Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘«Παραβολές και ποιήματα»’ Category

Από το ιστολόγιο του Ν.Πιλάβιου 

Μια ιστορία του Κρισναμούρτι:

Μια φορά, ένας άντρας περπατούσε σ’ έναν πλατύ  δρόμο και καθώς προχωρούσε αντί να κοιτάζει τον υπέροχο ουρανό, παρατηρούσε το πεζοδρόμιο. Τότε, είδε σε κάποια απόσταση κάτι πολύ λαμπερό. Έτρεξε προς αυτό, το σήκωσε, κοίταξε αυτό το υπέροχο πράγμα και ήταν σε μια κατάσταση ευδαιμονίας επειδή αυτό που έβλεπε ήταν τρομερά όμορφο. Αφού το κοίταξε, λοιπόν, το έβαλε στην τσέπη του. Πίσω του, περπατούσαν δύο φίλοι και ο ένας είπε στον άλλο: «Τι ήταν αυτό που σήκωσε από κάτω; Είδες την έκφρασή του; Είδες σε τι έκσταση βρισκόταν και μόνο από το ότι κοίταζε αυτό το πράγμα!» Ο άλλος, που έτυχε να είναι ο Διάβολος, απάντησε, «αυτό που σήκωσε από κάτω ήταν η Αλήθεια». Κι ο φίλος του, είπε: «Τότε αυτό είναι πολύ άσχημη περίπτωση για σένα, έτσι δεν είναι;» Και ο Διάβολος απάντησε: «Μπα, καθόλου. Απλώς θα τον βοηθήσω να την οργανώσει, να φτιάξει μια οργάνωση γι’ αυτήν».

Και μια ενημέρωση από τηνΒιβλιοθήκη Κρισναμούρτι:

Αυτόν τον καιρό συμβαίνει κάτι δυσάρεστο σχετικά με την ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, μας ζήτησε να φύγουμε για λόγους ιδιοχρησίας. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά κι έτσι αναζητήσαμε άλλο χώρο στην ίδια περιοχή. Δυσκολευτήκαμε, αλλά τον βρήκαμε και θα μετακομίσουμε την 1η Φεβρουαρίου. Ο χώρος είναι μάλλον καλύτερος, αλλά έχει το διπλάσιο νοίκι. Επίσης υπάρχουν και τα έξοδα μετακόμισης. Θα θέλαμε, λοιπόν, να παρακαλέσουμε τους φίλους που ενδιαφέρονται για τη δουλειά τού Κρισναμούρτι, αν μπορούνε να συνεισφέρουν κάποια χρήματα γι’ αυτή την μετακόμιση. Ακόμα και το μικρότερο ποσό, θα είναι μεγάλη βοήθεια. Αν έχετε τη δυνατότητα, κάντε κάποια κατάθεση στο λογαριασμό της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ. Τα στοιχεία του λογαριαμόυ είναι:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ
Αρ. Λογαριασμού: 6752-132567-ο54 ΙΒΑΝ: GR51 0171 7520 0067 5213 2567 054
Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

 

Read Full Post »

31nHIAkgeML
Ω, φίλε,
θα φανερώσω το δρόμο
που θ’ ανοίξει την καρδιά σου
για να καλωσορίσει τον Αγαπημένο σου.
Όπως το πολύτιμο το μέταλλο βρίσκεται σε μεγάλα βάθη και για να το βρεις πρέπει να σκάψεις πολύ βαθιά στην καρδιά της γης, έτσι κι εσύ,
αν θέλεις ν’ αντικρίσεις
του Αγαπημένου σου το πρόσωπο,
πρέπει να βυθιστείς βαθιά μέσα στην καρδιά σου
και να κομματιάσεις όλα τα πέπλα
που κρύβουνε το μεγαλείο,
της ζωής σου το Φως.
Όπως η φωτιά
είναι σκεπασμένη
από πυκνό καπνό
πριν ξεσπάσει
σε φλόγες που ουρλιάζουν,
έτσι, φίλε,
ο νους και η καρδιά σου
είναι μέσα σ’ ένα σύννεφο από σκοτάδι
που μπορεί να διαλυθεί
μόνο από του βαθύτερου σκοπού σου
την επιθυμία.

Ω, φίλε,
ο Αγαπημένος σου, η επιθυμία της καρδιάς σου, είναι ο Πολυαγαπημένος μου.
Σε καιρούς που πέρασαν πια,
υπήρχε ένα πέπλο
που χώριζε Εκείνον από μένα,
αλλά τώρα
έχω καταστρέψει
αυτό το χώρισμα
και Τον καλωσόρισα μέσα στην καρδιά μου.
Εκεί πέρα κατοικεί
και μέσα στην αγάπη Του
έχω σβήσει.
Σου λέω
ότι ο Πολυαγαπημένος μου είναι ο Αγαπημένος όλων.
Εκείνος κι εγώ είμαστε ένα, είμαστε αχώριστοι, αιώνιοι και παντοτινοί.
Ναι,
έχω βρει το δρόμο
που θα σου προσφέρει την έκσταση
του σκοπού,
θα σου ξεδιπλώσει την ομορφιά της ζωής,
θα δώσει την ευτυχία σε όλους,
θα σου φέρει το αλάφρωμα της Αλήθειας.

Σαν τη σπίθα που δίνει ζεστασιά
κι είναι κρυμμένη στις γκρίζες στάχτες,
έτσι, φίλε,
και το φως
που θα σε οδηγήσει
είναι κρυμμένο
κάτω από τις σκόνες
των εμπειριών σου.

Αχ, φίλε,
μην περιμένεις να πέσουν
οι σκοτεινές σκιές
που θα γεμίσουν την κοιλάδα,
σβήνοντας την ηλιοφωτισμένη θέα
των βουνών,
γιατί μόνο με το φως της μέρας μπορείς να δεις το μονοπάτι που θα σε οδηγήσει στα μεγάλα ύψη, όπου οι ομίχλες της ζωής δε θα σε μπερδεύουν.
Αυτή είναι η ώρα
που θα ’πρεπε να περπατήσεις μέσα στο καθάριο φως.
Ο Αγαπημένος είναι μαζί σου γιατί Αυτός κι εγώ είμαστε ένα.

Ω, φίλε,
όπως στις μέρες του χειμώνα δεν μπορείς να σπείρεις τους σπόρους που θα σου δώσουν την τροφή της επόμενης χρονιάς, έτσι και στις μέρες του σκοταδιού, της σύγχυσης και της πάλης, δεν μπορείς ν’ αποθηκεύσεις την ατέλειωτη ευτυχία που θα ’ναι η αστείρευτη πηγή όλης σου της ζωής.
Ω, φίλε,
όπως στις μέρες της άνοιξης,
όταν ο κάθε σπόρος σκάει
προς δόξα της ολοκλήρωσής του,
έτσι και στις μέρες
της μεγάλης σου αγαλλίασης,
κάθε έργο κρυφό μέσα στη σκέψη σου,
κάθε πράξη κρυφή μέσα στην καρδιά σου,
όλα θα φανερωθούν
στην πλήρη άνθησή τους
και το βάρος τους από τότε δε θα κουβαλάς.

Ω, φίλε,
όπως στις μέρες της φθοράς
είναι τόσο λυπηρό
που το πράσινο το φύλλωμα
θα μαραθεί και θα πεθάνει,
έτσι
είναι λυπηρό
κι ότι στις μέρες της ερήμωσης
δε θα υπάρξει κανείς για να σε σώσει
απ’ τις σκιές των ίδιων σου των δημιουργημάτων.

Ω, φίλε,
υπάρχει ώρα για το καθετί.
Αυτή είναι η ώρα
που θα ’πρεπε να περπατήσεις
μέσα στο καθάριο φως.
Ο Αγαπημένος είναι μαζί σου γιατί Αυτός κι εγώ είμαστε ένα.

Όπως ο ταξιδιώτης,
που ξέρει πολύ καλά
το ταξίδι που πρόκειται να κάνει,
αφήνει όσα θα τον λυγίσουν με το βάρος τους
στη διαδρομή που ’χει να κάνει,
έτσι κι εσύ, φίλε, παραμέρισε όλα εκείνα που θα σ’ εμποδίζουν στο ταξίδι
της αναζήτησης του Αγαπημένου.
Γιατί χωρίς τον Αγαπημένο δε θα υπάρξει παρηγοριά, δε θα υπάρξει αγαλλίαση, δε θα υπάρξει σταθερότητα, αλλά
θα υπάρχει σύγχυση, πάλη και σύγκρουση σκοπών, σκοτάδι κι αναζήτηση, βάσανα και δυστυχία.

Ω, φίλε,
ο Αγαπημένος είσαι εσύ.
Αλλά για να Τον νιώσεις και για να Τον κρατήσεις γερά μες στην καρδιά σου, σταθερά μέσα στο νου σου, δεν πρέπει να υπάρχει ούτε ίχνος σκοτεινό κρυμμένο βαθιά κάπου στην ύπαρξή σου.
Ούτε ψευτοπαρηγορητές
ούτε ευχάριστοι Θεοί
που σου δίνουν εύκολες συμβουλές»
ούτε απληστίες που σε σκλαβώνουν
ούτε πιστεύω που σου προσφέρουν καταφύγιο
μέσα στη δροσερή σκιά τους’
ούτε σκέψεις ούτε συναισθήματα
που να σε σταματάνε.

Ω, φίλε,
κυνήγησε τον εαυτό
από το ένα καταφύγιο σε άλλο πιο μεγάλο καταφύγιο,
από τον ένα ναό σε άλλο πιο μεγάλο ναό,
από τη μία επιθυμία σε άλλη πιο μεγάλη επιθυμία,
από τη μία αλαζονεία σε άλλη πιο μεγάλη αλαζονεία.
Αλύπητα κυνήγησέ τον
πέρα στα μονοπάτια των απολαύσεών του,
καν’ του αμείλικτα ερωτήματα
για τις μισοπεθαμένες βεβαιότητές του.
Κι αφού θα ’χει κρατήσει αρκετά αυτό, ω, φίλε,
στο τέλος θα τον οδηγήσεις
στο άπλετο το φως
που δε θα μπορεί να το σκιάσει,
όπου θα γίνει ένα
με τον Αγαπημένο.
Τότε θα νιώσεις τον Αγαπημένο, τότε θα είσαι σαν κι εμένα.

Ω, φίλε,
όλα έχουν τον καιρό τους.
Τώρα είναι ο καιρός
που θα ’πρεπε να περπατήσεις
μέσα στο άπλετο το φως.
Ο Αγαπημένος είναι μαζί μου γιατί Εκείνος κι εγώ είμαστε Ένα.

Κρισναμούρτι “Παραβολές και ποιήματα” μεταφρ. ΝΠιλάβιος εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

1625559_708616215849592_1541791050_n

Εκεί, στα μεγάλα ύψη,
όπου τα χιονοσκέπαστα βουνά
σμίγουνε με τους γαλάζιους ουρανούς,
συνάντησα δυο ξένους.
Μιλήσαμε για λίγο
κι ύστερα χωριστήκαμε
για να μη συναντηθούμε ξανά ποτέ.

Σαν δύο πλοία
που ανταμώνουνε
στ’ απέραντα νερά της θάλασσας,
σαν τους ταξιδιώτες
που ο ένας τον άλλον χαιρετίζουν
για να μην ανταμώσουνε ξανά,
έτσι είμαστε κι εμείς
σ’ αυτή τη θάλασσα της ζωής.

Συχνά
έχω νιώσει θλίψη με το πέρασμα κάποιου ξένου
σε κάποιο μοναχικό σημείο.
Αλλά χθες,
όταν οι δύο ξένοι που συνάντησα
εξαφανίστηκαν στη στροφή του στενού μονοπατιού,
η καρδιά μου πήγε μαζί τους
κι εκείνοι έμειναν μ’ εμένα.

Από πού ήταν
και σε τι πίστευαν
δεν ξέρω
κι ούτε με νοιάζει.
Ήταν σαν κι εμένα,
μόνοι σ’ ένα μέρος μοναχικό,
αναζητώντας κάποια καινούργια θέα,
σκαρφαλώνοντας σ’ επίκινδυνα μονοπάτια
και ξανακατεβαίνοντας στην κοιιλάδα
γι’ άλλη μια φορά.

Αυτό το ακατάπαυστο σκαρφάλωμα
για το φτάσιμο στην βουνοκορφή,
σπάνια πετυχαίνοντας αυτή τη δόξα,
αλλά πάντα κατεβαίνοντας
πίσω στην πεδιάδα,
όπου οι άνθρωποι έχουν τα σπίτια τους,
ήταν η μοίρα μου
τη μια ζωή μετά την άλλη.

Τώρα, όμως,
ω, ξένοι,
έφτασα στην κορφή
του γεμάτου μυστήριο βουνού.
Ξέρω πολύ καλά τις δυσκολίες του,
τις μεγάλες χαράδρες που το κόβουν,
τους γκρεμούς
όπου οι άνθρωποι
γλιστρούν και πέφτουν,
ξέρω πολύ καλά
τ’ αμέτρητα τα μονοπάτια
που κυκλώνουν το βουνό,
αλλά που όλα συναντιούνται
στη στενή πλαγιά
που πέρα από ‘κει
όλοι πρέπει να σκαρφαλώσουν προς τα πάνω
αν θέλουν να φτάσουν
στου βουνού την κορυφή.

Υπάρχει μόνο ένα μονοπάτι
που οδηγεί ψηλά,
πέρα από ‘κείνη την πλαγιά
όπου όλα τα μονοπάτια
βρίσκονται μαζί.

Ω, ξένοι,
δεν ξέρω
πού ήσασταν πριν,
από τι αγωνίες
και από τι χαρές
περνάτε,
αλλά είσαστε εγώ.

Σαν δύο αστέρια
που ξαφνικά
γεννιούνται
μια νύχτα σκοτεινή,
έτσι κι εσείς οι δυο
φανήκατε μπροστά μου
και μείνατ’ εκει για πάντα.
Η καρδιά μου είν’ η καρδιά
του Πολυαγαπημένου μου
που μέσα της χωράει χιλιάδες.

Ω, ξένοι μου,
γι’ άλλη μια φορά
εσείς κι εγώ θ’ ανταμώσουμε
στην κατοικία όπου μένω
και είναι το τέλος
όλων των ταξιδιών.

Η ένωση με τον Αγαπημένο
Σημαίνει όλους να τους αγαπάς,
Γιατί μέσα σ’ όλους
ο Αγαπημένος κατοικεί.

Κρισναμούρτι “Παραβολές και ποιήματα”
μεταφρ. Ν.Πιλάβιος εκδ.Κέδρος

Κρισναμούρτι “Παραβολές και ποιήματα” μεταφρ. ΝΠιλάβιος εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

644664_449905618427240_1792261806_n

Όταν υπάρχει ελευθερία στη Ζωή, υπάρχει τάξη.
Αλλά όταν υπάρχει σκλαβιά, η σύγχυση είναι μεγάλη.

Όσο ήρεμα είναι τα νερά που χαίρονται
το πεντακάθαρο βλέμμα τ’ ουρανού,
έτσι είναι η Ζωή
μέσα στην πληρότητα της ελευθερίας της.
Όσο άγρια είναι τα νερά που ορμάνε,
γεμίζοντας την κοιλάδα με βαθιά ανησυχία,
έτσι είναι και η Ζωή μέσα στη σκλαβιά της σύγχυσής της.

Άσε τη Ζωή να ζωγραφίσει την ομορφιά της
πάνω στον καμβά της ύπαρξης σου.
Μείνε φόντο της αρτιότητας της.
Και μην εμποδίζεις το στρωτό κύλισμά της.

Αυτός που περπατάει ακέραιος μέσα στη σύγχυση
είναι ερωτευμένος με τη Ζωή.

Κρισναμούρτι “Παραβολές και ποιήματα” μεταφρ. ΝΠιλάβιος εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

DSCN0820

Βασιλεύει βαθιά σιωπή. Ο άνεμος έπαψε να παίζει με τα φύλλα. Τα πουλιά είναι ήσυχα, ήσυχα σαν θάνατος, και το δυνατό δέντρο βυθίζεται μελαγχολικά σε σκέψεις. Οι σκιές έχουν βαρύνει και απλώνεται περισσότερη γαλήνη και περισσότερη δροσιά, τα πράσινα τρυφερά χορτάρια με κοιτάζουν με τα μικρά ερευνητικά μάτια τους, εξετάζοντας με το μικρό τους νου τους λόγους της απρόβλεπτης υποχώρησής μου, ψιθυρίζοντας το ένα στο άλλο για να μου δώσουν κουράγιο. Το Μονοπάτι με τις πάμπολλες εμπειρίες και τη μεγάλη κατανόηση χαμογελά μπροστά στην πάλη μου με τους δισταγμούς μου χωρίς ούτε να μ’ ενθαρρύνει ούτε να χαίρεται. Είναι ένα χαμόγελο σοφίας και γνώσης που λέει: «Μπορείς να κάνεις ό,τι επιθυμείς, αλλά η μετάνοια σε περιμένει».

Έγινε η επιλογή μου. Σαν την πρωινή ομίχλη που διαλύεται απαλά με τις πρώτες ζεστές ακτίνες του ήλιου που ανατέλλει αργά, έτσι και το υπέροχο δέντρο της ικανοποίησης σβήνει σιγά σιγά μπροστά στα μάτια μου’ τα χαρούμενα πουλιά εξαφανίζονται όπως πριν από το γρήγορο πλησίασμα μιας καταιγίδας και το πράσινο χορτάρι μαραίνεται κάτω από τις καυτές αχτίδες του ήλιου. Μένουν μόνο μερικά αμυδρά αχνάρια από το παρελθόν. Το Μονοπάτι με οδηγεί κι εγώ ταπεινά ακολουθώ.

Σε ακανόνιστα διαστήματα, σε όλο το μήκος του δρόμου, εμφανίζονται δέντρα που με προσκαλούν να δοκιμάσω τα λαμπερόχρωμα και ζουμερά φρούτα τους και ν’ απολαύσω τη γλύκα τους. Θα μαλάκωναν τον ξεραμένο μου λαιμό και θα έσβηναν τη φλόγα της δίψας μου, αλλά το Μονοπάτι μου είναι άτεγκτο και τα προσπερνώ. Πιο πέρα υπάρχουν υπέροχα σπιτικά, μέρη απόλαυσης και χαράς, με τις πόρτες τους πάντα ανοιχτές να καλωσορίζουν τον ταλαιπωρημένο από το ταξίδι προσκυνητή. Από σπίτι σε σπίτι περνάει ένας αιώνας και πολλές ζωές κι ο κουρασμένος ταξιδιώτης είναι πάντα ένα πρόθυμο θύμα της γοητείας τους. Λαχταρώντας το θελκτικό τους καταφύγιο, πάμπολλες φορές στάθηκα διατακτικός στο κατώφλι τους’ μερικές φορές παραστράτησα μπαίνοντας μέσα, για να βγω γεμάτος ντροπή και να ξαναρχίσω να περπατώ με χαρά πάνω στο καθαρό και καμένο από τον ήλιο Μονοπάτι.

Μπήκα στο σπίτι με τα δυνατά και όλο εγωισμό πάθη, με τις χονδροειδείς ικανοποιήσεις και τις αισχρότητές του και γλέντησα όλα όσα μπορούσε να μου δώσει. Πολύ συχνά καθυστέρησα τα βήματά μου περνώντας έξω από το σπίτι με τους πολλούς ψεύτικους φόβους κι από το σπίτι του κορεσμού με τις φευγαλέες ικανοποιήσεις, από το σπίτι της κολακείας και από το σπίτι της μάθησης, όπου φυγές και ψέματα αποκοιμίζουν τον ανίδεο μόνο και μόνο για να παρασυρθεί μέσα στο σπίτι εκείνης της αγάπης που περιορίζει, που είναι όλο εγωισμό, που είναι σκληρή, που ξεχνάει όλους εκτός από τον έναν, της αγάπης που προσκολλάται, της αγάπης που είναι όλο πόθο’ της στενόκαρδης αγάπης του πατέρα, της μάνας, της αδελφής, του αδελφού και του παιδιού, της αγάπης που αργά και ανελέητα καταστρέφει τα ευγενικότερα αισθήματα, της αγάπης που αρκείται στα ασήμαντα πράγματα.

Πάμπολλες φορές πέρασα το κατώφλι του σπιτιού της μακάριας άγνοιας και κατοίκησα στο αστραφτερό σπίτι της κούφιας κολακείας και στο καταθλιπτικό σπίτι του μαύρου μίσους και του πανούργου δόλου. Συχνά υπέκυψα στους πειρασμούς του ακατάλυτου σπιτιού της μισαλλοδοξίας, του βίαιου σπιτιού του πατριωτισμού, που θρέφει δηλητηριώδη και πολεμόχαρα μίση, και του σπιτιού της απόμακρης και παγωμένης υπερηφάνειας, που είναι απρόσιτη και απλησίαστη. Μπήκα στο σπίτι της φιλίας που ξεριζώνει τη φιλία για άλλους καθώς κατατρώγεται από ζήλια’ και στο σπίτι της συγκαλυμμένης και ταλαντούχας ανηθικότητας, όπου κατέλυσα για πολλές εξαντλητικές εποχές. Και επισκέφθηκα το σπίτι της στενόμυαλης σοφίας που αφήνει απ’ έξω κάθε άλλη γνώση εκτός από τα δικά της μικρόψυχα δημιουργήματα, καθώς και το σπίτι της ημιμάθειας που καταλαβαίνει λίγα, αλλά καταδικάζει βίαια και κραυγαλέα όλα όσα είναι πέρα από τη δική της μηδαμινή αντίληψη.

Σε πάμπολλα σπίτια θρησκειών έχω μπει και κατοίκησα μέσα στους στενόχωρους τοίχους τους, αποκοιμισμένος στα γόνατα της σκοτεινής προκατάληψης, λατρεύοντας ψεύτικους θεούς, θυσιάζοντας αθώα πλάσματα στους βωμούς των ναών τους και παίρνοντας μέρος σε ανώφελους θρησκευτικούς πολέμους και άγριους διωγμούς. Αναζήτησα το φως περιπλανώμενος μέσα σε σκοτεινά σπίτια κι έχασα το δρόμο μου από κει και μετά, τυφλός κι απαρηγόρητος.

Το πονετικό Μονοπάτι πάντα μου έδειχνε κατανόηση όταν γύρισα στη γυμνή αγκαλιά του με το κεφάλι σκυμμένο και την ντροπή να μου κατατρώγει την καρδιά. Πάντα με καλωσόριζε με την υπόσχεση να είναι ο οδηγός μου και ο παντοτινός φίλος μου.

Μπορώ να δω και στις δύο πλευρές αυτού του μακριού περάσματος  πάμπολλους πειρασμούς με υπέροχα σχήματα και μορφές, αλλά δεν είναι για μένα. Άσε τους άλλους να παρασύρονται, εγώ θ’ ακολουθήσω το παλιό Μονοπάτι μου. Η βασανιστική ανάγκη μου είναι ν’ αναπαυθώ και να πιω απ’ τη βαθιά πηγή που εδώ και πολύ καιρό μου έχει ταχθεί και δε θέλω με τίποτα πια να σβήσω την πανάρχαιη δίψα μου σε σκοτεινές τεχνητές πηγές. Ναι, όσο μακριά μπορούν να δουν τα μάτια μου, απατηλά πράγματα μου φράζουν τη θέα. Κάποτε μπορούσα να μιλάω ήσυχα και για πολλή ώρα με το μοναδικό μου σύντροφο, το Μονοπάτι, αλλά τώρα είναι σιωπηλό, πνιγμένο από χιλιάδες ήχους. Κάποτε υπήρχε βαθιά γαλήνη και ησυχία, αλλά τώρα η άγια σιωπή κομματιάζεται από τη βάρβαρη γλώσσα των μαζών. Κι ωστόσο, το Μονοπάτι με οδηγεί περνώντας μέσα απ’ αυτούς τους γεμάτους θόρυβο χώρους της αδιάκοπης μωρολογίας κι εγώ το ακολουθώ χωρίς να διστάζω.

Για πόσον καιρό ταξίδευα μέσα στη γη των πλανερών φαντασιώσεων δεν μπορώ να πω, αλλά αλάνθαστα και με αυστηρή περίσκεψη έμεινα κολλημένος στο δρόμο μου. Πάντα το μονοπάτι ανηφόριζε και με πονεμένα πόδια σκαρφάλωσα, επιμένοντας απελπισμένα, αλλά ποτέ δεν ξεστράτισα για να βρεθώ κάτω στη σκοτεινή κοιλάδα. Πάμπολλους αιώνες πάλεψα, αποκρούοντας τις εφήμερες απολαύσεις και διαθέσεις, κι ωστόσο, πάντα ξεφυτρώνουν μπροστά μου πειρασμοί με καινούριες και ποικίλες μορφές για να με εξαπατήσουν.

Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπέσω θύμα τους, αλλά και πάλι… Πέστε μου, άσπλαχνοι θεοί, θα υπάρξει ποτέ τέλος σ’ αυτές τις άθλιες προκλήσεις και σ’ αυτή τη χώρα των ψεύτικων και πρόσκαιρων επιθυμιών; Για πόσους αιώνες δεν έχω βαδίσει σ’ αυτό το Μονοπάτι του δικαίου! Κι ωστόσο δε φαίνεται ακόμα το τέρμα του. Ή μήπως αυτό είναι ο προορισμός που καρτερώ; Όχι, δεν μπορεί, γιατί έχω δει, μια φορά κι έναν καιρό, σε πολύ μακρινή εποχή, την κορυφή της φώτισης. Αλλά για πόσες ενσαρκώσεις ακόμα θα πρέπει να περιπλανηθώ -ανάμεσα στη θλίψη και στα βάσανα πριν να χτυπήσω τις πύλες της μακαριότητας; Χωρίς απαιτήσεις, χωρίς ερωτήματα και χωρίς θρήνους, πρέπει να βαδίσω σ’ αυτό το μονοπάτι για άλλη μια εποχή.

Είμαι εξαντλημένος και αποκαρδιωμένος- έχω  υπομεί νει  ενσαρκώσεις μεγάλης δυστυχίας και πόνου. Μάταιες ελπίδες κι υποσχέσεις μου έδιναν δύναμη’ ακατάλυτη υπήρξε η επιθυμία μου για τον τελικό προορισμό- επίμονο υπήρξε το τυφλό ψηλαφητό ψάξιμο της αλήθειας και άφθαρτος ο φλογερός ενθουσιασμός μου. Είναι δυνατόν όλη η οδυνηρή θλίψη και τα ατέλειωτα βάσανα να ήταν ανώφελα; Δεν μπορεί το αγαπημένο μου Μονοπάτι να με οδηγήσει στην κορφή του βουνού, όπως ξεκάθαρα και σταθερά έχει υποσχεθεί; Κι ωστόσο, άραγε λες, ύστερα από τόσο δυνατό πόνο κι απερίγραπτη λαχτάρα, ο δρόμος να οδηγεί στη μέση μιας απέραντης έκτασης από θολές ψευδαισθήσεις; Γιατί; Αχ! Τι έχω κάνει και τι παράτησα χωρίς να το κάνω; Τι μικροπράγματα της ζωής αρνήθηκα, τι θυσίες πρέπει ακόμα να προσφερθούν, τι μεγαλύτερες ακόμα αγωνίες πρέπει να περάσω; Τι μεγαλύτερο ακόμα εξαγνισμό πρέπει να υποστώ, πόσο πιο μανιασμένο κάψιμο πρέπει ν’ αντέξω και πόσο πιο δυνατή ακόμα εμπειρία από βάσανα με περιμένει πριν φτάσω στην κατοικία της φώτισης και της ιερής ικανοποίησης;

Η μάνα που με γέννησε δεν ήξερε τι έκανε’ κι αν γνώριζε ότι το γάλα που τόσο τρυφερά με τάισε θα γινόταν δηλητήριο, θα με είχε γλιτώσει απ’ αυτά τα ατέλειωτα βάσανα. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν έπαυα να υπάρχω μόλις χτυπούσαν μεσάνυχτα, αλλά είναι μάταιο να θρηνώ και να εναντιώνομαι στο αναπόφευκτο. Άμεμπτη είναι η αγαπημένη μου μητέρα και άκαρπες οι κραυγές μου ενάντια στους πόνους της εξέλιξης. Και εν τέλει αυτό το ψάξιμο στα τυφλά, αυτό το ψάξιμο στο σκοτάδι, πρέπει να πάψει’ γιατί πρέπει να βρεθεί η πόρτα της γνώσης’ πρέπει να υπάρξει το φως που οδηγεί, η αλήθεια που δίνει ικανοποίηση, η φώτιση που φέρνει γαλήνια ευτυχία.

Α! Δεν μπορώ πια να κλάψω, το σώμα μου είναι τόσο αδύναμο που δεν μπορεί να σταθεί όρθιο, η δύναμή μου ξεγλιστράει λίγο -λίγο  έξω από το σώμα μου, όλο μου το είναι επαναστατεί ενάντια σ’ αυτό το αλύπητο άδειασμα. Δεν μπορεί πια κάποιος θεός να στρέψει το σπλαχνικό βλέμμα του στο μοναχικό, εξαντλημένο ταξιδιώτη; Ω, Εσείς, Κύριοι της Σοφίας, δείξτε συμπόνια κι αφήστε να πέσει σαν βροχή το απέραντο έλεος που μπορεί να γιατρέψει και να δώσει φως στον ταξιδιώτη που έχει χαθεί μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Α, εσείς, δροσερές νύχτες, αναγκάστε τον καυτερό ήλιο να φύγει μακριά κι εσείς, σκοτεινά σύννεφα, σκεπάστε τις φλογισμένες αχτίδες! Αχ, πού είναι το δυνατό χέρι που θα μπορούσε να με οδηγήσει και να με στηρίξει, εκείνη η ευγενική φωνή που θα μπορούσε να με παρηγορήσει και να μου δώσει κουράγιο, εκείνη η αγκαλιά και το φιλί που θα μπορούσε να με κάνει να ξεχάσω! Είμαι απελπισμένος και φωνάζω με φωνή που αργοπεθαίνει…

Η φωνή της βαθιάς ησυχίας μού απαντάει με απόλυτη σιωπή και το κενό αντηχεί αυτή τη φρικτή σιγαλιά. Το αγαπημένο μου Μονοπάτι μου χαμογελάει, αλλά οικτρά και παντού, ακόμα κι ανάμεσα στα όλο κεφάτη φασαρία σπίτια, βασιλεύει βαθιά και φριχτή ησυχία, όπως σε μια νύχτα που κάποια δολοφονική πράξη γεννιέται ή όπως όταν ο τάφος στο προαύλιο κάποιας εκκλησίας ανοίγει τα δυνατά σαγόνια του σαν σε πνιγμένο χασμουρητό. Είμαι εξουθενωμένος και παραπατάω. Το τέλος της ίδιας μου της ύπαρξης έχει σιμώσει πολύ πια. Με τα μάτια του νου μοιάζει να διακρίνω το όραμα του ουρανού της τέλειας γαλήνης και του ησυχαστηρίου για τον αποκαμωμένο και τον καραβοτσακισμένο. Κι ωστόσο, για πόσους αιώνες ακόμα πρέπει ν’ αντέξω κι άλλο αυτό τον πόνο του νου, αυτό το ορμητικό αίσθημα του ανικανοποίητου, αυτή την οδύνη αιώνων κι αυτό το βάσανο των πόνων του κορμιού, δεν μπορώ να πω. Όσο μακριά μπορεί να δει το μάτι μου, δε βλέπω παρά αλλοπρόσαλλα και πρόσκαιρα πράγματα. Κι όμως, σε κάθε βήμα μου πάλλεται μέσα μου η σιγουριά ότι το τέλος του μακρινού ταξιδιού είναι κοντά και πλησιάζει σαν πλοίο στη θάλασσα. Μακάρι οι θεότητες που είναι ψηλά να με φέρουν γρήγορα στον προορισμό μου!

Ξαφνικά ο αέρας μένει ακίνητος, με κομμένη την ανάσα από κάποια μεγάλη προσδοκία, και επικρατεί σιωπή σαν εκείνη που έρχεται για μια στιγμή μόνο ύστερα από ένα λαμπρό ηλιοβασίλεμα, όταν όλη η γη βρίσκεται σε βαθιά λατρεία. Υπάρχει βαθιά σιγαλιά όπως σε μια νύχτα όπου τα μακρινά αστέρια στέλνουν απαλά φιλιά το ένα στο άλλο’ υπάρχει μια απρόσμενη ησυχία, όπως η ξαφνική ακινησία σε μια γεμάτη κεραυνούς καταιγίδα, και βασιλεύει μεγάλη γαλήνη όπως στα προαύλια των ιερών ναών. Μέσα μου, ο πόνος και η θλίψη αιώνων κάπως ησυχάζουν- υπάρχει ένα αμυδρό και ηρεμιστικό μουρμουρητό στον αέρα, καθώς τα μάτια μου κλείνουν απαλά. Τα πάντα, ζωντανά και άψυχα, ξεκουράζονται από τον εξαντλητικό μόχθο τους. Όλη η γη κοιμάται ειρηνικά και ονειρεύεται γλυκά όνειρα. Ο ήλιος, που οι μανιασμένες αχτίδες του με καίνε τόσους αιώνες αλύπητα, έχει γίνει ξαφνικά ευγενικός και υπάρχει δροσιά όπως σ’ ένα πυκνοφυτεμένο δάσος. Η θειότητα  παίρνει σχήμα μέσα μου.

Το Μονοπάτι έχει γίνει πολύ πιο απότομο και αδύναμα σκαρφαλώνω στην ανηφόρα. Καθώς ανεβαίνω σ’ αυτόν το λόφο, οι κατοικίες των αμέτρητων απολαύσεων της σάρκας, τα σπίτια των πάμπολλων επιθυμιών και τα πράσινα δέντρα σπανίζουν όλο και περισσότερο, και καθώς φτάνω στην κορφή οι ελκυστικές φαντασιώσεις εξαφανίζονται εντελώς. Το Μονοπάτι συνεχίζει να ανεβαίνει σαν μια μακριά ευθεία λωρίδα, ο αέρας είναι πιο δροσερός και το σκαρφάλωμα είναι ευκολότερο. Μια καινούρια ενέργεια γεννιέται μέσα μου και ξεχύνομαι προς τα μπρος με ξανανιωμένο ενθουσιασμό.

Μακριά, πάνω στα ψηλά, το Μονοπάτι μου εξαφανίζεται μέσα σε ένα πυκνοφυτεμένο άλσος, με δυνατά και πανάρχαια δέντρα. Δεν τολμώ να κοιτάξω πίσω μου, ούτε σε καμιά από τις δύο πλευρές, γιατί χάσκει ο γκρεμός και ο δρόμος έχει γίνει επικίνδυνα στενός. Διασχίζω αυτό το επικίνδυνο πέρασμα εξαντλημένος και σε μια ονειρική κατάσταση, με τα μάτια πάντα στυλωμένα στο πολύ μακρινό θέαμα, χωρίς σχεδόν να κοιτάζω ή να νοιάζομαι πού πατάω. Βρίσκομαι σε μεγάλη έκσταση, γιατί η αμυδρή θέα μπροστά μου  μου έχει εμπνεύσει μια βαθιά και μόνιμη ελπίδα. Με ανάλαφρα βήματα τρέχω μπροστά, γεμάτος φόβο μήπως η ευτυχισμένη εικόνα διαλυθεί και μου φύγει, όπως έχει γίνει τόσο συχνά. Δεν υπάρχει άλλος ταξιδιώτης μπροστά μου, αλλά ο δρόμος είναι λείος σαν να έχει φαγωθεί από χιλιάδες πατημασιές μέσα σε αμέτρητους αιώνες- γυαλίζει σαν καθρέφτης- γλιστράει. Βαδίζω σαν να περπατώ κοιμισμένος, τρέμοντας μήπως ξυπνήσω ανάμεσα σε απατηλές πραγματικότητες και εφήμερα πράγματα. Η θέα φαίνεται πιο καθαρά και ευδιάκριτα καθώς πλησιάζω γρήγορα.

Οι ελεήμονες Θεοί έχουν επιτέλους ανταποκριθεί στα αξιολύπητα καλέσματά μου, που φώναζα στην ερημιά. Το μακρύ κι όλο θλίψη ταξίδι μου έφτασε στο τέρμα του- το θαυμαστό ταξίδι μου έχει αρχίσει. Μακριά μπροστά μου υπάρχουν άλλα Μονοπάτια και άλλες πύλες που τις πόρτες τους θα χτυπήσω με μεγαλύτερη σιγουριά και πιο χαρούμενη και γεμάτη κατανόηση καρδιά. Απ’ αυτό το ύψος μπορώ να δω όλα τα Μονοπάτια που απλώνονται από κάτω μου. Όλα συναντώνται σ’ αυτό το σημείο, παρ’ όλο που τα χωρίζουν τεράστιες αποστάσεις, πάμπολλοι είναι οι ταξιδιώτες σ’ αυτά τα μοναχικά Μονοπάτια, αλλά ο κάθε ταξιδιώτης είναι υπερήφανος μέσα στον τυφλό κι ανόητο διαχωρισμό του απ’ τους άλλους, γιατί υπάρχουν πολλοί που τον ακολουθούν και πολλοί που προπορεύονται. Είναι όλοι τους σαν κι εμένα, χαμένοι στο δικό τους στενό μονοπάτι, αποφεύγοντας και παρακάμπτοντας το μεγάλο δρόμο. Παλεύουν στα τυφλά μέσα στην άγνοιά τους, περπατώντας μέσα στην ίδια τους τη σκιά και κολλημένοι απελπισμένα στις δικές τους ασήμαντες αλήθειες, αποζητούν απεγνωσμένα τη μεγάλη αλήθεια.

Το Μονοπάτι μου, που μ’ έχει οδηγήσει μέσα από άγριες και βαρυφορτωμένες με καταιγίδες χώρες, στέκει στο πλάι μου. Με μάτια που τρέχουν δάκρυα κοιτάζω αυτούς τους αποκαμωμένους και με θλιμμένα μάτια ταξιδιώτες. Αγαπημένοι μου, η καρδιά μου κομματιάζεται από το σκληρό θέαμα, γιατί δεν μπορώ να κατέβω και να τους δώσω το θείο νερό που θα σβήσει τη δυνατή δίψα τους. Γιατί πρέπει να βρουν την αιώνια πηγή μόνοι τους. Αλλά, ω, εσείς ελεήμονες Θεοί, ας μπορέσω τουλάχιστον να κάνω το μονοπάτι τους πιο στρωτό και να ελαφρύνω τον πόνο και τη θλίψη που έχουν δημιουργήσει για τους εαυτούς τους, μέσα από την άγνοια και την αξιολύπητη απερισκεψία τους!

Ελάτε όλοι εσείς που θλίβεστε και μπείτε μαζί μου στην κατοικία της φώτισης και στη σκιά της αιωνιότητας. Ας κοιτάξουμε το αιώνιο φως, το φως που δίνει παρηγοριά, το φως που εξαγνίζει. Η περίλαμπρη αλήθεια  αστραποβολάει  υπέροχα και δεν μπορούμε πια να είμαστε τυφλοί, ούτε υπάρχει ανάγκη να πηγαίνουμε ψηλαφώντας στο αβυσσαλέο σκοτάδι. Θα σβήσουμε τη δίψα μας, γιατί θα πιούμε από τα βαθιά γάργαρα νερά της πηγής της σοφίας.

Είμαι δυνατός, δεν παραπαίω πια’ η θεία σπίθα καίει μέσα μου’ είδα σε όνειρο ξύπνιος τον Κύριο των πάντων και ακτινοβολώ την αιώνια χαρά Του. Κοίταξα μέσα στη βαθιά δεξαμενή της γνώσης και είδα πάμπολλες αντανακλάσεις. Είμαι η πέτρα στον ιερό ναό. Είμαι το ταπεινό γρασίδι που το ποδοπατούν και το συνθλίβουν. Είμαι το ψηλό και επιβλητικό δέντρο που συντροφεύει κι αυτούς ακόμα τους ουρανούς. Είμαι το κυνηγημένο ζώο. Είμαι ο μισητός απ’ όλους εγκληματίας. Είμαι ο τιμημένος απ’ όλους ευπατρίδης. Είμαι η θλίψη, ο πόνος και η εφήμερη απόλαυση- το πάθος και η ικανοποίηση, η σκληρή οργή και η ατέλειωτη συμπόνια, η αμαρτία και ο αμαρτωλός. Είμαι ο εραστής και ο ίδιος ο έρωτας. Είμαι ο άγιος, είμαι ο λάτρης, είμαι ο προσκυνητής και ο οπαδός.  Είμαι  Θεός.

Κρισναμούρτι “Παραβολές και ποιήματα” μεταφρ. ΝΠιλάβιος εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

trees moon outdoors 1920x1200 wallpaper_wallpaperswa.com_32Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να κατανοήσει την ομορφιά του φεγγαριού και την απαλότητα των αχτίδων του και το λόγο που υπάρχουν. Στάθηκε κάπου, λοιπόν, και κοιτούσε στον ουρανό. Ανάμεσα σ’ αυτόν και το φεγγάρι υπήρχε ένα πανέμορφο δέντρο με λεπτεπίλεπτα κλωνάρια και τρυφερά φύλλα. Ξεχνώντας το φεγγάρι, άρχισε να εξετάζει ένα απ’ τα λεπτεπίλεπτα κλαριά και τα τρυφερά του φύλλα και χάθηκε μέσα στις σκέψεις του γι΄αυτήν την λεπτότητα κι όταν ξανακοίταξε το φεγγάρι, εκείνο είχε δύσει.
Η κατανόηση της ζωής είναι πιο ουσιαστική από την απλή, επιφανειακή γνώση των μηχανισμών της ζωής, παρόλο που κανείς πρέπει να τους γνωρίσει κι αυτούς επίσης.

Κρισναμούρτι “Παραβολές και ποιήματα” μεταφρ. ΝΠιλάβιος εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

images

Το παιδί

παρέταξε στο γυαλισμένο πάτωμα

τα παιχνίδια του,με τάξη και φροντίδα.

Το τύμπανο,

την τρομπέτα,

τα κανόνια,

τα στρατιωτάκια

κι έναν αξιωματικό με πολλά χρυσά,

σίγουρα στρατάρχη,

το μακρουλό τρενάκι

με τη γυαλιστερή του μηχανή,

ένα μικρό αεροπλάνο

κι ένα μεγάλο αυτοκίνητο,

όλ’ αυτά σε μια πλευρά.

Στην άλλη πλευρά

μπήκε μια κούκλα με σγουρά μαλλιά,

ντυμένη στην τελευταία μόδα,

μ’ ένα κοντό φουστάνι,

με μαύρα ψηλά παπούτσια

και μεταξένιες κάλτσες.

Λίγο πιο κει,

κάτι άντρες με μακριά παλτά και ψηλά καπέλα,

μια σακούλα

μ’ ένα κορδόνι,

για να κλείνονται όλα εκεί μέσα.

Το παιδί τα έφτιαξε και έφυγε.

Τότε σηκώθηκε ένας απ’ τους άντρες με τα μακριά παλτά,

κρατώντας το καπέλο του στο χέρι:

«Αντιπροσωπεύω το Θεό

κι ακούστε με όλοι.

Έχω ανακαλύψει

την Κόλαση και τον Παράδεισο.

Όλοι όσοι υπακούν

πάνε στους Ουρανούς,στον Παράδεισο με τους Θεούς,

αλλά εκείνοι που δεν υπακούνε

πέφτουν στην Κόλαση και σε μεγάλη δυστυχία.

Εγώ ξέρω σε ποιον ταιριάζουν κι αξίζουν οι Ουρανοί,

μόνον εγώ μπορώ να δώσω πνευματικές διακρίσεις και

τίτλους  πνευματικούς,

μόνον εγώ μπορώ  να κάνω κάποιον άνθρωπο ευτυχισμένο

ή δυστυχή,

μόνον εγώ μπορώ να σας γνωρίσω το Θεό,

μόνον εγώ ξέρω το μονοπάτι που οδηγεί σ’ Αυτόν,

είμαι ο ιερέας του Θεού».

Ύστερα ούρλιαξε ο άντρας με τα πολλά χρυσά

και το σπαθί:

«Εγώ είμαι ο προστάτης,ο νομοθέτης

κι εκείνος  που έχει στα χέρια του τη ζωή.

Εγώ, με τους φίλους  μου τους εμπόρους,

αποφασίσαμε ν’ αρχίσουμε πολέμους,

να σφάξουμε και να σκοτώσουμε,

για να σας προστατέψουμε,φίλοι μου,απ’ τους εχθρούς σας.

Η  πατρίδα μας είναι πάνω απ’ όλα

κι αλίμονο σ’ όποιους δε σκοτώσουν,

σ’ όποιους δε φορέσουν τη στολή,

σ’ όποιους εγώ αποφασίσω ότι δεν είναι πατριώτες.

Ο Θεός είναι στο πλευρό μας κι ανεμίζει τη σημαία μας,

τη μοναδική σημαία που αξίζει».

Ύστερα ένας χοντρός,μεγαλόσωμος άντρας μίλησε ήσυχα:

«Εσείς οι δυο μπορείτε να λέτε ό,τι σας αρέσει,

αλλά εγώ είμαι που έχω τα λεφτά.

Εγώ έχω στα χέρια μου τα πάντα,

όλη την κοσμική εξουσία,

όλη τη σκληρότητα και την καλοσύνη,

την πρόοδο και την εξέλιξη.

Χωρίς εμένα τίποτα δεν μπορεί ν’ αποφασιστεί.

Είμαι άνθρωπος με μεγάλα πλούτη,

κι όχι σαν τα δικά σου πλούτη που είναι μόνο του Θεού.

Αυτά είχα να πω».

Ύστερα, ο άντρας που κανείς δεν του ‘χε δώσει σημασία

είπε:

«Μπορώ να καταστρέψω όλους τους Θεούς σας,

τις θεωρίες σας και τα πλούτη σας,

χωρίς εμένα δεν μπορείτε τίποτα να κάνετε.

Δεν μπορείτε να μου μιλάτε για Θεό

όταν είμαι πεινασμένος,

ταίστε με για ν’ ακούσω για τους Θεούς σας