εκείνο» να επικοινωνήσει μαζί σας, έτσι ώστε εσείς, με τις επιστημονικές σας γνώσεις, με την ικανότητα του εγκεφάλου σας, να μπορέσετε να το «πιάσετε», να το συλλάβετε;
Ν.Μ.: Λέτε ότι δεν μπορεί να το συλλάβει κανείς;
Κ: Όχι. Δεν λέω ότι δεν μπορείτε να το συλλάβετε. Πώς μπορείτε να το συλλάβετε; Μπορείτε να το συλλάβετε;
Ν.Μ.: Κοιτάξτε, δεν είναι ξεκάθαρο. Λέγατε πριν ότι δεν μπορεί να το συλλάβει…
Κ: Να το συλλάβετε, με την έννοια του αν μπορεί ο νους σας να υπερβεί τις θεωρίες. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι το εξής: μπορείτε να προχωρήσετε βαθιά μέσα σ’ εκείνο; Όχι να προχωρήσετε, με την έννοια του χρόνου και όλα αυτά. Μπορείτε να «μπείτε» μέσα σ’ εκείνο; … Όχι… όλα αυτά είναι λόγια…. Τι υπάρχει πέρα από το κενό; Η σιγή;
Ν.Μ.: Αυτή δεν είναι παρόμοια με το κενό;
Κ: Ναι, εκεί θέλω να καταλήξω. Ας προχωρήσουμε βήμα-βήμα. Είναι η σιγή ή μήπως η σιγή αποτελεί μέρος του κενού;
Ν.Μ.: Ναι, θα το έλεγα αυτό.
Κ: Κι εγώ θα το έλεγα. Αν δεν είναι η σιγή, θα μπορούσαμε – απλώς ρωτάω – θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάτι το απόλυτο; Καταλαβαίνετε;
Ν.Μ.: Ναι, θα μπορούσε να πάει ο νους μας στο απόλυτο. Θα πρέπει να είναι κάτι τελείως ανεξάρτητο· αυτό σημαίνει πραγματικά, «απόλυτο». Δεν εξαρτάται από τίποτα…
Κ: Ναι.. πλησιάζετε.
Ν.Μ.: …Κινείται εντελώς από μόνο του· έχει, κατά κάποιο τρόπο, δική του ενέργεια.
Κ: Ναι. Θα λέγατε ότι τα πάντα έχουν μια αιτία, κι ότι εκείνο δεν έχει καμία απολύτως αιτία;
Ν.Μ.: Βλέπετε, αυτή η αντίληψη είναι ήδη παλιά. Αυτή η αντίληψη αναπτύχθηκε από τον Αριστοτέλη, ότι εκείνο το απόλυτο είναι η αιτία του εαυτού του.
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Δεν έχει αιτία, κατά μία έννοια. Αυτό είναι το ίδιο.
Κ: Βλέπετε, ότι από τη στιγμή που είπατε, «Αριστοτέλης» – δεν είναι εκείνο. Πώς θα φτάσουμε σε εκείνο; Το κενό, που είπαμε, είναι ενέργεια και εκείνη η ενέργεια υπάρχει στη σιγή ή το αντίστροφο, δεν έχει σημασία – σωστά; Α, ναι, υπάρχει κάτι πέρα από όλα αυτά. Ίσως δεν μπορεί ποτέ να μπει σε λέξεις, αλλά πρέπει να ειπωθεί με λέξεις. Παρακολουθείτε;
Ν.Μ.: Λέτε, δηλαδή, ότι το απόλυτο πρέπει να μπει σε λέξεις, αλλά νοιώθουμε ότι δεν μπορεί; Κάθε απόπειρα να ειπωθεί με λέξεις το κάνει συγκρίσιμο.
Κ: Ναι. Δεν ξέρω πώς να τα τοποθετήσω όλα αυτά.
Ν.Μ.: Νομίζω ότι έχουμε μια μακριά ιστορία κινδύνων με το απόλυτο. Οι άνθρωποι το έβαλαν σε λέξεις, και έγινε πολύ καταπιεστικό.
Κ: Παραμερίστε τα όλα αυτά. Βλέπετε, το να αγνοείς όσα έχουν πει οι άλλοι, ο Αριστοτέλης, ο Βούδας, και λοιπά, έχει ένα πλεονέκτημα. Καταλαβαίνετε τι εννοώ; Πλεονέκτημα με την έννοια ότι ο νους δεν χρωματίζεται από τις ιδέες των άλλων, δεν παγιδεύεται σε δηλώσεις άλλων. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της διαμόρφωσής μας. Τώρα: Τι προσπαθούμε να κάνουμε; Να πάμε πέρα απ’ όλα αυτά;
Ν.Μ.: Νομίζω να επικοινωνήσουμε σε σχέση με το απόλυτο, εκείνο που είναι πέρα απ’ όλα αυτά.
Κ: Θα αφαιρούσα τη λέξη απόλυτο αμέσως.
Ν.Μ.: Τότε, ας πούμε: ό,τι κι αν είναι εκείνο το πέρα από το κενό και τη σιγή.
Κ: Ναι. Είναι πέρα από όλα αυτά. Υπάρχει πέρα από όλα αυτά. Όλα αυτά είναι μέρος μιας απεραντοσύνης.
Ν.Μ.: Ναι, αλλά ακόμα και το κενό και η σιγή – που συζητάμε εδώ – είναι μια απεραντοσύνη, έτσι δεν είναι; Η ίδια η ενέργεια είναι μια απεραντοσύνη.
Κ: Ναι, το καταλαβαίνω. Αλλά υπάρχει κάτι πολύ πιο απέραντο απ’ αυτά. Το κενό και η σιγή και η ενέργεια είναι απέραντα, πραγματικά ανυπολόγιστα. Αλλά υπάρχει και κάτι – θα χρησιμοποιήσω τη λέξη – μεγαλύτερο, από αυτά.
Ν.Μ.: Αυτό ακριβώς σκέφτομαι. Το κοιτάζω. Και μπορεί να δει κανείς ότι ανεξαρτήτως του τι λέτε για το κενό ή για οτιδήποτε άλλο, υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτά.
Κ: Ως επιστήμονας, γιατί αποδέχεστε – όχι αποδέχεστε, συγνώμη για τη λέξη – γιατί προχωράτε σ’ αυτή τη γραμμή;
Ν.Μ.: Επειδή έχουμε φτάσει με τις συζητήσεις μας μέχρι εδώ βήμα – βήμα, βλέποντας την αναγκαιότητα του κάθε βήματος.
Κ: Βλέπετε ότι όλο αυτό είναι πολύ λογικό, εύλογο, συνετό.
Ν.Μ.: Κι επίσης, μπορεί κανείς να δει ότι είναι πολύ σωστό.
Κ: Ναι. Οπότε αν πω ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από όλη αυτή τη σιγή, την ενέργεια, θα το αποδεχόσαστε; Να το αποδεχτείτε με την έννοια ότι μέχρι στιγμής ήμαστε λογικοί.
Ν.Μ.: Θα έλεγα πως για οτιδήποτε μιλάτε, υπάρχει σίγουρα και κάτι πέρα από αυτό. Για τη σιγή, για την ενέργεια, για οτιδήποτε, λογικά υπάρχει πάντα περιθώριο και για κάτι πέρα απ’ αυτά. Αλλά το θέμα είναι το εξής: ακόμα και αν επρόκειτο να πει κανείς ότι υπάρχει κάτι πέρα από όλο αυτό, εξακολουθεί λογικά να αφήνει περιθώρια για να πάει και πάλι πέρα από εκείνο.
Κ: Όχι.
Ν.Μ.: Και γιατί όχι; Βλέπετε, ανεξαρτήτως του τι λέει κανείς, υπάρχει πάντα περιθώριο για κάτι πιο πέρα.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα.
Ν.Μ.: Εντάξει, αλλά βλέπετε, αυτό το σημείο δεν είναι ξεκάθαρο.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από εκείνο. Επιμένω. Όχι δογματικά ή από πείσμα. Νιώθω ότι εκείνο είναι η αρχή και το τέλος των πάντων. Το τέλος και η αρχή είναι το ίδιο – σωστά;
Ν.Μ.: Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι χρησιμοποιείτε την αρχή των πάντων, ως το τέλος τους;
Κ: Ναι. Σωστά; Θα συμφωνούσατε;
Ν.Μ.: Ναι. Αν πούμε ότι είναι το έδαφος απ’ όπου βγαίνει, θα πρέπει να είναι και το έδαφος όπου πέφτει.
Κ: Σωστά. Αυτό είναι το έδαφος όπου υπάρχουν τα πάντα: ο χώρος, η ενέργεια, το κενό, η σιγή, όλα αυτά. Όλα. Όχι «έδαφος», αλλά καταλαβαίνετε…
Ν.Μ.: Όχι, απλώς χρησιμοποιείτε τη λέξη μεταφορικά.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό. Καμία αιτία. Αν έχεις αιτία τότε έχεις μια αρχή διαφορετική από το τέλος.
Ν.Μ.: Έχεις ένα άλλου είδους έδαφος.
Κ: Δεν έχεις. Εκεί είναι και η αρχή και το τέλος.
Ν.Μ.: Γίνεται πιο ξεκάθαρο τώρα …
Κ: Σωστά. Σας μεταδίδει κάποια αίσθηση αυτό;
Ν.Μ.: Ναι, νομίζω, λοιπόν, ότι μεταδίδει κάτι.
Κ: Κάτι. Και θα λέγατε πηγαίνοντας πιο πέρα, ότι δεν υπάρχει καμία αρχή και κανένα τέλος;
Ν.Μ: Ναι. Βγαίνει από το έδαφος, γυρνάει στο έδαφος, αλλά δεν αρχίζει ούτε τελειώνει.
Κ: Ναι. Δεν υπάρχει καμία αρχή και κανένα τέλος. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Και είναι αυτό θάνατος, όχι ο θάνατος με την έννοια του «θα πεθάνω», αλλά το πλήρες τέλος των πάντων;
Ν.Μ.: Ναι, αλλά, αρχικά είπατε ότι το κενό είναι το τέλος των πάντων, οπότε με ποια έννοια τώρα αυτό είναι κάτι περισσότερο; Το κενό είναι το τέλος των πραγμάτων, έτσι δεν είναι;
Κ: Ναι, ναι. Είναι αυτός ο θάνατος, εκείνο το κενό; Ο θάνατος όλων όσων έχει καλλιεργήσει ο νους. Εκείνο το κενό δεν είναι προϊόν του νου, του ατομικού νου.
Ν.Μ.: Όχι, είναι ο συμπαντικός νους.
Κ: Αυτό είναι εκείνο το κενό.
Ν.Μ.: Ναι.
Κ.: Εκείνο το κενό μπορεί να υπάρξει μόνο όταν υπάρχει θάνατος – πλήρης θάνατος – του ατομικού.
Ν.Μ.: Ναι.
Κ: Δεν ξέρω αν το μεταδίδω…
Ν.Μ.: Ναι, εκείνο είναι το κενό. Αλλά στη συνέχεια λέτε ότι σε αυτό το «έδαφος», ο θάνατος πηγαίνει ακόμα πάρα πέρα;
Κ: Α, ναι.
Ν.Μ.: Οπότε λέμε ότι το τέλος του ατομικού, ο θάνατος του ατομικού είναι το κενό, που είναι κάτι συμπαντικό. Τώρα, θα πείτε ότι και το συμπαντικό πεθαίνει;
Κ: Ναι, αυτό προσπαθώ να πω. Μεταδίδει κάτι;
Ν.Μ.: Ίσως, ναι.
Κ: Περιμένετε μια στιγμή. Ας το δούμε. Νομίζω ότι μεταδίδεται κάτι, έτσι δεν είναι;
Ν.Μ.: Ναι. Τώρα αν το ατομικό και το συμπαντικό πεθαίνουν, τότε αυτό είναι πραγματικός θάνατος;
Κ: Ναι. Άλλωστε ένας αστρονόμος λέει ότι τα πάντα στο σύμπαν πεθαίνουν, εκρήγνυνται, πεθαίνουν.
Ν.Μ.: Και σίγουρα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτό.
Κ: Ναι, ακριβώς αυτό.
Ν.Μ.: Νομίζω ότι προχωράμε. Το συμπαντικό και το ατομικό. Πρώτα το ατομικό πεθαίνει μέσα στο κενό, και στη συνέχεια έρχεται το συμπαντικό.
Κ: Και πεθαίνει κι εκείνο.
Ν.Μ.: Μέσα στο «έδαφος» που είπαμε. Στην πηγή των πάντων, σωστά;
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Οπότε θα λέγατε ότι η «πηγή» ή το «έδαφος», ούτε γεννιέται ούτε πεθαίνει.
Κ: Σωστά.
(….)
Ν.Μ.: Ποιο είναι το εμπόδιο για τον άνθρωπο για να το δει όλο αυτό;
Κ: Το «εγώ».
Ν.Μ.: Ναι, αλλά εννοούσα βαθύτερα.
Κ: Εκεί είναι όλες οι σκέψεις σου, οι βαθιές προσκολλήσεις σου – όλα όσα σε αφορούν. Αν δεν μπορείς να τα εγκαταλείψεις, τότε δεν θα έχεις καμία σχέση με την «πηγή». Αλλά ο άνθρωπος δεν θέλει να τα εγκαταλείψει.
Ν.Μ.: Ναι, καταλαβαίνω. Αυτό που θέλει είναι ένα αποτέλεσμα του τρόπου που σκέφτεται.
Κ: Αυτό που θέλει είναι ένας άνετος, εύκολος τρόπος ζωής χωρίς κανένα πρόβλημα, και δεν μπορεί να τον έχει.
Ν.Μ.: Όχι. Πρέπει μόνο αν τα αφήσει όλα αυτά.
Κ: Πρέπει να υπάρξει μια σύνδεση. Δεν πρέπει να υπάρξει κάποια σχέση του απλού ανθρώπου με το «έδαφος», με την «πηγή»; Αλλιώς, ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Ν.Μ.: Αυτό προσπαθούσα να πω πριν. Χωρίς αυτή τη σχέση…
Κ: … δεν υπάρχει νόημα.
Ν.Μ.: Και τότε οι άνθρωποι εφευρίσκουν ένα νόημα.
Κ: Ασφαλώς.
Ν.Μ.: Ακόμα κι αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, οι αρχαίες θρησκείες έχουν πει πράγματα όπως, ότι ο Θεός είναι «η πηγή», οπότε λένε αναζητήστε τον Θεό.
Κ: Α, όχι, δεν είναι αυτό ο Θεός.
Ν.Μ.: Όχι, δεν είναι αυτό ο Θεός. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο «Θεός» που επινοούν, είναι μια προσπάθεια να μπει αυτή η έννοια ίσως πιο προσωπικά.
Κ: Ναι. «Ας τους δώσουμε ελπίδα, ας τους δώσουμε πίστη», παρακολουθείτε; «Ας κάνουμε τη ζωή λίγο πιο άνετη».
Ν.Μ.: Οπότε, σε αυτό το σημείο ρωτάτε: πώς θα μεταδοθεί αυτό (για την «πηγή» για τον Θεό) στον απλό άνθρωπο; Αυτή είναι η ερώτησή σας;
Κ: Λίγο πολύ, ναι. Και είναι επίσης σημαντικό ότι θα πρέπει να το ακούσει πραγματικά αυτό. Εσείς είστε επιστήμονας, έχετε την καλοσύνη να μ’ ακούτε επειδή είμαστε φίλοι. Αλλά ποιος από τους άλλους επιστήμονες θα ακούσει; Νιώθω ότι αν κανείς τα ακολουθούσε αυτά που λέμε, θα είχαμε έναν κόσμο σε υπέροχη τάξη.
Ν.Μ.: Ναι. Και τι θα κάναμε σε έναν τέτοιο κόσμο;
Κ: Θα ζούσαμε.
Ν.Μ.: Ναι, αλλά θέλω να πω ότι είπαμε κάτι για δημιουργικότητα…
Κ: Ναι. Γιατί τότε, όταν δεν έχεις καμία σύγκρουση, κανένα «εγώ», υπάρχει κάτι άλλο που λειτουργεί.
Ν.Μ.: Ναι, είναι σημαντικό να το πούμε αυτό, γιατί η χριστιανική ιδέα της τελειότητας ίσως μοιάζει μάλλον βαρετή γιατί δεν υπάρχει τίποτα που χρειάζεται να κάνεις!
Κ: Θα πρέπει να το συνεχίσουμε κάποια άλλη στιγμή, γιατί είναι κάτι που πρέπει να μπει σε πράξη.
Ν.Μ.: Μοιάζει αδύνατο.
Κ: Έχουμε προχωρήσει αρκετά για σήμερα.

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

cover

Από το μπλογκ του Ν. Πιλάβιου

Η  Λ.  είπε ότι για ένα διάστημα ακολουθούσε κάποιον θρησκευόμενο τρόπο σκέψης. Δεν είχε την πρόθεση να ακολουθήσει οποιοδήποτε μοντέλο, αλλά είχε παρασυρθεί σ’ αυτό χωρίς να το καταλάβει. Είπε ότι δεν πρέπει να ακολουθεί κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό της και ίσως ξεκαθάριζε μέρος από την σύγχυσή της, αν μπορούσαμε να συζητήσουμε μαζί γύρω από το θέμα.

«Γιατί χρειαζόμαστε μοντέλα», την ρώτησα, «είτε μας τα έχουν επιβάλλει άλλοι είτε τα έχουμε δημιουργήσει μόνοι μας; Δεν είναι εξαιτίας φόβου;  Φοβόμαστε μήπως δεν πετύχουμε κάτι, μήπως χάσουμε, μήπως δεν γίνουμε κάτι που θέλουμε. Με το να ακολουθούμε ένα μοντέλο, δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε βαθιά μέσα μας να σκεφτούμε, να νοιώσουμε· άλλοι έχουν σκεφτεί για λογαριασμό μας μια πορεία δράσης και εμείς δεν έχουμε παρά να την ακολουθήσουμε. Νομίζουμε ότι τα μοντέλα δράσης λειτουργούν σαν προφύλαξη από την αποτυχία, τον πόνο και τη σύγχυση, αλλά απλώς μας κάνουν  απερίσκεπτους, μας κάνουν να βολευόμαστε μέσα στο θόλωμα του νου. Το να ακολουθείς μοντέλα συντηρεί τη διαίρεση ανάμεσα στον σκεπτόμενο και στις σκέψεις του, ανάμεσα στον παρατηρητή και στο παρατηρούμενο· έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα υπέρβασης του σκεπτόμενου και της σκέψης του. Με το να ακολουθείς μοντέλα, η σκέψη και το συναίσθημα κινούνται μέσα στη σφαίρα του γνωστού, του δημιουργημένου, κι έτσι αυτοδιαμορφώνονται πάντα σύμφωνα μ’ αυτό. Η σκέψη δεν είναι ποτέ ελεύθερη να βιώσει, να ανακαλύψει το πραγματικό. Κι ακόμα, στην αναζήτηση ενός μοντέλου υπάρχει πάντα η αδιάκοπη πάλη να γίνεις κάτι και ποτέ να μην κατανοείς κι έτσι να μη ζεις πραγματικά.

Με την απελευθέρωση από τα μοντέλα, έρχεται δημιουργικότητα. Έτσι, αν μπορέσουμε να κατανοήσουμε τη βαθιά σημασία των μοντέλων, τότε δεν θα απορρίπτουμε το ένα και θα δεχόμαστε το άλλο, είτε είναι δημιουργημένο από κάποιον άλλον, είτε από εμάς του ίδιους. Από τη στιγμή που κανείς συλλάβει τη βαθιά φύση των μοντέλων, τότε με την αδιάκοπη επίγνωση γίνονται κομμάτια μέσα του. Δεν μπορείς να περνάς μέσα από στενά μοντέλα την απέραντη ροή της ζωής· κι από τη στιγμή που διαρκώς επιχειρούμε να το κάνουμε αυτό, είμαστε αλυσοδεμένοι με τη σύγκρουση και τον πόνο, δεν είμαστε ποτέ ελεύθεροι, δεν είμαστε ποτέ ανοιχτοί και ευάλωτοι στην πραγματικότητα».

«Εάν κανείς σκέφτεται μ’ αυτόν τον τρόπο», πρόσθεσε η επισκέπτρια, «δεν είναι και τόσο μοναχική υπόθεση. Προσωπικά βρισκόμουν σε σύγχυση κι έτσι πήγα σε ψυχολόγο για να συζητήσω τα πράγματα· εσείς θεωρείτε ότι αυτό ήταν συνετό»;

«Αντί να αφήσουμε όλες τις σχέσεις μας να δράσουν σαν καθρέφτης σε μια διαδικασία αποκαλυπτική του εαυτού μας, πράγμα που μόνο αυτό μπορεί ξεκαθαρίσει κάθε σύγχυση, διαλέγουμε έναν ιδιαίτερο ‘καθρέφτη’ που ελπίζουμε ότι θα διαλύσει τη σύγχυσή μας. Τώρα: μπορεί οποιαδήποτε ιδιαίτερη αυθεντία να φέρει διαύγεια ή πρέπει να την αναζητήσουμε μόνοι μας; Ένας ειδικός ή κάποια φόρμουλα πιθανόν να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα, αλλά δεν θα είναι αυτογνωσία. Μόνο η αυτογνωσία φέρνει ξεκαθάρισμα, διαλύοντας τη σύγχυση. Η γνώση του εαυτού μαζεύεται μέσα από κάθε σχέση, με τον πιο ταπεινό ή με τον πιο μορφωμένο, αλλά όταν βασιζόμαστε στην αυθεντία προκειμένου να μάθουμε για μας, αφήνουμε απ’ έξω τα πλούτη της ζωής. Τότε δεν μαθαίνουμε, δεν είμαστε ανοιχτοί και ευάλωτοι στα πλούτη της πραγματικότητας».

«Ναι», απάντησε η επισκέπτρια, «καταλαβαίνω τι εννοείτε. Όλοι έχουμε την τάση να δίνουμε σημασία στην αυθεντία και αποκλείουμε τους εαυτούς μας από τις εμπειρίες. Θα έπρεπε κανείς να καλωσορίζει τις εμπειρίες και να προσπαθεί να τις κατανοήσει».

«Δεν μπορείς να κατανοήσεις την εμπειρία χωρίς να κατανοήσεις εκείνον που την βιώνει. Εκείνος που βιώνει την εμπειρία δεν είναι κάτι χωριστό από την εμπειρία· είναι ένα ενιαίο φαινόμενο. Με την κατανόηση εκείνου που βιώνει την εμπειρία, γίνεται κατανοητό όλο το φαινόμενο».

«Τότε, μια άλλη δυσκολία μοιάζει να εμφανίζεται», παρατήρησε η επισκέπτρια, «εκείνη της αντικειμενικότητας. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να δει κανείς την εμπειρία αντικειμενικά, εξωτερικά σε τέτοιο βαθμό που να χάσει κάθε ευαισθησία, να γίνει εσωτερικά νεκρός;»

«Εάν εξετάσουμε αντικειμενικά τις εσωτερικές αντιδράσεις μας προκειμένου να τις κατανοήσουμε, τότε δεν θα χάσουμε την ευαισθησία μας· αντιθέτως θα υπάρξει μεγαλύτερη ενοποίηση όλων κι έτσι θα υπάρξει απλότητα και ευαισθησία στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Αν όμως πάρουμε αντικειμενική στάση για να ξεφύγουμε από τον πόνο, από την κατανόηση, τότε θα γλιστρήσει μέσα μας η αναισθησία· θα κλείσουμε μέσα μας και θ’ ακολουθήσει ο ψυχολογικός θάνατος. Το να έχεις αντικειμενική στάση κι ωστόσο να είσαι υποκειμενικός εσωτερικά έχοντας επίγνωση, είναι δύσκολο. Αυτή η διαδικασία, όμως, είναι ένα είδος διαλογισμού».

«Έχω δοκιμάσει», εξήγησε η επισκέπτρια, «το είδος του διαλογισμού που συστήνετε, μελετώντας, νοιώθοντας την κάθε σκέψη και το κάθε συναίσθημα, και αυτό μοιάζει να φέρνει περισσότερη ελευθερία και κατανόηση. Και έχω δοκιμάσει για κάμποσα χρόνια διάφορα είδη διαλογισμού, προσευχής και λοιπά, αλλά αυτός που συστήνετε έχει υπάρξει πολύ αποκαλυπτικός και διευκρινιστικός. Αγγίζει κανείς μεγαλύτερα βάθη σκέψης και στοργής».

«Ξέρουμε την αγάπη που έχει αντικείμενο, στην οποία υπάρχει εξάρτηση, κτητικότητα, φόβος και λοιπά. Υπάρχει αγάπη που να είναι από μόνη της πλήρης; Υπάρχει και η ύπαρξή της είναι μόνο η ίδια και δεν κουράζεται ποτέ».

Από το βιβλίο του Κρισναμούρτι «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ», που μεταφράζεται αυτόν το καιρό.

Εδώ και καιρό κάνουμε κάθε χρόνο συγκεντρώσεις, σεμινάρια και όλες αυτές τις ηχογραφήσεις και μαγνητοσκοπήσεις. Έχουμε φτάσει πια σ’ ένα σημείο όπου μπορούμε, όχι μόνο να αξιολογήσουμε τι έχουμε καταφέρει, αλλά και να κάνουμε το Βrockwood κάτι περισσότερο από απλό σχολείο. Είναι το μοναδικό Κέντρο στην Ευρώπη που αντιπροσωπεύει τις Διδασκαλίες που είναι ουσιαστικά θρησκευτικές. Πρέπει να γίνει ένα Κέντρο για κείνους που ενδιαφέρονται βαθιά για τις Διδασκαλίες, ένα μέρος όπου μπορούν να μείνουν και να μελετήσουν. Τα πολύ παλιά χρόνια, το ashrama —που σημαίνει απομόνωση— ήταν ένα μέρος όπου έρχονταν οι άνθρωποι για να συγκεντρώσουν την ενέργεια τους, να μείνουν εκεί και να ερευνήσουν πιο βαθιά τις θρησκευτικές απόψεις της ζωής. Τα σημερινά μέρη αυτού του τύπου έχουν γενικά κάποιο είδος αρχηγού, γκουρού, ηγούμενου ή πατριάρχη, που οδηγεί, ερμηνεύει και κυριαρχεί. Το Βrockwood δεν πρέπει να έχει κανένα τέτοιο αρχηγό ή γκουρού, γιατί οι Διδασκαλίες από μόνες τους είναι η έκφραση εκείνης της αλήθειας που οι σοβαροί άνθρωποι πρέπει να βρούνε από μόνοι τους. Η προσωπολατρία δεν έχει καμιά θέση σ’ αυτό. Είναι ένα μέρος που πρέπει να απαιτεί το ξύπνημα εκείνης της νοημοσύνης που έρχεται μαζί με την κατανόηση και την αγάπη… Το Κέντρο Μελέτης θα ανεβάσει, θα εμπλουτίσει, θα φέρει ένα καινούριο άρωμα στο σχολείο.
————————————————————————————-
Έχετε μαζί σας ένα πολύτιμο πετράδι. Το προσέχετε όλη την ώρα αλλιώς θα χαθεί… Όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, ένα Κέντρο Μελέτης είναι αναγκαίο γιατί εκεί είναι το μέρος όπου βρίσκεται ο θησαυρός… Απ’ αυτό το θησαυρό μπορείτε να αντλήσετε. Μπορείτε να αντλήσετε τη δύναμή σας, την ενέργεια σας, την τροφή σας, να τραφείτε κλπ…. Εδώ υπάρχει κάτι που είναι ιερό… κι απ’ αυτό πηγάζουν τα πάντα.
————————————————————————————-
Πρέπει να κρατήσει χίλια χρόνια χωρίς να μολυνθεί, όπως ένα ποτάμι που έχει τη δυνατότητα να καθαρίζει τον εαυτό του, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμιά αυθεντία σε οποιαδήποτε περίπτωση για κείνους που θα μένουν εκεί. Οι Διδασκαλίες από μόνες τους έχουν το κύρος της Αλήθειας.
Πρέπει να υπάρχει κάποιο μέρος εκεί… ένα δωμάτιο όπου θα πηγαίνετε να ησυχάσετε. Εκείνο το δωμάτιο χρησιμοποιείται μόνο γι’ αυτό το σκοπό κι όχι για τίποτε άλλο. Πρέπει να ’ναι σαν μια πηγή που τροφοδοτεί όλο το μέρος… Αυτό πρέπει να ’ναι η κεντρική φλόγα, αυτό το δωμάτιο, απ’ όπου θα καλύπτεται ολόκληρο το πράγμα… Έχει φως, αέρα, αλλά είναι ήσυχο, σιωπηλό… Θα πήγαινα να καθίσω εκεί για δύο λεπτά, για δέκα λεπτά, μισή ώρα και μετά θα ’φευγα. Εκεί δε μελετάτε, δε συζητάτε, δεν υπάρχουν videο. Τίποτα απ’ όλ’ αυτά… Είναι σαν ένα φούρνο που ζεσταίνει όλο το μέρος… Αν δεν υπάρχει αυτό, τότε το Κέντρο γίνεται ένα πέρασμα όπου άνθρωποι πάνε κι έρχονται… δουλειές… διάφορες δραστηριότητες κι όλ’ αυτά.
————————————————————————————-
Το άνθισμα της καλοσύνης δεν είναι ένα ιδανικό που πρέπει να το κυνηγήσουμε ή να το αναζητήσουμε σαν μελλοντικό στόχο. Δε δημιουργούμε μια ουτοπία αλλά αντίθετα έχουμε να κάνουμε με ωμά γεγονότα. Μπορείτε, βέβαια, όλα αυτά να τα μετατρέψετε σε κάτι που πρέπει να κατορθωθεί στο μέλλον — αλλά το μέλλον είναι το παρόν.
————————————————————————————-
Είναι ένα μέρος όπου δε βρίσκεται και συντηρείται κανείς μόνο σωματικά αλλά υπάρχει και μια διαρκής κίνηση μάθησης. Έτσι, ο καθένας γίνεται δάσκαλος και μαθητής. Δεν είναι ένας τόπος για την προσωπική φώτιση κάποιου ή τους προσωπικούς του στόχους ή την εκπλήρωσή του καλλιτεχνικά, θρησκευτικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, αλλά είναι μάλλον ένα μέρος όπου συντρέχει ο ένας τον άλλο και τρέφει ο ένας τον άλλο για ν’ ανθήσει η καλοσύνη.
————————————————————————————-
Πρέπει να υπάρχει απόλυτη ελευθερία από ορθοδοξίες ή παραδοσιακές κινήσεις, απόλυτη ελευθερία από κάθε έννοια εθνικότητας, ρατσιστικές προκαταλήψεις, θρησκευτικά πιστεύω… Αν δεν μπορεί να το κάνει κανείς αυτό με ειλικρίνεια και ακεραιότητα, τότε καλύτερα να μείνει μακριά απ’ αυτό το μέρος.
Αυτό το μέρος πρέπει να ’χει μεγάλη ομορφιά, με δέντρα, πουλιά και ησυχία, γιατί η ομορφιά είναι αλήθεια και η αλήθεια είναι καλοσύνη και αγάπη.. Η εξωτερική ομορφιά, η εξωτερική γαλήνη, η σιωπή, μπορούννα επηρεάσουν την εσωτερική γαλήνη αλλά το περιβάλλον δεν πρέπει, με κανένα τρόπο, να επηρεάσει την εσωτερική ομορφιά. Η ομορφιά μπορεί να υπάρξει μόνο όταν δεν υπάρχει ο εαυτός. Το περιβάλλον, που πρέπει να είναι πραγματικά θαυμάσιο, δεν πρέπει να λειτουργήσει με κανένα τρόπο σαν κάτι που απορροφάει, όπως ένα παιχνίδι το παιδί. Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου παιχνίδια αλλά εσωτερικό βάθος, ουσία και ακεραιότητα που δεν έχει φτιαχτεί από τη σκέψη.
————————————————————————————-
Αυτό το μέρος δεν είναι για ρομαντικούς ή συναισθηματικούς… Απαιτεί ένα γερό μυαλό που δε σημαίνει διανοητική προσέγγιση, αλλά ένα μυαλό που είναι αντικειμενικό και ουσιαστικά ειλικρινές με τον εαυτό του και που έχει ακεραιότητα στο λόγο και στην πράξη.
Αν είστε ευαίσθητος, καταλαβαίνετε ότι εδώ υπάρχει κάτι που είναι διαφορετικό απ’ ό,τι υπάρχει στο σπίτι σας και εντελώς διαφορετικό από το να πηγαίνατε σε κάποια συζήτηση. Τότε αρχίζετε να μελετάτε κι όχι μόνο εσείς αλλά όλοι. οι άνθρωποι που μένουν εδώ μελετάνε, βλέπουν, εξετάζουν. Και το γεγονός ότι όλοι ακούνε πραγματικά με όλο τους το είναι θα δημιουργήσει με φυσικό τρόπο μια θρησκευτική ατμόσφαιρα.
————————————————————————————-
Είναι κάτι τρομερά σοβαρό, παίζεται η ζωή μου σ’ αυτό… Αν πήγαινα εκεί, θα ’θελα αυτά που λέει ο Κ. να είναι μες στο αίμα μου… ώστε να είναι εντελώς ένα με μένα… Μ’ αυτή ακριβώς τη μελέτη των όσων λέει, τα απορροφώ με τους πόρους μου, με τα μάτια μου, με τα αυτιά μου…
————————————————————————————-
Νοημοσύνη μπορεί να υπάρξει μόνο εκεί όπου υπάρχει αγάπη και κατανόηση. Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει νοημοσύνη εκεί όπου το μυαλό είναι διαμορφωμένο κι έχει… αράξει.
————————————————————————————-
Μια συλλογή από μετριότητες δεν αποτελούν θρησκευτικό κέντρο. Ένα θρησκευτικό κέντρο απαιτεί: την πιο υψηλή ποιότητα στα πάντα που κάνει κάποιος, και την πιο υψηλή ικανότητα του μυαλού. Η πραγματική έννοια της μετριότητας είναι ένα αποβλακωμένο βαρύ μυαλό, ναρκωμένο από γνώση.
————————————————————————   Το βάθος μιας ερώτησης φέρνει και τη δική της σωστή απάντηση. Όλα αυτά δεν είναι διανοητική διασκέδαση, κυνήγι θεωριών κλπ. … Τα λόγια είναι πράξη. Αυτά τα δύο δεν πρέπει ποτέ να χωρίζονται. Εκεί όπου τα λόγια είναι πράξη, εκεί υπάρχει ακεραιότητα.
————————————————————————————-
Δεν επιτρέπω ποτέ στον εαυτό μου να παγιδευτεί απ’ όσα λέγονται. Κάνω ερωτήσεις όλη την ώρα… Αν μου φαινόταν η διδασκαλία σωστή, θα ρώταγα: «Γιατί νιώθω ότι είναι σωστή,»… Είμαι ανοιχτός σ’ αυτό ώστε να απλώνεται η νοημοσύνη μου που αρχίζει να ξυπνάει.

Λοιπόν: Πρώτα απ’ όλα δεν υπάρχει μέθοδος. Γιατί
οποιαδήποτε μέθοδος, επανάληψη, συνήθεια ή σύστημα,
στην ουσία ανήκουν στη γωνίτσα αυτού του χώρου.
(Ταξιδεύουμε μαζί, κάνουμε μαζί αυτό το ταξίδι ή μένετε
πίσω;) Το πρώτο πράγμα που πρέπει να δει κανείς είναι
ότι η ύπαρξη της γωνίτσας είναι γεγονός και να συνειδητοποιήσει
ποιες είναι οι απαιτήσεις της. Μετά μπορούμε
να κάνουμε την ερώτηση: «Πώς μπορούμε να κάνουμε
όλον αυτό το χώρο ολοκληρωτικά ευαίσθητο;» γιατί σ’
αυτό βρίσκεται η μόνη πραγματική επανάσταση. Όταν
υπάρχει ολοκληρωτική ευαισθησία σε όλο το νου, τότε
και ό,τι κάνουμε θα είναι διαφορετικό» η σκέψη και τα
συναισθήματά μας θα ανήκουν σε μια ολότελα διαφορετική
διάσταση. Αλλά δεν υπάρχει μέθοδος. Μην πείτε:
«Πώς θα φτάσω εκεί, πώς θα το πετύχω, πώς θα γίνω
ευαίσθητος;» — δεν μπορείς να πας στο πανεπιστήμιο
για να γίνεις ευαίσθητος, δεν μπορείς να το διαβάσεις σε
βιβλία ή να σου πουν τι να κάνεις για να γίνεις ευαίσθητος.
Αυτά είναι που κάνετε μέσα σε μια γωνία μόνο απ’όλο το χώρο και σας μετατρέπουν σε όλο και πιο αναίσθητους,
κάτι που μπορεί να το δει κανείς μέσα στην καθημερινή
σας ζωή, με την αναισθησία που υπάρχει σ’ αυτήν,
την κτηνωδία και τη βιαιότητα. (Δεν ξέρω αν έχετε
δει στα περιοδικά φωτογραφίες με πληγωμένους στρατιώτες
από κάποιον πόλεμο που γίνεται στον κόσμο. Μπορεί
να τις έχετε δει και να είπατε: «Λυπάμαι πολύ», αλλά
δεν έχει συμβεί σε σας ούτε στην οικογένειά σας ούτε στο
γιο σας.) Έτσι γινόμαστε αναίσθητοι γιατί λειτουργούμε,
ζούμε, μέσα από μια ασήμαντη γωνίτσα ενός διαστρεβλωμένου
χώρου.
Δεν υπάρχει μέθοδος. Συνειδητοποιήστε το αυτό, σας
παρακαλώ, γιατί, όταν το συνειδητοποιήσετε, θα είστε
ελεύθεροι από το τεράστιο βάρος της αυθεντίας και ελεύθεροι
από το παρελθόν. Δεν ξέρω αν το βλέπετε αυτό.
Το παρελθόν εμπλέκεται στον πολιτισμό μας που τον θεωρούμε
υπέροχο — η παράδοση, τα πιστεύω, οι αναμνήσεις
και ο σεβασμός σ’ αυτόν. Όλ ’ αυτά παραμερίζονται
εντελώς, για πάντα, όταν συνειδητοποιήσεις ότι δεν
υπάρχει κανενός είδους μέθοδος που να μπορεί να σ’
ελευθερώσει από «τη γωνίτσα», αλλά ότι θα πρέπει να
μάθεις τα πάντα για τη «γωνίτσα». Τότε ελευθερώνεσαι
από το φορτίο που σε κάνει αναίσθητο. Οι στρατιώτες εκπαιδεύονται
να σκοτώνουν, εξασκούνται καθημερινά, τη
μια μέρα μετά την άλλη, αλύπητα, έτσι που να μη μείνει
μέσα τους κανένα ανθρώπινο συναίσθημα. Και κάτι ανάλογο
υφίσταται ο καθένας από μας κάθε μέρα, όλη την
ώρα, από τις εφημερίδες, από την τηλεόραση, από τους
πολιτικούς αρχηγούς, από τους γκουρού, από τον πάπα,
από τους αρχιεπισκόπους, παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τώρα, αφού δεν υπάρχει μέθοδος, τι μένει να κάνεικανείς; Η μέθοδος προϋποθέτει: εξάσκηση- εξάρτηση» «η μέθοδός σου και η μέθοδός μου»- «το μονοπάτι εκείνου
και το μονοπάτι του άλλου»- «ο γκουρού μου που ξέρει
καλύτερα»- «αυτός ο γκουρού είναι κάλπικος, ενώ ο άλλος
γκουρού δεν είναι.» Αλλά, ξέρετε, όλοι οι γκουρού
είναι απατηλοί είτε είναι Θιβετιανοί λάμα ή καθολικοί ή
ινδουιστές, αυτό μπορείτε να το πάρετε ως δεδομένο από
την αρχή — όλοι τους είναι απατηλοί γιατί εξακολουθούν
να λειτουργούν σ’ ένα πολύ μικρό κομμάτι ενός χώρου
που το έχουν φτύσει, το έχουν τσαλαπατήσει και το
έχουν καταστρέφει.
Τι μένει να κάνει κανείς; Καταλαβαίνετε τώρα την
ερώτησή μου; Το πρόβλημα είναι το εξής: Δεν γνωρίζουμε
το βάθος και την τεράστια έκταση του νου. Μπορεί να
διαβάσει κανείς γ ι’ αυτό, μπορεί να διαβάσει τους μοντέρνους
ψυχολόγους ή τους αρχαίους διδασκάλους που έχουν
μιλήσει γ ι’ αυτό — μην τους εμπιστεύεστε γιατί πρέπει
από μόνοι σας να το ανακαλύψετε κι όχι σύμφωνα με το
τι λέει κάποιος άλλος. Δεν τον γνωρίζουμε — το νου —
δεν τον γνωρίζετε, έτσι δεν μπορείτε να έχετε οποιαδήπο-
τε γενική ιδέα γ ι’ αυτόν. Καταλαβαίνετε τι λέμε; Δεν
μπορείτε να έχετε οποιεσδήποτε ιδέες, απόψεις, οποιαδή-
ποτε γνώση γ ι’ αυτόν. Έτσι είστε ελεύθεροι από κάθε εικασία,
από κάθε θεολογία.
Για άλλη μια φορά λοιπόν: Τι μένει να κάνει κανείς;
Το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να δει. Να δει τη γωνιά,
το σπιτάκι που έχει χτίσει στη γωνιά μιας τεράστιας,
μιας απέραντης πεδιάδας και ζει εκεί, πολεμάει, τσακώνεται,
εξελίσσεται — τα ξέρετε όλ’ αυτά που συμβαίνουν —
ε, δείτε τα. Και γ ι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσει
κανείς τι σημαίνει να δεις, γιατί από τη στιγμή
που υπάρχει σύγκρουση, ανήκεις σ’ αυτή την απομονωμένη γωνιά. Όταν βλέπεις, δεν υπάρχει σύγκρουση. Γι’
αυτό πρέπει κανείς να μάθει από την αρχή — όχι, όχι
από την αρχή, αλλά τώρα — να κοιτάζει. Ό χ ι αύριο,
γιατί δεν υπάρχει αύριο — το «αύριο» είναι επινόηση της
αναζήτησης ευχαρίστησης ή του φόβου ή του πόνου. Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει, ψυχολογικά, το αύριο, αλλά
ο εγκέφαλος, ο νους, έχουν επινοήσει τον ψυχολογικό
χρόνο αλλά αυτό θα το εξετάσουμε αργότερα.
Εκείνο, λοιπόν, που πρέπει να κάνει κανείς είναι να
δει. Δεν μπορείς να δεις, αν δεν είσαι ευαίσθητος και δεν
είσαι ευαίσθητος όταν υπάρχει εικόνα ανάμεσα σε σένα
και σ’ αυτό που κοιτάς. Καταλαβαίνετε; Εκείνο, λοιπόν,
που σε κάνει να δεις, είναι η αγάπη. Ξέρετε τι ευαισθητοποιεί
το σύνολο του νου; Μόνο η αγάπη. Μπορείς να μάθεις
μια τεχνική και μαζί ν’ αγαπάς, αλλά, αν έχεις τεχνική
και δεν έχεις αγάπη, καταστρέφεις την ανθρωπότητα.
Παρατηρήστε το αληθινά μέσα σας, κύριοι, εμβαθύνε-
τε αληθινά στον ίδιο σας το νου και στην καρδιά και θα
το δείτε από μόνοι σας. Να βλέπεις, να παρατηρείς, ν’
ακούς, είναι ό,τι πιο σημαντικό μπορεί να κάνει κανείς,
και δεν μπορείς να δεις αν κοιτάζεις μέσα απ’ αυτή τη μικρή
γωνιά, δεν μπορείς να δεις τι συμβαίνει στην ανθρωπότητα,
να δεις την απελπισία, το φόβο, την οδυνηρή μοναξιά,
τα δάκρυα των μανάδων, των συζύγων, των εραστών,
για όλους τους δικούς τους που σκοτώθηκαν. Αλλά
πρέπει να τα δεις όλ’ αυτά, όχι συναισθηματικά, όχι μελοδραματικά,
όχι λέγοντας: «Ναι! Είμαι εναντίον του πολέμου» ή «είμαι υπέρ του πολέμου», γιατί αυτοί οι συναισθηματισμοί και οι μελοδραματισμοί είναι· από τα πιο καταστροφικά πράγματα — αποφεύγεις τα γεγονότα κι έτσι αποφεύγεις αυτό που συμβαίνει. Εκείνο, λοιπόν, που
είναι το σημαντικότερο όλων είναι να βλέπεις. Να βλέπεις σημαίνει κατανόηση- δεν μπορείς να κατανοήσεις με το μυαλό, με τη νόηση ή δεν μπορείς να κατανοήσεις
βλέποντας μέσα από ένα κομμάτι. Υπάρχει κατανόηση
μόνο όταν ο νους είναι ολοκληρωτικά ήσυχος, που σημαίνει
όταν δεν υπάρχει εικόνα.
Όταν βλέπεις, καταστρέφονται όλα τα εμπόδια. Κοιτάξτε,
κύριοι, όσο θα υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε
σας και στο δέντρο, ανάμεσα σε σας και σε μένα και ανάμεσα
σε σας και στο γείτονα σας (αυτός «ο γείτονας»
μπορεί να είναι χιλιάδες μίλια μακριά ή στη διπλανή
πόρτα), θα υπάρχει σύγκρουση. Διαχωρισμός σημαίνει
σύγκρουση, είναι πολύ απλό. Και ζούμε μέσα στη σύγκρουση,
έχουμε συνηθίσει να ζούμε μέσα στη σύγκρουση
και στο διαχωρισμό. Οι Ινδίες αντιμετωπίζονται ως μία
ξεχωριστή μονάδα — γεωγραφική, πολιτική, οικονομική,
κοινωνική, πολιτιστική — και το ίδιο ισχύει για την
Ευρώπη και την Αμερική και τη Ρωσία: είναι ξεχωριστές
μονάδες, η μια είναι εναντίον της άλλης και όλος αυτός ο
διαχωρισμός θρέφει αναπόφευκτα τον πόλεμο. Αυτό δεν
σημαίνει ούτε ότι όλοι πρέπει να συμφωνούμε, αλλά ούτε
και ότι όταν διαφωνούμε πρέπει να πολεμάμε ο ένας τον
άλλο- άλλωστε, όταν βλέπει κανείς τα πράγματα όπως
είναι, δεν υπάρχει κανενός είδους διαφωνία ή συμφωνία.
Μόνο όταν έχεις διάφορες απόψεις γ ι’ αυτό που βλέπεις
υπάρχει διαφωνία και επομένως διαχωρισμός. Όταν εσύ
κι εγώ δούμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι το φεγγάρι,
τότε δεν υπάρχει διαφωνία, είναι το φεγγάρι. Αλλά αν
εσύ νομίζεις ότι είναι το ένα κι εγώ νομίζω ότι είναι το
άλλο, τότε θα υπάρξει διαίρεση κι επομένως σύγκρουση.
Έτσι στο κοίταγμα κάποιου δέντρου, όταν το κοιτάς
αληθινά, δεν υπάρχει διαίρεση ανάμεσα σε σένα και στο
δέντρο, δεν υπάρχει παρατηρητής που κοιτάζει το δέντρο.Κάποια μέρα μιλούσαμε μ’ έναν πολύ μορφωμένο γιατρό,
που είχε πάρει ένα ναρκωτικό που λεγόταν L.S.D. —
μια πολύ μικρή δόση — έχοντας δύο γιατρούς κοντά του
κι ένα μαγνητόφωνο το οποίο έγραφε αυτά που έλεγε.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα κοίταξε το βάζο με τα
λουλούδια που ήταν μπροστά του πάνω στο τραπέζι κι
ανάμεσα σ’ εκείνα τα λουλούδια και στον ίδιο δεν υπήρχε
απόσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ταύτισε τον εαυτό του
με τα λουλούδια, αλλά ότι δεν υπήρχε απόσταση, που
σημαίνει ότι δεν υπήρχε ο παρατηρητής. Δεν υποστηρίζουμε
ότι πρέπει να πάρετε L.S.D., γιατί έχει τις δικές
του βλαβερές για τον οργανισμό συνέπειες- κι ακόμα,
όταν παίρνεις τέτοια πράγματα, γίνεσαι σκλάβος τους.
Υπάρχει, όμως, ένας πολύ πιο απλός, πιο άμεσος, πιο
φυσικός τρόπος, που είναι να παρατηρείς μόνος σου ένα
δέντρο, ένα λουλούδι, το πρόσωπο ενός ανθρώπου, να
κοιτάς οποιοδήποτε απ’ όλα αυτά και να δεις ότι η απόσταση
ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτά είναι ανύπαρκτη. Και
μπορείς να κοιτάξεις μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν υπάρχει
αγάπη — αυτή η λέξη που είναι τόσο πολύ κακομεταχειρισμένη.
Δεν πρόκειται να εξετάσουμε το θέμα της αγάπης προς
το παρόν, αλλά όταν έχεις αυτή την αίσθηση της πραγματικής
παρατήρησης, την αίσθηση ότι βλέπεις πραγματικά,
τότε αυτό το κοίταγμα φέρνει μαζί του εκείνη την εκπληκτική
εξαφάνιση χρόνου και χώρου που εμφανίζεται
όταν υπάρχει αγάπη. Και δεν μπορείς να έχεις αγάπη
μέσα σου αν δεν εκτιμάς την ομορφιά. Μπορεί να μιλάς
για την ομορφιά, να γράφεις, να ζωγραφίζεις, αλλά, αν
δεν έχεις μέσα σου αγάπη, τίποτα δεν είναι όμορφο. Το
να μην έχεις μέσα σου αγάπη σημαίνει ότι δεν είσαι ολοκληρωτικά
ευαίσθητος. Και αν δεν είσαι ολοκληρωτικά ευαίσθητος, εκφυλίζεσαι. Αυτή εδώ η χώρα εκφυλίζεται.
Μην πείτε: «Γιατί, δεν υπάρχουν και άλλες χώρες που
εκφυλίζονται;» Φυσικά και υπάρχουν, αλλά αυτό δεν αλλάζει
ότι εσείς εκφυλίζεστε. Παρ’ όλο που τεχνικά μπορεί
να είσαι ένας εκπληκτικά καλός μηχανικός, ένας θαυμάσιος
δικηγόρος ή τεχνίτης, να παίζεις στα δάχτυλα τους
υπολογιστές, εκφυλίζεσαι γιατί δεν είσαι ευαίσθητος σε
όλη τη διαδικασία της ζωής.
Τότε το βασικό μας πρόβλημα δεν είναι πώς να σταματήσουμε
τους πολέμους, ούτε ποιος θεός είναι καλύτερος
από τους άλλους θεούς ούτε ποιο πολιτικό ή οικονομικό
σύστημα είναι καλύτερο ούτε ποιο κόμμα αξίζει να
ψηφίσουμε (έτσι και αλλιώς όλα είναι ανέντιμα), αλλά
το πιο βασικό πρόβλημα για τα ανθρώπινα πλάσματα είτε
ζουν στην Αμερική είτε στις Ινδίες, στη Ρωσία ή οπουδήποτε
αλλού, είναι να ελευθερωθούν από τη «γωνίτσα».
Και αυτή η γωνίτσα είναι ο εαυτός μας, αυτή η γωνίτσα
είναι ο μικρός ασήμαντος νους σας. Φτιάξαμε αυτή τη
γωνίτσα, γιατί ο μικρός νους τού καθενός μας είναι ένα
κομματάκι κι έτσι είναι ανίκανος να είναι ευαίσθητος στο
όλο’ θέλουμε να κάνουμε αυτό το μικρό μέρος ασφαλές,
ειρηνικό, ήσυχο, να προσφέρει ικανοποίηση, ευχαρίστηση
οπότε αποφεύγουμε κάθε είδους πόνο γιατί, βασικά, ανα-
ζητάμε την ευχαρίστηση. Και αν έχετε ερευνήσει την ευχαρίστηση,
την προσωπική σας ευχαρίστηση, αν την έχετε
παρατηρήσει, αν την έχετε προσέξει, αν έχετε εμβαθύ-
νει σ’ αυτήν, θα έχετε δει ότι εκεί όπου υπάρχει ευχαρίστηση,
υπάρχει πόνος. Δεν μπορείτε να έχετε το ένα χω ρίς
το άλλο’ και καθώς αναζητάμε πάντα όλο και περισσότερη
ευχαρίστηση, προσκαλούμε όλο και περισσότερο
πόνο. Και πάνω εκεί έχουμε χτίσει αυτό το κομμάτι που
αποκαλούμε ανθρώπινη ζωή. Να βλέπεις σημαίνει να έχεις ενδόμυχη επαφή μ’ αυτό και δεν μπορείς να έχεις ενδόμυχη, πραγματική επαφή μ’ αυτό, αν έχεις ιδέες, π ιστεύω,
δόγματα και απόψεις.
Αυτό, λοιπόν, που είναι σημαντικό δεν είναι να μαθαίνεις,
αλλά να βλέπεις και ν’ ακούς. Ν’ ακούς τα πουλιά,
ν’ ακούς τη φωνή της γυναίκας σου, όσο κι αν είναι
εκνευριστική, ωραία ή άσχημη, να την ακούς και ν’ ακούς
και τη δική σου, όσο ωραία ή άσχημη ή ανυπόμονη μπορεί
να είναι. Τότε, ακούγοντας μ’ αυτό τον τρόπο, θα
ανακαλύψεις ότι κάθε διαχωρισμός ανάμεσα στον παρατηρητή
και στο παρατηρούμενο φτάνει σ’ ένα τέλος. Οπότε
δεν υπάρχει σύγκρουση και παρατηρείς τόσο προσεκτικά
που η ίδια αυτή η παρατήρηση είναι πειθαρχία- δεν χρειάζεται
να επιβάλεις κάποια πειθαρχία. Και αυτή είναι η
ομορφιά, κύριοι (αν μπορούσατε μόνο να το συνειδητοποιήσετε),
αυτή είναι η ομορφιά τού να βλέπεις. Αν μπορείς
να δεις, δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις, γιατί σ’
αυτό το κοίταγμα βρίσκεται όλη η πειθαρχία, όλη η αρετή,
που είναι προσοχή. Και σ’ αυτό το κοίταγμα υπάρχει
όλη η ομορφιά και με την ομορφιά υπάρχει αγάπη.
Τότε, όπου υπάρχει αγάπη, δεν χρειάζεται να κάνεις τ ίποτα
παραπάνω. Τότε, όπου και να είσαι, βρίσκεσαι στον
παράδεισο- τότε κάθε αναζήτηση φτάνει στο τέλος.
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 57 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: