Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘«Το ξύπνημα της Νοημοσύνης»’ Category

Αποτέλεσμα εικόνας για κρισναμουρτι
Κρισναμούρτι: Μπορεί ο νους να ησυχάσει; Δεν ξέρω τι πρόκειται να κάνετε όταν δείτε το πρόβλημα, όταν δείτε την αναγκαιότητα, την αλήθεια της σημασίας να έχει κανείς αυτό τον οξύ, λεπτό νου, που είναι απόλυτα ήσυχος. Πώς θα συμβεί κάτι τέτοιο; Αυτό είναι το πρόβλημα που υπάρχει στο διαλογισμό, γιατί μόνο ένας τέτοιος νους είναι θρησκευόμενος νους. Μόνο ένας τέτοιος νους βλέπει όλη τη ζωή ως μία ενότητα, ως μία ενοποιημένη κίνηση, αδιάσπαστη. Επομένως, ένας τέτοιος νους δρα συνολικά και όχι αποσπασματικά, γιατί δρα μέσ’ από πλήρη ακινησία.
Το θεμέλιο είναι μια ζωή ακέραιων σχέσεων, μια ζωή που έχει τάξη και επομένως αρετή, μια ζωή που εσωτερικά είναι εξαιρετικά απλή και επομένως είναι αυστηρή στο σύνολό της, με την αυστηρότητα της βαθιάς απλότητας, που σημαίνει ότι ο νους δεν βρίσκεται σε σύγκρουση. Όταν έχεις βάλει ετούτο το θεμέλιο εύκολα, χωρίς καμιά προσπάθεια — γιατί από τη στιγμή που μπαίνει προσπάθεια υπάρχει σύγκρουση — βλέπεις την αλήθεια αυτού του πράγματος. Επομένως, τη ριζική αλλαγή τη φέρνει το να αντιληφθείς απλώς «αυτό που συμβαίνει».
Μόνο ο ακίνητος νους είναι εκείνος που μπορεί να κατανοήσει ότι μέσα σ’ έναν ήσυχο νου υπάρχει μια κίνηση που είναι εντελώς διαφορετική, που ανήκει σε μία άλλη διάσταση, που είναι μιας διαφορετικής ποιότητας, που δεν μπορεί ποτέ να ειπωθεί με λόγια, γιατί δεν μπορεί να περιγράφει. Εκείνο που μπορεί να περιγράφει είναι ό,τι εμφανίζεται μέχρι αυτό εδώ το σημείο, το σημείο δηλαδή που έχεις βάλει το θεμέλιο και έχεις δει την αναγκαιότητα, την αλήθεια και την ομορφιά ενός ακίνητου νου.
Για τους περισσότερους από μας, η ομορφιά βρίσκεται σε κάτι’ σ’ ένα οικοδόμημα, σ’ ένα σύννεφο, στο σχήμα ενός δέντρου, σ’ ένα όμορφο πρόσωπο. Η ομορφιά, όμως, βρίσκεται «εκεί έξω», ή είναι ποιότητα ενός νου που δεν έχει καμιά εγωκεντρική δραστηριότητα; Γιατί, όπως και για τη χαρά, η κατανόηση της ομορφιάς είναι κάτι ουσιαστικό στο διαλογισμό. Ομορφιά είναι πραγματικά η ολοκληρωτική εγκατάλειψη του «εγώ» και τότε, τα μάτια που έχουν εγκαταλείψει το «εγώ» μπορούν να δουν τα δέντρα, όλη τους την ομορφιά και το κάλλος του σύννεφου- αυτό συμβαίνει όταν δεν υπάρχει το κέντρο του «εγώ». Μπορεί να συμβεί στον καθένα μας, έτσι δεν είναι; Τη στιγμή που βλέπεις ένα υπέροχο βουνό, όταν το αντικρίζεις ξαφνικά, εκεί μπροστά σου! Τα πάντα παραμερίζονται, εκτός από τη μεγαλοπρέπεια αυτού του βουνού. Αυτό το βουνό, αυτό το δέντρο, σε απορροφούν ολοκληρωτικά. Όλη η ιστορία είναι όπως γίνεται μ’ ένα παιδί κι ένα παιχνίδι: το παιχνίδι απορροφά το παιδί κι όταν το παιχνίδι σπάσει, το παιδί επιστρέφει πάλι σ’ οτιδήποτε έκανε, στις σκανταλιές του, στο κλάμα του… Το ίδιο γίνεται και μ’ εμάς: όταν δεις το βουνό ή ένα μοναχικό δέντρο πάνω στην κορφή του λόφου, σε απορροφά. Και θέλουμε κι εμείς ν’ απορροφηθούμε από κάτι, από μια ιδέα, από μια δουλειά, από κάποια υπόσχεση, από κάποια πίστη, ή θέλουμε ν’ απορροφηθούμε από κάποιον άλλον, πράγμα που είναι όπως το παιδί με το παιχνίδι του.
Ομορφιά λοιπόν σημαίνει ευαισθησία, ένα σώμα που είναι ευαίσθητο, που σημαίνει σωστή διατροφή, σωστό τρόπο ζωής, τρία πράγματα που τα έχετε, αν είσαστε στο σημείο που λέμε. (Ελπίζω ότι θα βρεθείτε ή ότι πηγαίνετε προς τα κει τώρα.) Τότε ο νους αναπόφευκτα και αβίαστα, ασυνείδητα, γίνεται ήσυχος. Δεν μπορείς να ησυχάσεις εσύ το νου σου, γιατί εσύ είσαι αυτός που φτιάχνει την αταξία, εσύ ο ίδιος είσαι διαταραγμένος, ανήσυχος, μπερδεμένος, οπότε πώς τότε μπορείς να κάνεις το νου σου να ησυχάσει; Αλλά όταν κατανοήσεις τι σημαίνει ηρεμία, όταν κατανοήσεις τι σημαίνει να είσαι μπερδεμένος, τι σημαίνει θλίψη και αν μπορεί ποτέ η θλίψη να τελειώσει και κατανοήσεις και την ευχαρίστηση, τότε μέσ’ απ’ αυτή την κατανόηση εμφανίζεται ένας εξαιρετικά ήσυχος νους’ δεν χρειάζεται να τον αναζητήσεις. Πρέπει να ξεκινήσεις από την αρχή και το πρώτο βήμα είναι το τελευταίο βήμα και αυτό είναι διαλογισμός.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Στον παραλληλισμό σας του βουνού, των λόφων και του ωραίου ουρανού, κάνετε ένα λάθος γιατί το ανάλογο για τους ανθρώπους εδώ (Εννοεί την πόλη της Νέας Υόρκης όπου γίνεται η ομιλία) δεν είναι αυτό, είναι η βρώμα της πόλης.
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Σωστά, πάρτε αυτό που λέτε, το ανάλογο της βρώμας των δρόμων της Νέας Υόρκης, της αθλιότητας, της φτώχιας, των γκέτο, των πολέμων για τους οποίους ο καθένας μας έχει συμβάλει. Δεν μπορείτε να τα νιώσετε, γιατί έχετε ξεχωρίσει τον εαυτό σας, έχετε απομονωθεί κι έτσι, μην έχοντας σχέση με τους άλλους, είστε χαλασμένοι μέσα σας κι αυτό το χαλασμένο το αφήνετε ν’ απλωθεί σ’ όλο τον κόσμο. Να γιατί αυτό το χαλασμένο, αυτή η μόλυνση, αυτοί οι πόλεμοι, αυτό το μίσος δεν μπορούν να σταματήσουν από ένα πολιτικό ή θρησκευτικό σύστημα ή από κάποια οργάνωση. Εσείς πρέπει ν’ αλλάξετε. Δεν το βλέπετε αυτό; Πρέπει να σταματήσετε εντελώς να είσαστε αυτό που είσαστε. Όχι με την επιβολή της θέλησης. Ο διαλογισμός για τον οποίο συζητούσαμε είναι το άδειασμα του νου από τη θέληση, οπότε εμφανίζεται ένα εντελώς διαφορετικό είδος δράσης.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Αν μπορεί κανείς να έχει το προνόμιο να έχει ολοκληρωτική επίγνωση, πώς θα μπορούσε να βοηθήσει εκείνους που είναι διαμορφωμένοι, που έχουν μεγάλη πικρία μέσα τους;
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Γιατί, αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω, χρησιμοποιείτε τη λέξη προνόμιο; Τι το ιερό ή προνομιούχο υπάρχει στο να έχει κανείς επίγνωση; Το να έχεις επίγνωση, είναι κάτι φυσικό, έτσι δεν είναι; Αν έχεις επίγνωση της διαμόρφωσής σου, της αναταραχής, της βρωμιάς, της αθλιότητας, των πολέμων, του μίσους, αν έχεις επίγνωση όλων αυτών, τότε μπορείς να εδραιώσεις μια εντελώς ολοκληρωμένη σχέση με κάποιον άλλον, τόσο πλήρη ώστε να έχεις σχέση και με όλα τ’ άλλα ανθρώπινα πλάσματα στον κόσμο. Το καταλαβαίνετε αυτό; Αν έχω μια πλήρη, ακέραιη σχέση με κάποιον
— όχι σαν ιδέα ή σαν εικόνα — τότε έχω σχέση με κάθε ανθρώπινο πλάσμα στον κόσμο. Τότε θα φροντίζω να μην πληγώσω κανέναν — ας πληγώνονται εκείνοι. Τότε πήγαινε και κήρυξέ τα, μίλα γι’ αυτά — αλλά χωρίς την επιθυμία να βοηθήσεις τους άλλους, καταλαβαίνετε; Αυτό το «θέλω να βοηθήσω τους άλλους», είναι το πιο φριχτό πράγμα που μπορεί να πει κανείς. Και ποιος είσαι εσύ — συμπεριλαμβανομένου και του ομιλητή — που θα βοηθήσεις τους άλλους;
Βλέπετε, κύριε, η ομορφιά του δέντρου ή του λουλουδιού δεν θέλει να σε βοηθήσει, είναι απλώς εκεί’ από σένα εξαρτάται να κοιτάξεις την αθλιότητα ή την ομορφιά. Και αν είσαι ανίκανος να την κοιτάξεις, τότε να βρεις γιατί έχεις γίνει τόσο αδιάφορος, τόσο αναίσθητος, τόσο ρηχός και άδειος. Αν το βρεις αυτό, τότε θα βρεθείς σε μια κατάσταση όπου τα νερά της ζωής κυλάνε και δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα εσύ.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο να βλέπεις τα πράγματα ακριβώς όπως είναι και της συνείδησης;
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Τη συνείδηση τη γνωρίζεις μόνο από το περιεχόμενό της και το περιεχόμενό της είναι ό,τι συμβαίνει στην ανθρωπότητα, της οποίας είσαι μέρος. Το ν’ αδειάσεις όλο αυτό δεν είναι να μην έχεις συνείδηση, αλλά να βρεθείς σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Δεν μπορείς να κάνεις υποθέσεις γι’ αυτήν τη διάσταση
— αυτό άφησέ το στους επιστήμονες και στους φιλοσόφους. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι ν’ ανακαλύψουμε αν είναι δυνατό να απαλλάξουμε το νου από τη διαμόρφωσή του, με το να έχουμε επίγνωση και με το να είμαστε ολοκληρωτικά προσεκτικοί
.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Προσωπικά δεν ξέρω τι είναι αγάπη η τι είναι αλήθεια ή τι είναι Θεός, αλλά τα περιγράφατε λέγοντας: «Η αγάπη είναι ο Θεός» αντί να πείτε «Η αγάπη είναι αγάπη». Μπορείτε να εξηγήσετε γιατί λέτε «Η αγάπη είναι ο Θεός»;
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Δεν σας είπα ότι η αγάπη είναι ο Θεός.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Διάβασα σ’ ένα από τα βιβλία σας…
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Συγγνώμη, αλλά μη διαβάζετε βιβλία! (Γέλια) Αυτή η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί πάρα πολύ και είναι πολύ φορτωμένη με την ανθρώπινη απελπισία και ελπίδα. Εσείς έχετε το δικό σας Θεό, οι κομούνιστες έχουν το δικό τους Θεό. Ανακαλύψτε λοιπόν, αν μου επιτρέπετε να προτείνω κάτι, τι είναι η αγάπη. Μπορείτε να ανακαλύψετε τι είναι αγάπη, μόνο γνωρίζοντας τι δεν είναι. Όχι γνωρίζοντάς το λογικά, αλλά βάζοντας στην άκρη στ’ αλήθεια στην καθημερινή ζωή ό,τι δεν είναι: τη ζήλια, τη φιλοδοξία, την απληστία, όλες τις διαιρέσεις που υπάρχουν στη ζωή, το εγώ και το εσύ, το εμείς κι αυτοί, το μαύρο και το άσπρο. Δυστυχώς δεν θα το κάνετε, γιατί κάτι τέτοιο χρειάζεται ενέργεια και η ενέργεια έρχεται μόνο όταν παρατηρείς εκείνο που όντως είναι και δεν το βάζεις στα πόδια. Όταν δεις αληθινά κάτι όπως είναι, τότε παρατηρώντας το έχεις την ενέργεια να πας πέρα απ’ αυτό. Δεν μπορείς να πας πέρα απ’ αυτό, αν προσπαθείς να του ξεφύγεις, να το ερμηνεύσεις ή να το ξεπεράσεις. Απλώς παρατηρήστε αληθινά αυτό που είναι και τότε θα έχετε άφθονη ενέργεια, τότε μπορείτε ν’ ανακαλύψετε τι ναι αγάπη. Η αγάπη δεν είναι ευχαρίστηση και ξέρετε τι σημαίνει να το ανακαλύψεις αληθινά αυτό, μέσα σου, από μόνος σου; Σημαίνει πως δεν υπάρχει φόβος, πως δεν υπάρχει προσκόλληση, δεν υπάρχει εξάρτηση, αλλά μια σχέση στην οποία δεν υπάρχει διαίρεση.

Read Full Post »

Λοιπόν: Πρώτα απ’ όλα δεν υπάρχει μέθοδος. Γιατί
οποιαδήποτε μέθοδος, επανάληψη, συνήθεια ή σύστημα,
στην ουσία ανήκουν στη γωνίτσα αυτού του χώρου.
(Ταξιδεύουμε μαζί, κάνουμε μαζί αυτό το ταξίδι ή μένετε
πίσω;) Το πρώτο πράγμα που πρέπει να δει κανείς είναι
ότι η ύπαρξη της γωνίτσας είναι γεγονός και να συνειδητοποιήσει
ποιες είναι οι απαιτήσεις της. Μετά μπορούμε
να κάνουμε την ερώτηση: «Πώς μπορούμε να κάνουμε
όλον αυτό το χώρο ολοκληρωτικά ευαίσθητο;» γιατί σ’
αυτό βρίσκεται η μόνη πραγματική επανάσταση. Όταν
υπάρχει ολοκληρωτική ευαισθησία σε όλο το νου, τότε
και ό,τι κάνουμε θα είναι διαφορετικό» η σκέψη και τα
συναισθήματά μας θα ανήκουν σε μια ολότελα διαφορετική
διάσταση. Αλλά δεν υπάρχει μέθοδος. Μην πείτε:
«Πώς θα φτάσω εκεί, πώς θα το πετύχω, πώς θα γίνω
ευαίσθητος;» — δεν μπορείς να πας στο πανεπιστήμιο
για να γίνεις ευαίσθητος, δεν μπορείς να το διαβάσεις σε
βιβλία ή να σου πουν τι να κάνεις για να γίνεις ευαίσθητος.
Αυτά είναι που κάνετε μέσα σε μια γωνία μόνο απ’όλο το χώρο και σας μετατρέπουν σε όλο και πιο αναίσθητους,
κάτι που μπορεί να το δει κανείς μέσα στην καθημερινή
σας ζωή, με την αναισθησία που υπάρχει σ’ αυτήν,
την κτηνωδία και τη βιαιότητα. (Δεν ξέρω αν έχετε
δει στα περιοδικά φωτογραφίες με πληγωμένους στρατιώτες
από κάποιον πόλεμο που γίνεται στον κόσμο. Μπορεί
να τις έχετε δει και να είπατε: «Λυπάμαι πολύ», αλλά
δεν έχει συμβεί σε σας ούτε στην οικογένειά σας ούτε στο
γιο σας.) Έτσι γινόμαστε αναίσθητοι γιατί λειτουργούμε,
ζούμε, μέσα από μια ασήμαντη γωνίτσα ενός διαστρεβλωμένου
χώρου.
Δεν υπάρχει μέθοδος. Συνειδητοποιήστε το αυτό, σας
παρακαλώ, γιατί, όταν το συνειδητοποιήσετε, θα είστε
ελεύθεροι από το τεράστιο βάρος της αυθεντίας και ελεύθεροι
από το παρελθόν. Δεν ξέρω αν το βλέπετε αυτό.
Το παρελθόν εμπλέκεται στον πολιτισμό μας που τον θεωρούμε
υπέροχο — η παράδοση, τα πιστεύω, οι αναμνήσεις
και ο σεβασμός σ’ αυτόν. Όλ ’ αυτά παραμερίζονται
εντελώς, για πάντα, όταν συνειδητοποιήσεις ότι δεν
υπάρχει κανενός είδους μέθοδος που να μπορεί να σ’
ελευθερώσει από «τη γωνίτσα», αλλά ότι θα πρέπει να
μάθεις τα πάντα για τη «γωνίτσα». Τότε ελευθερώνεσαι
από το φορτίο που σε κάνει αναίσθητο. Οι στρατιώτες εκπαιδεύονται
να σκοτώνουν, εξασκούνται καθημερινά, τη
μια μέρα μετά την άλλη, αλύπητα, έτσι που να μη μείνει
μέσα τους κανένα ανθρώπινο συναίσθημα. Και κάτι ανάλογο
υφίσταται ο καθένας από μας κάθε μέρα, όλη την
ώρα, από τις εφημερίδες, από την τηλεόραση, από τους
πολιτικούς αρχηγούς, από τους γκουρού, από τον πάπα,
από τους αρχιεπισκόπους, παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τώρα, αφού δεν υπάρχει μέθοδος, τι μένει να κάνεικανείς; Η μέθοδος προϋποθέτει: εξάσκηση- εξάρτηση» «η μέθοδός σου και η μέθοδός μου»- «το μονοπάτι εκείνου
και το μονοπάτι του άλλου»- «ο γκουρού μου που ξέρει
καλύτερα»- «αυτός ο γκουρού είναι κάλπικος, ενώ ο άλλος
γκουρού δεν είναι.» Αλλά, ξέρετε, όλοι οι γκουρού
είναι απατηλοί είτε είναι Θιβετιανοί λάμα ή καθολικοί ή
ινδουιστές, αυτό μπορείτε να το πάρετε ως δεδομένο από
την αρχή — όλοι τους είναι απατηλοί γιατί εξακολουθούν
να λειτουργούν σ’ ένα πολύ μικρό κομμάτι ενός χώρου
που το έχουν φτύσει, το έχουν τσαλαπατήσει και το
έχουν καταστρέφει.
Τι μένει να κάνει κανείς; Καταλαβαίνετε τώρα την
ερώτησή μου; Το πρόβλημα είναι το εξής: Δεν γνωρίζουμε
το βάθος και την τεράστια έκταση του νου. Μπορεί να
διαβάσει κανείς γ ι’ αυτό, μπορεί να διαβάσει τους μοντέρνους
ψυχολόγους ή τους αρχαίους διδασκάλους που έχουν
μιλήσει γ ι’ αυτό — μην τους εμπιστεύεστε γιατί πρέπει
από μόνοι σας να το ανακαλύψετε κι όχι σύμφωνα με το
τι λέει κάποιος άλλος. Δεν τον γνωρίζουμε — το νου —
δεν τον γνωρίζετε, έτσι δεν μπορείτε να έχετε οποιαδήπο-
τε γενική ιδέα γ ι’ αυτόν. Καταλαβαίνετε τι λέμε; Δεν
μπορείτε να έχετε οποιεσδήποτε ιδέες, απόψεις, οποιαδή-
ποτε γνώση γ ι’ αυτόν. Έτσι είστε ελεύθεροι από κάθε εικασία,
από κάθε θεολογία.
Για άλλη μια φορά λοιπόν: Τι μένει να κάνει κανείς;
Το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να δει. Να δει τη γωνιά,
το σπιτάκι που έχει χτίσει στη γωνιά μιας τεράστιας,
μιας απέραντης πεδιάδας και ζει εκεί, πολεμάει, τσακώνεται,
εξελίσσεται — τα ξέρετε όλ’ αυτά που συμβαίνουν —
ε, δείτε τα. Και γ ι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσει
κανείς τι σημαίνει να δεις, γιατί από τη στιγμή
που υπάρχει σύγκρουση, ανήκεις σ’ αυτή την απομονωμένη γωνιά. Όταν βλέπεις, δεν υπάρχει σύγκρουση. Γι’
αυτό πρέπει κανείς να μάθει από την αρχή — όχι, όχι
από την αρχή, αλλά τώρα — να κοιτάζει. Ό χ ι αύριο,
γιατί δεν υπάρχει αύριο — το «αύριο» είναι επινόηση της
αναζήτησης ευχαρίστησης ή του φόβου ή του πόνου. Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει, ψυχολογικά, το αύριο, αλλά
ο εγκέφαλος, ο νους, έχουν επινοήσει τον ψυχολογικό
χρόνο αλλά αυτό θα το εξετάσουμε αργότερα.
Εκείνο, λοιπόν, που πρέπει να κάνει κανείς είναι να
δει. Δεν μπορείς να δεις, αν δεν είσαι ευαίσθητος και δεν
είσαι ευαίσθητος όταν υπάρχει εικόνα ανάμεσα σε σένα
και σ’ αυτό που κοιτάς. Καταλαβαίνετε; Εκείνο, λοιπόν,
που σε κάνει να δεις, είναι η αγάπη. Ξέρετε τι ευαισθητοποιεί
το σύνολο του νου; Μόνο η αγάπη. Μπορείς να μάθεις
μια τεχνική και μαζί ν’ αγαπάς, αλλά, αν έχεις τεχνική
και δεν έχεις αγάπη, καταστρέφεις την ανθρωπότητα.
Παρατηρήστε το αληθινά μέσα σας, κύριοι, εμβαθύνε-
τε αληθινά στον ίδιο σας το νου και στην καρδιά και θα
το δείτε από μόνοι σας. Να βλέπεις, να παρατηρείς, ν’
ακούς, είναι ό,τι πιο σημαντικό μπορεί να κάνει κανείς,
και δεν μπορείς να δεις αν κοιτάζεις μέσα απ’ αυτή τη μικρή
γωνιά, δεν μπορείς να δεις τι συμβαίνει στην ανθρωπότητα,
να δεις την απελπισία, το φόβο, την οδυνηρή μοναξιά,
τα δάκρυα των μανάδων, των συζύγων, των εραστών,
για όλους τους δικούς τους που σκοτώθηκαν. Αλλά
πρέπει να τα δεις όλ’ αυτά, όχι συναισθηματικά, όχι μελοδραματικά,
όχι λέγοντας: «Ναι! Είμαι εναντίον του πολέμου» ή «είμαι υπέρ του πολέμου», γιατί αυτοί οι συναισθηματισμοί και οι μελοδραματισμοί είναι· από τα πιο καταστροφικά πράγματα — αποφεύγεις τα γεγονότα κι έτσι αποφεύγεις αυτό που συμβαίνει. Εκείνο, λοιπόν, που
είναι το σημαντικότερο όλων είναι να βλέπεις. Να βλέπεις σημαίνει κατανόηση- δεν μπορείς να κατανοήσεις με το μυαλό, με τη νόηση ή δεν μπορείς να κατανοήσεις
βλέποντας μέσα από ένα κομμάτι. Υπάρχει κατανόηση
μόνο όταν ο νους είναι ολοκληρωτικά ήσυχος, που σημαίνει
όταν δεν υπάρχει εικόνα.
Όταν βλέπεις, καταστρέφονται όλα τα εμπόδια. Κοιτάξτε,
κύριοι, όσο θα υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε
σας και στο δέντρο, ανάμεσα σε σας και σε μένα και ανάμεσα
σε σας και στο γείτονα σας (αυτός «ο γείτονας»
μπορεί να είναι χιλιάδες μίλια μακριά ή στη διπλανή
πόρτα), θα υπάρχει σύγκρουση. Διαχωρισμός σημαίνει
σύγκρουση, είναι πολύ απλό. Και ζούμε μέσα στη σύγκρουση,
έχουμε συνηθίσει να ζούμε μέσα στη σύγκρουση
και στο διαχωρισμό. Οι Ινδίες αντιμετωπίζονται ως μία
ξεχωριστή μονάδα — γεωγραφική, πολιτική, οικονομική,
κοινωνική, πολιτιστική — και το ίδιο ισχύει για την
Ευρώπη και την Αμερική και τη Ρωσία: είναι ξεχωριστές
μονάδες, η μια είναι εναντίον της άλλης και όλος αυτός ο
διαχωρισμός θρέφει αναπόφευκτα τον πόλεμο. Αυτό δεν
σημαίνει ούτε ότι όλοι πρέπει να συμφωνούμε, αλλά ούτε
και ότι όταν διαφωνούμε πρέπει να πολεμάμε ο ένας τον
άλλο- άλλωστε, όταν βλέπει κανείς τα πράγματα όπως
είναι, δεν υπάρχει κανενός είδους διαφωνία ή συμφωνία.
Μόνο όταν έχεις διάφορες απόψεις γ ι’ αυτό που βλέπεις
υπάρχει διαφωνία και επομένως διαχωρισμός. Όταν εσύ
κι εγώ δούμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι το φεγγάρι,
τότε δεν υπάρχει διαφωνία, είναι το φεγγάρι. Αλλά αν
εσύ νομίζεις ότι είναι το ένα κι εγώ νομίζω ότι είναι το
άλλο, τότε θα υπάρξει διαίρεση κι επομένως σύγκρουση.
Έτσι στο κοίταγμα κάποιου δέντρου, όταν το κοιτάς
αληθινά, δεν υπάρχει διαίρεση ανάμεσα σε σένα και στο
δέντρο, δεν υπάρχει παρατηρητής που κοιτάζει το δέντρο.Κάποια μέρα μιλούσαμε μ’ έναν πολύ μορφωμένο γιατρό,
που είχε πάρει ένα ναρκωτικό που λεγόταν L.S.D. —
μια πολύ μικρή δόση — έχοντας δύο γιατρούς κοντά του
κι ένα μαγνητόφωνο το οποίο έγραφε αυτά που έλεγε.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα κοίταξε το βάζο με τα
λουλούδια που ήταν μπροστά του πάνω στο τραπέζι κι
ανάμεσα σ’ εκείνα τα λουλούδια και στον ίδιο δεν υπήρχε
απόσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ταύτισε τον εαυτό του
με τα λουλούδια, αλλά ότι δεν υπήρχε απόσταση, που
σημαίνει ότι δεν υπήρχε ο παρατηρητής. Δεν υποστηρίζουμε
ότι πρέπει να πάρετε L.S.D., γιατί έχει τις δικές
του βλαβερές για τον οργανισμό συνέπειες- κι ακόμα,
όταν παίρνεις τέτοια πράγματα, γίνεσαι σκλάβος τους.
Υπάρχει, όμως, ένας πολύ πιο απλός, πιο άμεσος, πιο
φυσικός τρόπος, που είναι να παρατηρείς μόνος σου ένα
δέντρο, ένα λουλούδι, το πρόσωπο ενός ανθρώπου, να
κοιτάς οποιοδήποτε απ’ όλα αυτά και να δεις ότι η απόσταση
ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτά είναι ανύπαρκτη. Και
μπορείς να κοιτάξεις μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν υπάρχει
αγάπη — αυτή η λέξη που είναι τόσο πολύ κακομεταχειρισμένη.
Δεν πρόκειται να εξετάσουμε το θέμα της αγάπης προς
το παρόν, αλλά όταν έχεις αυτή την αίσθηση της πραγματικής
παρατήρησης, την αίσθηση ότι βλέπεις πραγματικά,
τότε αυτό το κοίταγμα φέρνει μαζί του εκείνη την εκπληκτική
εξαφάνιση χρόνου και χώρου που εμφανίζεται
όταν υπάρχει αγάπη. Και δεν μπορείς να έχεις αγάπη
μέσα σου αν δεν εκτιμάς την ομορφιά. Μπορεί να μιλάς
για την ομορφιά, να γράφεις, να ζωγραφίζεις, αλλά, αν
δεν έχεις μέσα σου αγάπη, τίποτα δεν είναι όμορφο. Το
να μην έχεις μέσα σου αγάπη σημαίνει ότι δεν είσαι ολοκληρωτικά
ευαίσθητος. Και αν δεν είσαι ολοκληρωτικά ευαίσθητος, εκφυλίζεσαι. Αυτή εδώ η χώρα εκφυλίζεται.
Μην πείτε: «Γιατί, δεν υπάρχουν και άλλες χώρες που
εκφυλίζονται;» Φυσικά και υπάρχουν, αλλά αυτό δεν αλλάζει
ότι εσείς εκφυλίζεστε. Παρ’ όλο που τεχνικά μπορεί
να είσαι ένας εκπληκτικά καλός μηχανικός, ένας θαυμάσιος
δικηγόρος ή τεχνίτης, να παίζεις στα δάχτυλα τους
υπολογιστές, εκφυλίζεσαι γιατί δεν είσαι ευαίσθητος σε
όλη τη διαδικασία της ζωής.
Τότε το βασικό μας πρόβλημα δεν είναι πώς να σταματήσουμε
τους πολέμους, ούτε ποιος θεός είναι καλύτερος
από τους άλλους θεούς ούτε ποιο πολιτικό ή οικονομικό
σύστημα είναι καλύτερο ούτε ποιο κόμμα αξίζει να
ψηφίσουμε (έτσι και αλλιώς όλα είναι ανέντιμα), αλλά
το πιο βασικό πρόβλημα για τα ανθρώπινα πλάσματα είτε
ζουν στην Αμερική είτε στις Ινδίες, στη Ρωσία ή οπουδήποτε
αλλού, είναι να ελευθερωθούν από τη «γωνίτσα».
Και αυτή η γωνίτσα είναι ο εαυτός μας, αυτή η γωνίτσα
είναι ο μικρός ασήμαντος νους σας. Φτιάξαμε αυτή τη
γωνίτσα, γιατί ο μικρός νους τού καθενός μας είναι ένα
κομματάκι κι έτσι είναι ανίκανος να είναι ευαίσθητος στο
όλο’ θέλουμε να κάνουμε αυτό το μικρό μέρος ασφαλές,
ειρηνικό, ήσυχο, να προσφέρει ικανοποίηση, ευχαρίστηση
οπότε αποφεύγουμε κάθε είδους πόνο γιατί, βασικά, ανα-
ζητάμε την ευχαρίστηση. Και αν έχετε ερευνήσει την ευχαρίστηση,
την προσωπική σας ευχαρίστηση, αν την έχετε
παρατηρήσει, αν την έχετε προσέξει, αν έχετε εμβαθύ-
νει σ’ αυτήν, θα έχετε δει ότι εκεί όπου υπάρχει ευχαρίστηση,
υπάρχει πόνος. Δεν μπορείτε να έχετε το ένα χω ρίς
το άλλο’ και καθώς αναζητάμε πάντα όλο και περισσότερη
ευχαρίστηση, προσκαλούμε όλο και περισσότερο
πόνο. Και πάνω εκεί έχουμε χτίσει αυτό το κομμάτι που
αποκαλούμε ανθρώπινη ζωή. Να βλέπεις σημαίνει να έχεις ενδόμυχη επαφή μ’ αυτό και δεν μπορείς να έχεις ενδόμυχη, πραγματική επαφή μ’ αυτό, αν έχεις ιδέες, π ιστεύω,
δόγματα και απόψεις.
Αυτό, λοιπόν, που είναι σημαντικό δεν είναι να μαθαίνεις,
αλλά να βλέπεις και ν’ ακούς. Ν’ ακούς τα πουλιά,
ν’ ακούς τη φωνή της γυναίκας σου, όσο κι αν είναι
εκνευριστική, ωραία ή άσχημη, να την ακούς και ν’ ακούς
και τη δική σου, όσο ωραία ή άσχημη ή ανυπόμονη μπορεί
να είναι. Τότε, ακούγοντας μ’ αυτό τον τρόπο, θα
ανακαλύψεις ότι κάθε διαχωρισμός ανάμεσα στον παρατηρητή
και στο παρατηρούμενο φτάνει σ’ ένα τέλος. Οπότε
δεν υπάρχει σύγκρουση και παρατηρείς τόσο προσεκτικά
που η ίδια αυτή η παρατήρηση είναι πειθαρχία- δεν χρειάζεται
να επιβάλεις κάποια πειθαρχία. Και αυτή είναι η
ομορφιά, κύριοι (αν μπορούσατε μόνο να το συνειδητοποιήσετε),
αυτή είναι η ομορφιά τού να βλέπεις. Αν μπορείς
να δεις, δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις, γιατί σ’
αυτό το κοίταγμα βρίσκεται όλη η πειθαρχία, όλη η αρετή,
που είναι προσοχή. Και σ’ αυτό το κοίταγμα υπάρχει
όλη η ομορφιά και με την ομορφιά υπάρχει αγάπη.
Τότε, όπου υπάρχει αγάπη, δεν χρειάζεται να κάνεις τ ίποτα
παραπάνω. Τότε, όπου και να είσαι, βρίσκεσαι στον
παράδεισο- τότε κάθε αναζήτηση φτάνει στο τέλος.

Read Full Post »

28062006010

Ακρoaτής: Σας ακούω να μιλάτε εδώ και πενήντα χρόνια. Έχετε πει ότι πρέπει κανείς να πεθαίνει κάθε λεπτό. Αυτό για μένα είναι τώρα πιο πραγματικό παρά ποτέ.


Κ.: Καταλαβαίνω, κύριε. Χρειάζεται άραγε να ακούει κανείς τον ομιλητή επί πενήντα χρόνια για να καταλάβει τι λέει;

Χρειάζεται χρόνος;

Ή μήπως βλέπεις την ομορφιά ενός πράγματος μέσα σε μια στιγμή και νάτο;

Τώρα γιατί σ’ εσάς και σε άλλους παίρνει χρόνο;

Γιατί πρέπει να σας πάρει πολλά χρόνια για να καταλάβετε ένα πολύ απλό πράγμα;

Και σας βεβαιώνω είναι πολύ απλό. Μόνο στην εξήγηση γίνεται πολύπλοκο, αλλά το ίδιο το γεγονός είναι εκπληκτικά απλό.

Γιατί δεν βλέπει κανείς την απλότητα και την αλήθεια και την ομορφιά του πράγματος μέσα σε μια στιγμή – και τότε όλο το φαινόμενο της ζωής αλλάζει;

Γιατί;

Μήπως είναι γιατί είμαστε τόσο βαριά διαμορφωμένοι;

Και αν είσαι τόσο βαριά διαμορφωμένος, μπορείς να δεις αυτή τη διαμόρφωση μέσα σε μια στιγμή ή θα πρέπει να την «ξεφλουδίσεις» σαν κρεμμύδι, το ένα στρώμα μετά το άλλο;

Κι αυτό συμβαίνει επειδή είναι κανείς τεμπέλης, νωθρός, αδιάφορος, παγιδευμένος μέσα στα ίδια του τα προβλήματα;

Αν έχεις παγιδευτεί σ’ ένα πρόβλημα, αυτό το πρόβλημα δεν είναι ξεχωριστό από τα υπόλοιπα προβλήματα, όλα είναι αλληλένδετα.

Αν πάρεις ένα πρόβλημα είτε αυτό είναι το σ ε ξ, οι σχέσεις ή η μοναξιά, οτιδήποτε και να είναι — πήγαινέ το μέχρι το τέλος του. Αλλά επειδή δεν μπορείς να το κάνεις, ακούς κάποιον επί πενήντα χρόνια!

Θέλετε δηλαδή να μου πείτε ότι σας πήρε πενήντα χρόνια για να δείτε αυτά τα βουνά γύρω μας;

Κρισναμούρτι “Το ξύπνημα της Νοημοσύνης” 3ος τόμος,μετάφρ. Στ.Ταπτά-Ν.Πιλάβιος, εκδ.Κέδρος

Από το μπλογκ της Άιναφετς

Read Full Post »

10330318_856982534390098_930366525624093336_n

ΜΠΟΜ: Αυτή είναι πάντοτε η δυσκολία. Ο καθένας τη συναντά αυτήν τη δυσκολία: μοιάζει να κοιτάζει κανείς τα προβλήματά του με το να λέει, «αυτά είναι τα προβλήματά μου, τα κοιτάζω», αλλά αυτό το κοίταγμα είναι μόνο σκέψη και αυτό το «κοίταγμα», μπερδεύει. Ένα από τα μπερδέματα που εμφανίζονται, είναι όταν πει κάποιος στον εαυτό του, «μη σκέφτεσαι, αλλά κοίταζε» και μόνο μ’ αυτό φαντάζεται ότι ήδη κοιτάζει.

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Ναι, ακριβώς, ακριβώς, ακριβώς… (Γελάει) Αυτό, λοιπόν, το ζήτημα της σκέψης έχει τεθεί εδώ και πολύ καιρό, και λένε οι άνθρωποι: «Εντάξει, οπότε πρέπει να ελέγξω τη σκέψη μου, πρέπει να δαμάσω τη σκέψη μου και πρέπει να κάνω το νου μου να ησυχάσει, οπότε θα γίνει ένα ενιαίο όλο και τότε θα μπορώ να δω τα μέρη του, τα κομμάτια του, και μετά θα αγγίξω την πηγή». Αυτό, όμως, εξακολουθεί όλη την ώρα να είναι λειτουργία της σκέψης.

ΜΠΟΜ: Ναι, αυτό σημαίνει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της η λειτουργία της σκέψης είναι υποσυνείδητη και επομένως δεν ξέρει κανείς ότι συνεχίζεται. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε συνειδητά, είναι να πούμε πως έχουμε αντιληφθεί ότι όλη αυτή η κατάσταση πρέπει να αλλάξει, πρέπει να είναι διαφορετική.

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Αλλά το υποσυνείδητο συνεχίζει ακόμα να δουλεύει. Μπορεί, λοιπόν… (γέλιο) Μπορείς… Μπορεί να ’ρθει ο άλλος** και να μιλήσει στο υποσυνείδητό μου, ξέροντας ότι το συνειδητό μου μυαλό θα του αντισταθεί; Ξέροντας ότι δεν πρόκειται να τον ακούσω επειδή μου λέει κάτι που είναι επαναστατικό, κάτι που θα γκρεμίσει όλο μου το σπίτι που το ’χω χτίσει πολύ προσεκτικά; Παρακολουθείτε; Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις μου τον σπρώχνουν μακριά. Αλλά, μπορεί ο άλλος να το αντιληφθεί αυτό; Και να μου πει: «Κοίτα, εντάξει, φιλαράκο, μην κάνεις τον κόπο να με ακούς απλώς έτσι. Εγώ θα μιλήσω στο υποσυνείδητό σου και θα κάνω το υποσυνείδητό σου να δει πως ό,τι και να κάνει θα είναι πάντα μέσα στο πεδίο του χρόνου…», και λοιπά, και λοιπά. Έτσι ο συνειδητός μου νους δεν αντιδρά ποτέ σε ό,τι μου λέει ο άλλος. Γιατί όταν λειτουργεί πρέπει αναπόφευκτα, είτε να αντιστέκεται και να τελειώνει είτε να λέει, «θα το δεχτώ», οπότε δημιουργεί μέσα του σύγκρουση. Μπορεί, λοιπόν, να μιλήσει ο άλλος στο υποσυνείδητό μου;

ΜΠΟΜ: Μπορεί πάντα να ρωτάει κανείς πώς μπορεί…

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Όχι, όχι. Πρώτα μου λέει ο άλλος: «Κοίτα, φιλαράκο, μην αντιστέκεσαι, μην κάνεις σκέψεις γι’ αυτά που σου λέω, κοίταζε εσύ το δέντρο κι εγώ θα σου μιλάω». (Γελάει) Ακούγεται αστείο αυτό που λέω, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ… (Γελάνε) «Εγώ θα σου μιλάω. Εμείς οι δυο θα επικοινωνούμε μεταξύ μας χωρίς να μας ακούει ο συνειδητός σου νους…» (Γελάνε) Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε…

ΜΠΟΜ: Ναι, λίγο πολύ…

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Νομίζω ότι αυτό είναι που πραγματικά πρέπει να συμβαίνει. Όταν μου μιλάει ο άλλος — το προσέχω αυτό — δεν ακούω τόσο τις λέξεις που λέει όσο εκείνον τον ίδιο. Είμαι ανοιχτός σ’ εκείνον όχι στις λέξεις που λέει, γιατί τις ξέρω, μου τις εξήγησε, τις έχω κοιτάξει σε λεξικά κι όλα αυτά. Και είπα: εντάξει, παράτα τα όλα αυτά κι άκου εκείνον, όχι τις λέξεις που χρησιμοποιεί, αλλά τη σημασία τους, την εσωτερική ποιότητα της αίσθησης που μεταδίδει και που κάτι θέλει να μου πει.

ΜΠΟΜ: Καταλαβαίνω.

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Αυτή είναι που θα με αλλάξει, όχι η μεταφορά της σε λέξεις. Μπορεί, λοιπόν, να μου μιλήσει ο άλλος για την ανοησία μου, για τις ψευδαισθήσεις μου, για τις χαρακτηριστικές μου τάσεις, χωρίς να ανακατεύεται ο συνειδητός νους μου και να λέει, «παρακαλώ, μην αγγίζετε, αφήστε με ήσυχο!»
Ξέρετε, φυσικά, ότι έχουν δοκιμάσει την προβολή διαφημιστικών μηνυμάτων τέτοιας ταχύτητας και διάρκειας που να γίνονται αντιληπτά μόνο από το υποσυνείδητο, έτσι ώστε ενώ εσύ δεν προσέχεις πραγματικά, προσέχει το υποσυνείδητό σου και μετά πας και αγοράζεις το συγκεκριμένο σαπούνι της διαφήμισης χωρίς να ξέρεις γιατί! Εμείς εδώ, δεν κάνουμε αυτό — θα ήταν ολέθριο.
Εκείνο που μου λέει ο άλλος είναι: «Κοίταζε το δέντρο η τα σύννεφα η εκείνον τον πίνακα στον τοίχο, μην μ’ ακούς με τ’ αυτιά της συνείδησής σου, αλλά άκουγέ με με τα αυτιά που ακούνε πολύ πιο βαθιά».
Με αυτόν τον τρόπο σας άκουσα σήμερα το πρωί, γιατί ενδιαφέρομαι τρομερά για την πηγή, όπως ενδιαφέρεστε κι εσείς. Με παρακολουθείτε, κύριε;

ΜΠΟΜ: Ναι, σας καταλαβαίνω.

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Και λέω: να πάρει η ευχή, θα το αγγίξουμε- το ’πιασα το νόημα, θα το αγγίξουμε και ενδιαφέρομαι πραγματικά γι’ αυτό το ένα πράγμα. Και όλο το θέμα μπορεί να ερμηνευτεί, μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό, αλλά είναι διαφορετικό να το αγγίξουμε μαζί, να το νιώσουμε μαζί! Με παρακολουθείτε; (Μεγάλη παύση)
Νομίζω ότι αυτός είναι ο τρόπος για να διαλύσει ο άλλος μια διαμόρφωση, μια συνήθεια, μια εικόνα που έχει καλλιεργηθεί. Μου μιλάει ο άλλος για κάτι σ’ ένα επίπεδο όπου ο συνειδητός νους δεν ενδιαφέρεται ολοκληρωτικά. (Γελάει) Ακούγεται ανόητο αυτό, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ, κύριε;
Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι έχω κάποια διαμόρφωση- μπορεί εσείς να μου την εντοπίσετε δεκάδες φορές, να μου συζητήσετε γι’ αυτήν- εγώ να δω την πλάνη του πράγματος, την ψευδαίσθηση, την ανοησία, αλλά εκεί: εγώ συνεχίζω να την έχω. Αντιστέκομαι, λέω: «όχι- τα πράγματα είναι όπως θα ’πρεπε να είναι- και πώς θα ζήσω εγώ μετά σ’ αυτόν τον κόσμο, αν το σταματήσω να είμαι έτσι…» και λοιπά. Αλλά βλέπει κανείς την αλήθεια ότι όσο ο νους είναι διαμορφωμένος δεν μπορεί παρά να υπάρχει σύγκρουση και όλα τα υπόλοιπα. Κι έτσι έρχεστε εσείς και διαπερνάτε ή παραμερίζετε την αντίστασή μου και κάνετε το υποσυνείδητό μου να σας ακούσει, επειδή το υποσυνείδητο είναι πολύ πιο ικανό, πολύ πιο γρήγορο. Μπορεί, ας πούμε, κι αυτό να φοβάται, αλλά θα δει τον κίνδυνο του φόβου πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα τον έβλεπε ο συνειδητός νους.
Όπως όταν περπατώντας κάποτε στην Καλιφόρνια, ψηλά στα βουνά, κοιτάζοντας τα πουλιά, τα δέντρα και παρατηρώντας γύρω, άκουσα έναν κροταλία και την ίδια στιγμή πήδηξα μακριά. Ήταν το υποσυνείδητο που έκανε το σώμα να πηδήξει, επειδή είδα τον κροταλία δυο τρία μέτρα πιο εκεί, αφού είχα πηδήξει. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να με είχε δαγκώσει. Αν έπρεπε να λειτουργήσει ο συνειδητός νους, θα του είχε πάρει κάμποσα δευτερόλεπτα.

ΜΠΟΜ: Δηλαδή: για να φτάσεις στο υποσυνείδητο, πρέπει εκείνο που κάνεις να μην απευθύνεται κατευθείαν στο συνειδητό.

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Ναι. Νομίζω ότι αυτό είναι στοργή, είναι αγάπη. Κι όταν μιλάς έτσι στη συνείδησή μου — που είναι άγρυπνη, άκαμπτη, έξυπνη, σκληρή και εύθραυστη — τη διαπερνάς. Της λες, «εντάξει, κράτα εσύ τα ζωώδη πραγματάκια σου» και τη διαπερνάς, με διαπερνάς, με το βλέμμα σου, με τη στοργή σου, με όλα τα αισθήματα που έχεις. Αυτό είναι που λειτουργεί και τίποτ’ άλλο.
ΜΠΡΟΚΓΟYΤΝΤ ΠΑΡΚ, 7 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1972

** Είναι γνωστό ότι ο Κρισναμούρτι σπάνια αναφερόταν στον εαυτό του — κυρίως στις δημόσιες συναντήσεις — λέγοντας, «εγώ». Χρησιμοποιούσε τις εκφράσεις «ο ομιλητής», «ο άνθρωπος πάνω στην εξέδρα», «κάποιος». Εδώ χρησιμοποιεί τη λέξη «ο άλλος» για τον εαυτό του, παίρνοντας ο ίδιος τη θέση ενός υποτιθέμενου ανθρώπου που θα τον άκουγε, λέγοντάς μας έτσι, έμμεσα, τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να τον ακούει κανείς. (Σ.τ.Μ.)

Κρισναμούρτι “Το ξύπνημα της Νοημοσύνης” 3ος τόμος,μετάφρ. Στ.Ταπτά-Ν.Πιλάβιος, εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

NPG x126975; Jiddu Krishnamurti by Derry Moore, 12th Earl of Drogheda

ΑΚΡΟΑΤΗΣ (1): Κρίσνατζι, αντιλαμβάνεσαι ότι εσύ μιλάς για την ύψιστη φιλοσοφία και ότι εμείς, εδώ, σ’ αυτήν τη σκηνή, δεν είμαστε καν ικανοί να έχουμε την ελάχιστη σχέση μεταξύ μας;
ΑΚΡΟΑΤΗΣ (2):Ποιοι είμαστε;
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Το έχουμε ξαναπεί αυτό — είμαστε πίθηκοι! Κοιτάξτε, κύριε, εδώ η ομιλία δεν είναι για κάποια «ύψιστη φιλοσοφία», είναι για κάτι ανόθευτο. Συνειδητοποιείτε στ’ αλήθεια, όχι θεωρητικά, ότι δεν θα έχετε σχέση ο ένας με τον άλλον όσο ο «παλιός» εγκέφαλος είναι σε λειτουργία, επειδή ο «παλιός» εγκέφαλος λειτουργεί με σύμβολα, με εικόνες, με περασμένα γεγονότα» όταν τα περασμένα περιστατικά, οι εικόνες, η γνώση, έχουν δύναμη, τότε μπαίνει τέλος στις σχέσεις — προφανώς. Αν έχω φτιάξει κάποια εικόνα για σένα — είτε είσαι η γυναίκα μου είτε ο φίλος μου, είτε η κοπέλα μου, ή οτιδήποτε — είναι ολοφάνερο ότι αυτή η εικόνα, αυτή η γνώση που είναι παρελθόν, εμποδίζει τη σχέση. Σχέση σημαίνει κατευθείαν επαφή άμεσα στο παρόν, στο ίδιο επίπεδο, με την ίδια ένταση, με το ίδιο πάθος. Και αυτό το πάθος, αυτή η ένταση του ίδιου επιπέδου, δεν μπορεί να υπάρξει αν εγώ έχω μια εικόνα για σένα και εσύ έχεις μια εικόνα για μένα. Έτσι, απομένει σ’ εσάς να δείτε αν έχετε κάποια εικόνα για έναν άλλο. Προφανώς έχετε. Επομένως βάλτε κάτω τον εαυτό σας, δουλέψτε για να το ανακαλύψετε — που σημαίνει ότι θέλετε πραγματικά να έχετε σχέση με κάποιον άλλον, κάτι για το οποίο αμφιβάλλω. Είμαστε όλοι τόσο φοβερά εγωιστές, περιφραγμένοι. Αν πραγματικά θέλει κανείς να έχει σχέση με τον άλλον, πρέπει να καταλάβει όλη αυτήν τη δομή του παρελθόντος — που είναι εκείνο που κάνουμε εδώ. Και όταν αυτό σβήσει, έχεις σχέσεις που είναι εντελώς καινούργιες, όλη την ώρα. Και αυτή η καινούργια σχέση είναι αγάπη—όχι η παλιά, που το διαλαλούσε!
Τώρα: ποια είναι η σχέση αυτής της ποιότητας, αυτής της διάστασης που είναι το καινούργιο, που δεν είναι γνωστό, και που το παλιό δεν μπορεί να το συλλάβει, με την καθημερινή μου ζωή; Έχω ανακαλύψει αυτήν τη διάσταση, συνέβη επειδή είδα ότι ο «παλιός» εγκέφαλος δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερος και έτσι είναι ανίκανος να ανακαλύψει τι είναι η αλήθεια. Οπότε, ο «παλιός» εγκέφαλος λέει: «Όλη μου η δομή είναι φτιαγμένη από το χρόνο και λειτουργώ μόνο με ό,τι υπάγεται σε χρόνο —τα μηχανήματα, η γλώσσα, και λοιπά», έτσι αυτό το κομμάτι θα είναι εντελώς ακίνητο. Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο; Το παλιό έχει καμιά σχέση με την ελευθερία, με την αγάπη, με το άγνωστο; Αν το παλιό έχει σχέση με το άγνωστο, τότε το άγνωστο είναι μέρος του παλιού — παρακολουθείτε; Αλλά αν το άγνωστο είναι εκείνο που έχει σχέση με το παλιό, τότε αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Δεν ξέρω αν το βλέπετε αυτό;
Το ερώτημά μου είναι: Ποια είναι η σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο και ποιος θέλει να υπάρχει σχέση; Ποιος απαιτεί αυτήν τη σχέση; Αν την απαιτεί το παλιό, τότε είναι μέρος του παλιού, οπότε δεν έχει σχέση με το άλλο. Δεν ξέρω αν βλέπετε την ομορφιά αυτού του πράγματος. Το παλιό δεν έχει καμιά σχέση με την ελευθερία, με
την αγάπη, μ’ αυτήν τη διάσταση. Αλλά αυτή η καινούργια διάσταση, η αγάπη, μπορεί να έχει σχέση με το παλιό, αλλά όχι το αντίστροφο. Το βλέπετε αυτό;
Το επόμενο βήμα, λοιπόν, είναι: πώς δρα κανείς στην καθημερινή ζωή όταν το παλιό δεν έχει σχέση με το καινούργιο, αλλά το καινούργιο εδραιώνει τη σχέση μαζί του καθώς κινείται μέσα στη ζωή. Ο νους έχει ανακαλύψει κάτι καινούργιο. Πώς θα λειτουργήσει το καινούργιο στο πεδίο του γνωστού, μέσα στο οποίο λειτουργεί ο «παλιός» εγκέφαλος με όλες τις δραστηριότητές του;
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Δεν θα ήταν εδώ το σημείο όπου πια μπαίνει στη μέση η νοημοσύνη;
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Περιμένετε, κύριε, ίσως να ’ναι σωστό αυτό που λέτε. Όταν ο «παλιός» εγκέφαλος δει ότι δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι ελευθερία» όταν δει ότι είναι ανίκανος να ανακαλύψει κάτι καινούργιο, αυτή ακριβώς η αίσθηση είναι ο σπόρος της νοημοσύνης, δεν είναι; Αυτό, είναι νοημοσύνη: «Δεν μπορώ να καταλάβω. Νόμιζα ότι μπορώ να κάνω πολλά πράγματα — και μπορώ προς μία ορισμένη κατεύθυνση — αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα προς μία εντελώς καινούργια κατεύθυνση». Η ανακάλυψη αυτού του πράγματος είναι, προφανώς, νοημοσύνη. Τώρα: ποια είναι η σχέση αυτής της νοημοσύνης με το άλλο, το καινούργιο; Μήπως το άλλο είναι μέρος αυτής της εκπληκτικής αίσθησης νοημοσύνης;
Θέλω να βρω τι εννοούμε με αυτήν τη λέξη, «νοημοσύνη». Ο νους δεν πρέπει να παγιδευτεί από τις λέξεις. Προφανώς, όλους αυτούς τους αιώνες ο «παλιός» εγκέφαλος, η σκέψη, μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, μπορούσε να φτιάξει τους Θεούς της, να φτιάξει την ελευθερία της’ και ξαφνικά ανακαλύπτει ότι οποιαδήποτε κίνηση του «παλιού» εγκεφάλου εξακολουθεί να είναι μέρος του’ επομένως, νοημοσύνη είναι η κατανόηση ότι η σκέψη μπορεί να λειτουργεί μόνο μέσα στο πεδίο του γνωστού. Λέμε ότι η ανακάλυψη αυτού του πράγματος είναι νοημοσύνη. Τώρα: τι είναι αυτή η νοημοσύνη. Ποια είναι η σχέση της με τη ζωή, με μία διάσταση που ο «παλιός» εγκέφαλος δεν γνωρίζει;
Βλέπετε, η νοημοσύνη δεν είναι προσωπική, δεν είναι αποτέλεσμα συζήτησης, πίστης, άποψης ή λογικής. Η νοημοσύνη εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος ανακαλύψει ότι σφάλλει, όταν ανακαλύψει τι είναι ικανός να κάνει και τι όχι. Τώρα: ποια είναι η σχέση της νοημοσύνης, με την καινούργια διάσταση; (Καλύτερα να μη χρησιμοποιήσω τη λέξη «σχέση».) Η καινούργια διαφορετική διάσταση μπορεί να λειτουργήσει μόνο μέσα από τη νοημοσύνη» αν δεν υπάρχει αυτή η νοημοσύνη, εκείνη δεν μπορεί να λειτουργήσει. Στην καθημερινή ζωή, λοιπόν, μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν λειτουργεί η νοημοσύνη. Η νοημοσύνη δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν ο παλιός εγκέφαλος είναι σε δράση, όταν υπάρχει οποιοδήποτε είδος πίστης και προσκόλλησης σε οποιοδήποτε κομμάτι του εγκεφάλου. Όλα αυτά είναι έλλειψη νοημοσύνης. Ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό, ο άνθρωπος που λέει, «υπάρχει μόνο ένας Σωτήρας», δεν έχει νοημοσύνη. Ο άνθρωπος που λέει, «ανήκω σ’ αυτή την ομάδα», δεν έχει νοημοσύνη. Όταν κανείς ανακαλύψει ότι το παλιό είναι περιορισμένο, αυτή η ίδια η ανακάλυψη είναι νοημοσύνη και μόνο όταν λειτουργεί αυτή η νοημοσύνη μπορεί να ενεργεί η νέα διάσταση μέσα από αυτήν τη νοημοσύνη. Τελεία και παύλα. Το πιάσατε;
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Μπορώ να θέσω ένα άλλο ζήτημα; Δεν συμφωνώ εντελώς μαζί σας. Ό,τι λέτε για τη νοημοσύνη ταιριάζει μόνο στην πρωταρχική νοημοσύνη, αλλά χρειαζόμαστε και τη δευτερεύουσα νοημοσύνη» δηλαδή, την ικανότητα να εντάσσουμε ό,τι είναι καινούργιο στο παλιό.

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Αυτό είναι εκείνο που συμβαίνει όταν δεν υπάρχει νοημοσύνη. Δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «εντάσσω»- το καινούργιο ενεργεί όταν υπάρχει εκείνη η νοημοσύνη που δεν είναι μόνο πρωταρχική αλλά θεμελιώδης.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Βλέπετε όμως, στη σημερινή σας ομιλία, η λέξη που εγώ άκουγα ήταν πάντα η λέξη «πρωταρχική». Νομίζω πως ό,τι αποκαλείτε «καινούργιο», είναι κατά μία έννοια πρωταρχικό. Αν, παίζοντας ένα παιχνίδι, πετάξω ένα νόμισμα στον αέρα, δεν μπορώ να προβλέψω τι θα εμφανιστεί και λέει κανείς ότι αυτό που γίνεται στο παιχνίδι είναι ένα τυχαίο γεγονός. Θέλω να ξέρω τι νομίζετε για τη σχέση αυτού που αποκαλείται «εντελώς καινούργιο» με ό,τι είναι τυχαίο, με την έννοια που το εξήγησα.
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Κατάλαβα. Ο καθηγητής ρωτά, ποια είναι η σχέση του τυχαίου, της σύμπτωσης, με κάτι εντελώς καινούργιο. Υπάρχουν γεγονότα στη ζωή ενός ανθρώπου που μοιάζει να συμβαίνουν συμπτωματικά, γεγονότα που είναι σαν να παρουσιάζονται τυχαία. Είναι αυτά που συμβαίνουν καινούργια, εντελώς αναπάντεχα; Ή είναι αποτέλεσμα αδιερεύνητων, κρυμμένων, ασυνείδητων γεγονότων;
Συνέβη να γνωριστούμε από σύμπτωση. Ήταν έστω και στο ελάχιστο σύμπτωση αυτό, ή συνέβη επειδή ορισμένα υποσυνείδητα, άγνωστα γεγονότα μάς έφεραν κοντά; Μπορεί να το θεωρούμε σύμπτωση, αλλά δεν είναι καθόλου σύμπτωση. Σε συναντώ» πριν δεν ήξερα καν ότι υπάρχεις και σ’ αυτήν τη συνάντηση κάτι συνέβη ανάμεσά μας. Αυτό μπορεί να είναι το αποτέλεσμα πάρα πολλών άλλων γεγονότων για τα οποία δεν έχουμε επίγνωση κι έτσι μπορεί να πούμε: «Ήταν ένα τυχαίο γεγονός, ήταν μία απροσδόκητη σύμπτωση, είναι κάτι εντελώς καινούργιο». Μπορεί όμως να μην είναι έτσι. Υπάρχουν ποτέ συμπτώσεις στη ζωή, γεγονότα που να μην έχουν κάποια αιτία; Ή όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή έχουν τις δικές τους βασικές, βαθιές αιτίες, που μπορεί να μην τις γνωρίζουμε και επομένως λέμε: «Η συνάντησή μας έγινε συμπτωματικά, είναι ένα τυχαίο γεγονός». Η αιτία υφίσταται αλλαγή, όταν υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα: Το αποτέλεσμα γίνεται αιτία. Υπάρχει η αιτία και το αποτέλεσμα, το οποίο γίνεται η αιτία για το επόμενο αποτέλεσμα. Έτσι «αιτία -αποτέλεσμα» είναι μια συνεχής αλυσίδα» δεν είναι κάποια αιτία, κάποιο αποτέλεσμα, είναι μια διαρκώς υφιστάμενη αλλαγή. Κάθε αιτία, κάθε αποτέλεσμα, αλλάζει την επόμενη αιτία, το επόμενο αποτέλεσμα. Καθώς, λοιπόν, συνεχίζεται αυτό στη ζωή, υπάρχει τίποτα που να είναι αναπάντεχο, συμπτωματικό, τυχαίο γεγονός; Εσείς τι λέτε;
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Η ίδια ακριβώς η ιδέα του τυχαίου βασίζεται στο συμπτωματικό.
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Συμπτωματικό; Δεν νομίζω ότι η ζωή προχωράει με αυτόν τον τρόπο. Η αιτία γίνεται αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα γίνεται αιτία — μπορείτε να το δείτε να συμβαίνει αυτό στη ζωή. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ποτέ: «να η αιτία, να και το αποτέλεσμα», και τελειώσαμε! Ο καθηγητής ρώτησε για τη σχέση του άγνωστου — όχι με την έννοια της καινούργιας διάστασης — σε σχέση μ’ ένα συμπτωματικό γεγονός.
ΑΚΡΟΑΤΗΣ: Το άγνωστο βρίσκεται έξω από τον κόσμο της σχετικότητας.
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Μπορείτε να το συζητήσετε. Δεν ξέρω τίποτα για όλα αυτά, μιλάω για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τα ανθρώπινα πλάσματα, όχι για μαθηματικά προβλήματα και συμπτωματικά γεγονότα και μαθηματική τάξη. Όλα αυτά δεν μοιάζει να επηρεάζουν την καθημερινή μας ζωή. Εδώ ενδιαφερόμαστε να φέρουμε μία αλλαγή σ’ αυτή την καθημερινή μας ζωή, στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε. Και αν η συμπεριφορά μας βασίζεται στο παρελθόν, εξακολουθεί να φέρνει σύγκρουση και δυστυχία, γι’ αυτό μιλάμε.
ΖΑΑΝΕΝ, 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1971

“Το ξύπνημα της Νοημοσύνης” 2ος τόμος,μετάφρ. Στ.Ταπτά-Ν.Πιλάβιος, εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

krishnamurti_2

Όταν δίνεις την προσοχή σου ολοκληρωτικά — δηλαδή, προσέχεις με το νου σου, με τα μάτια σου, με την καρδιά σου, με τα νεύρα σου — όταν δίνεις ολοκληρωτικά την προσοχή σου, θα βρεις πως δεν υπάρχει απολύτως κανένα κέντρο, δεν υπάρχει παρατηρητής και επομένως δεν υπάρχει διαίρεση ανάμεσα στο παρατηρούμενο και στον παρατηρητή και έτσι ξεριζώνεις ολοκληρωτικά τη σύγκρουση, αυτή τη σύγκρουση που φέρνει ο χωρισμός, η διαίρεση.

Μοιάζει δύσκολο μόνο και μόνο γιατί δεν είστε συνηθισμένοι να κοιτάζετε τη ζωή μ’ αυτό τον τρόπο. Είναι πραγματικά πολύ απλό. Είναι πραγματικά πολύ απλό αν ξέρεις πώς να κοιτάξεις ένα δέντρο, αν ξέρεις πώς να δεις απ’ την αρχή το δέντρο, τη γυναίκα σου, τον άνδρα σου, το γείτονά σου, αν κοιτάξεις από την αρχή τον ουρανό με τα άστρα του, με το σιωπηλό βάθος τους. Κοίταξε, δες και άκουσε, τότε έχεις λύσει όλο το πρόβλημα της κατανόησης, γιατί τότε δεν υπάρχει πια «κατανόηση», τότε υπάρχει μόνο μια κατάσταση του νου χωρίς διαίρεση και επομένως χωρίς σύγκρουση.
Για να βρεθούμε εκεί, φυσικά, εύκολα, ολοκληρωτικά, πρέπει να υπάρχει προσοχή. Αυτή η προσοχή μπορεί να έρθει εύκολα μόνο όταν ξέρεις πώς να κοιτάξεις, πώς ν’ ακούσεις — πώς να κοιτάξεις ένα δέντρο ή τη γυναίκα σου ή το γείτονά σου ή τ’ άστρα ή ακόμα και το αφεντικό σου, χωρίς καμιά εικόνα. Σε τελευταία ανάλυση, η εικόνα είναι το παρελθόν — το παρελθόν, που έχει συσσωρευτεί μέσα από εμπειρίες, ευχάριστες ή δυσάρεστες — και μ’ αυτή την εικόνα κοιτάζεις τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, το γείτονά σου, τον κόσμο- και μ’ αυτή την εικόνα κοιτάζεις τη φύση. Έτσι εκείνο που έρχεται σ’ επαφή είναι η μνήμη σου, η εικόνα που φτιάχτηκε από τη μνήμη. Και αυτή η εικόνα είναι που κοιτάζει κι επομένως δεν υπάρχει άμεση επαφή.

Ξέρετε, όταν πονάτε δεν υπάρχει εικόνα, υπάρχει μόνο πόνος κι επομένως υπάρχει άμεση δράση. Μπορεί ν’ αναβάλλετε να πάτε στο γιατρό, αλλά έχει αρχίσει η δράση. Με τον ίδιο τρόπο, όταν κοιτάζετε και ακούτε, γνωρίζετε την ομορφιά της άμεσης δράσης στην οποία δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύγκρουση. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να ξέρεις την τέχνη να κοιτάζεις, που είναι πολύ απλή — να κοιτάζεις με ολοκληρωτική προσοχή, με την καρδιά σου και με το νου σου. Και προσοχή σημαίνει αγάπη, γιατί δεν μπορείς να κοιτάξεις τον ουρανό και να είσαι εξαιρετικά ευαίσθητος αν υπάρχει διαίρεση ανάμεσα σε σένα και στην ομορφιά του ηλιοβασιλέματος.
Αυτή η τάξη μπορεί να γεννηθεί μόνο όταν δούμε ότι αυτό που στην πραγματικότητα έρχεται σ’ επαφή με την αταξία, που βρίσκεται μέσα μας, είμαστε εμείς.

Δεν βρισκόμαστε σε αταξία, «εμείς» είμαστε η κατάσταση της αταξίας.

Τώρα, όταν κοιτάζεις τον εαυτό σου χωρίς να έχεις καμιά εικόνα για τον εαυτό σου, όταν κοιτάς αυτό που όντως είσαι (όχι εκείνο που λέει ο Σάνκαρα, ο Βούδας, ο Φρόυντ, ο Γιουνγκ ή ο X, ο Υ και ο Ω, γιατί έτσι κοιτάζεις τον εαυτό σου σύμφωνα με την εικόνα εκείνων), τότε κοιτάζεις την αταξία μέσα σου, το θυμό, την επιθετικότητα, τη βία, την ανοησία, την αδιαφορία, την αναισθησία, τη συνεχή ώθηση της φιλοδοξίας με εκείνη τη χαρακτηριστική ωμότητά της κι αν μπορείς να έχεις επίγνωση όλων αυτών χωρίς καμιά εικόνα, χωρίς καμιά λέξη και να τα ερευνάς, τότε βρίσκεσαι σε απευθείας επαφή μαζί τους. Και όταν υπάρχει απευθείας επαφή, υπάρχει άμεση δράση. Τέτοια άμεση δράση υπάρχει όταν έχεις έντονο πόνο, και όταν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος υπάρχει δράση στη στιγμή.

Και ζωή είναι αυτή η δράση στη στιγμή κι όχι το πράγμα που ονομάζαμε έως τώρα ζωή, που είναι ένα πεδίο μάχης, είναι αγωνίες μέσα σ’ αυτό το πεδίο μάχης, είναι απελπισία, κρυμμένες επιθυμίες και λοιπά’ αυτά είναι που έχουμε ονομάσει ζωή.

Σας παρακαλώ, παρατηρήστε τα αυτά μέσα σας. Χρησιμοποιήστε τον ομιλητή σαν καθρέφτη όπου βλέπετε τον εαυτό σας τώρα. Με αυτά που λέει ο ομιλητής απλώς αποκαλύπτει τον εαυτό σας στον εαυτό σας. Κι επομένως κοιτάξτε τα αυτά, ακουστέ τα και ελάτε σε πλήρη επαφή μαζί τους, μείνετε ολοκληρωτικά μ’ αυτά και, αν μείνετε, θα δείτε ότι υπάρχει άμεση δράση.

“Το ξύπνημα της Νοημοσύνης” 2ος τόμος,μετάφρ. Στ.Ταπτά-Ν.Πιλάβιος, εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

whoa

ΘΑ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ και θα άξιζε τον κόπο αν μπορούσαμε να μοιραστούμε ένα νου που δεν είναι βασανισμένος, που είναι ριζικά ελεύθερος, που δεν εμποδίζεται από τίποτα, που βλέπει τα πράγματα έτσι όπως είναι, που βλέπει ότι ο ψυχολογικός χρόνος είναι εκείνος που δημιουργεί την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από τη φύση και από τ’ άλλα ανθρώπινα πλάσματα, που βλέπει τη σημασία του φόβου που προκαλεί ο ψυχολογικός χρόνος και χώρος και πόσο απαίσιο πράγμα είναι, που ξέρει αληθινά τι είναι αγάπη. Αν μπορούσαμε να τον μοιραστούμε — όχι λογικά, όχι με τον πιο επιδέξιο, περίπλοκο, φιλοσοφικό, μεταφυσικό τρόπο, αλλά να συμμετέχουμε αληθινά σ’ αυτόν — αν μπορούσαμε να το κάνουμε, νομίζω πως όλα τα προβλήματα μας θα τελείωναν. Αλλά ο νους που μοιράζεται δεν είναι του άλλου, πρέπει κατ’ αρχάς να τον έχεις εσύ. Κι όταν τον έχεις, τον έχεις σε αφθονία. Και όταν υπάρχει αυτή η αφθονία, ο ένας και οι πολλοί είναι το ίδιο, όπως σ’ ένα δέντρο που είναι γεμάτο φύλλα και κάποιο φύλλο του είναι τέλειο, αλλά είναι μέρος όλου του δέντρου.

Αν μπορούσαμε, σήμερα το βράδυ, να μοιραστούμε αυτή την ιδιότητα, όχι του ομιλητή, αλλά πρώτα να την έχουμε εμείς και μετά να τη μοιραστούμε, τότε δεν θα παρουσιαζόταν καν θέμα μοιράσματος. Είναι όπως ένα λουλούδι που μοσχοβολάει και δεν μοιράζεται, αλλά βρίσκεται εκεί για να το απολαμβάνει όποιος περνάει. Και είτε κάποιος είναι πολύ κοντά στον κήπο είτε είναι πολύ μακριά, για το λουλούδι είναι το ίδιο πράγμα γιατί εκείνο είναι γεμάτο απ’ αυτό το άρωμα κι έτσι μοιράζεται παντού. Αν κανείς μπορέσει να συναντήσει αυτή την ιδιότητα για την οποία μιλάμε, είναι πράγματι ένα μυστηριώδες λουλούδι. Αλλά μοιάζει μόνο μυστηριώδες χωρίς και να είναι, γιατί είμαστε γεμάτοι συναισθηματισμούς και αισθήματα και τα αισθήματα — με την έννοια της συναισθηματικής συγκίνησης — έχουν πολύ λίγη σημασία.

Μπορεί κανείς να συμπαθεί, να είναι γενναιόδωρος, να είναι πολύ καλός, ευγενικός και με εξαιρετικά καλούς τρόπους, αλλά η ιδιότητα για την οποία μιλάω είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ όλα αυτά. Και δεν αναρωτιέστε ποτέ (όχι με αφηρημένους όρους ούτε σύμφωνα με κάτι που μπορεί να κερδηθεί με κάποιο σύστημα πρακτικών, μια φιλοσοφία ή κάποιον γκουρού), δεν αναρωτιέστε γιατί από τα ανθρώπινα πλάσματα λείπει αυτή η ιδιότητα; Γεννούν παιδιά, απολαμβάνουν το σεξ, την τρυφερότητα, κάποια ποιότητα μοιράσματος κοινών πραγμάτων στη συντροφικότητα, στις φιλίες, στη συναδελφικότητα, αλλά αυτό το πράγμα που λέμε δεν το έχουμε. Γιατί; Αφού, όταν υπάρχει, μπαίνει τέλος σε όλα τα προβλήματα — όποια και να είναι. Και αναρωτιέστε ποτέ, έτσι χαλαρά, κάπου κάπου, όταν περπατάτε μόνοι σας σε κάποιο βρώμικο στενό ή καθισμένοι στο λεωφορείο ή όταν είστε σε διακοπές κοντά στη θάλασσα ή μέσα σ’ ένα δάσος γεμάτο πουλιά, δέντρα, ρυάκια και άγρια ζώα, σας ήρθε ποτέ ν’ αναρωτηθείτε, πώς γίνεται και ο άνθρωπος, που έχει ζήσει χιλιάδες χρόνια, πώς γίνεται και δεν έχει αποκτήσει αυτό το πράγμα, αυτό το εκπληκτικά αμάραντο λουλούδι;

Αν είχατε κάνει αυτή την ερώτηση, ακόμα και από τυχαία περιέργεια, θα είχατε κάποια αμυδρή υποψία, κάποια νύξη, κάποια υπόνοια. Αλλά, πιθανώς, δεν την έχετε κάνει. Ζούμε μια τέτοια μονότονη, νωθρή και γλυκανάλατη ζωή μέσα στο χώρο των προβλημάτων μας και των φόβων μας, που δεν μας αφήνει ποτέ να κάνουμε αυτή την ερώτηση. Και αν την κάναμε αυτή την ερώτηση στους εαυτούς μας (όπως πρόκειται να την κάνουμε τώρα, καθισμένοι κάτω από τούτο το δέντρο αυτό το ήσυχο απόγευμα, με όλη τη φασαρία που κάνουν τα κοράκια), αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η απάντησή μας. Ποια θα ήταν η ειλικρινής απάντηση που έντιμα θα έδινε ο καθένας από μας, χωρίς υπεκφυγές και πονηριές, ποια θα ήταν η απάντηση αν κάνατε αυτή την ερώτηση στον εαυτό σας;

Γιατί περνάμε μέσα απ’ όλα αυτά τα βασανιστικά μαρτύρια, με τόσο πολλά προβλήματα, με πολυάριθμους φόβους να μας κατακλύζουν κι ωστόσο αυτό το μοναδικό πράγμα φαίνεται να μας προσπερνά, φαίνεται να μην έχει καμιά θέση στη ζωή μας. Και αν ρωτούσατε γιατί, γιατί δεν έχει βρει κανένας αυτή την ποιότητα, αναρωτιέμαι: ποια θα ήταν η απάντησή σας; Η απάντηση που θα παίρνατε θα ήταν ανάλογη με την ένταση με την οποία θα κάνατε την ερώτηση και το πόσο επίμονα θα τη θέλατε. Αλλά δεν είμαστε ούτε έντονοι ούτε επίμονοι. Και δεν είμαστε έντονοι και επίμονοι γιατί δεν έχουμε την ενέργεια που χρειάζεται για να είμαστε. Για να κοιτάξεις οτιδήποτε — κάποιο πουλί, ένα κοράκι που κάθεται καμαρωτό σ’ ένα κλαδί — για να μπορέσεις να κοιτάξεις κάτι με όλη σου την ένταση, με όλα σου τα μάτια, τ’ αυτιά, τα νεύρα, το νου και την καρδιά, για να το κοιτάξεις με πληρότητα, χρειάζεσαι ενέργεια, αλλά όχι τη σκάρτη ενέργεια ενός σκόρπιου νου που έχει παλέψει για να τη βρει, που έχει βασανιστεί γι’ αυτό και που είναι γεμάτος από αμέτρητα βάρη. Και ο νους των περισσότερων ανθρώπων, το ενενήντα εννέα κόμμα εννέα τοις εκατό των ανθρώπων έχει ένα νου μ’ αυτό το φοβερό βάρος, ζει έτσι βασανισμένα. Οπότε δεν μπορεί να υπάρξει αυτή η ενέργεια, ενέργεια που σημαίνει πάθος. Και δεν μπορείς ν’ ανακαλύψεις την αλήθεια χωρίς να έχεις πάθος. Η λέξη «πάθος» προέρχεται από τη λατινική λέξη που υποδηλώνει το «υποφέρω», που κι αυτή προέρχεται από τα ελληνικά και τα λοιπά. Eξαιτίας αυτού του «υποφέρω» ολόκληρη η χριστιανοσύνη λατρεύει τη θλίψη και όχι το πάθος και έχουν δώσει στη λέξη «πάθος» μια ειδική σημασία. Δεν ξέρω ποια σημασία δίνετε εσείς. Εδώ λέμε για την αίσθηση του ολοκληρωτικού πάθους, που είναι παράφορο, γεμάτο σκέτη ενέργεια, μιλάμε για εκείνο το πάθος στο οποίο δεν υπάρχει κανένα κρυμμένο «θέλω».

Και αν κάναμε την ερώτηση όχι από απλή περιέργεια, αλλά με όλο το πάθος που διαθέτουμε, ποια θα ήταν τότε η απάντηση; Αλλά πιθανώς φοβάστε αυτό το πάθος, γιατί για τους περισσότερους ανθρώπους «πάθος» σημαίνει λαγνεία, είναι το πάθος που προέρχεται από τον έρωτα και όλα τα σχετικά. Ή μπορεί να είναι το πάθος που έρχεται από τα συναισθήματα που νιώθει κανείς όταν ταυτίζεται με τη χώρα όπου ανήκει. Ή το πάθος για κάποιον άθλιο θεούλη που έχει κατασκευάσει το χέρι ή ο νους κι έτσι, αυτό το πάθος είναι κάτι που μάλλον μας φοβίζει, γιατί, αν έχουμε ένα τέτοιο πάθος, δεν ξέρουμε πού θα μας οδηγήσει. Και γι’ αυτό, είμαστε πολύ προσεκτικοί στο πού το διοχετεύουμε, στο χτίσιμο γύρω του ενός φράχτη από φιλοσοφικές ιδέες και ιδανικά έτσι ώστε η ενέργεια που απαιτείται για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό το εκπληκτικό ερώτημα (και είναι απίστευτα εκπληκτικό αν το κάνεις στον εαυτό σου έντιμα, με ευθύτητα), γιατί εμείς τ’ ανθρώπινα πλάσματα, που ζούμε μέσα στις οικογένειές μας με παιδιά, είμαστε περιτριγυρισμένοι απ’ όλη την αναταραχή και τη βία που υπάρχει στον κόσμο, γιατί ενώ υπάρχει κάποιο πράγμα που θα μπορούσε να το σαρώσει όλο αυτό, γιατί δεν το έχουμε; Μήπως επειδή στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να το ανακαλύψουμε; Γιατί, για να ανακαλύψω κάτι τέτοιο, πρέπει να υπάρχει ελευθερία. Για να ανακαλύψω τι σκέφτομαι, τι αισθάνομαι και ποια είναι τα κίνητρά μου. Για να το ανακαλύψω κι όχι απλώς να κάνω διανοητικές αναλύσεις, για να το ανακαλύψω πρέπει να μπορώ να κοιτάζω ελεύθερα.

Για να κοιτάξεις αληθινά εκείνο το δέντρο, πρέπει να είσαι ελεύθερος από έννοιες, από ανησυχίες, από ενοχές. Για να κοιτάζεις, πρέπει να έχεις ελευθερωθεί από τη γνώση. Κι η ελευθερία είναι μια ποιότητα του νου που δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί με το ν’ απαρνείσαι ή να θυσιάζεις διάφορα πράγματα. Παρακολουθείτε ή μιλάω στον αέρα και στα δέντρα; Η ελευθερία είναι μια ποιότητα του νου που είναι απαραίτητη για να βλέπεις. Δεν είναι ελευθερία από κάτι. Αν είστε ελεύθεροι από κάτι, αυτό δεν είναι ελευθερία, είναι μόνο μια αντίδραση. Αν καπνίζεις και πάψεις να καπνίζεις και πεις «ελευθερώθηκα», στην πραγματικότητα δεν είσαι ελεύθερος παρ’ όλο που μπορεί να είσαι ελεύθερος από αυτή τη συγκεκριμένη συνήθεια. Η ελευθερία έχει άμεση σχέση με ολόκληρο το μηχανισμό σχηματισμού συνηθειών και για να καταλάβει κανείς το πρόβλημα του σχηματισμού συνηθειών στο σύνολό του πρέπει να είναι ελεύθερος να κοιτάξει το μηχανισμό του. Ίσως φοβόμαστε να έχουμε κι αυτή την ελευθερία επίσης, κι έτσι τοποθετούμε την ελευθερία μακριά από μας, σε κάποιον παράδεισο.

 

“Το ξύπνημα της Νοημοσύνης” 2ος τόμος,μετάφρ. Στ.Ταπτά-Ν.Πιλάβιος, εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: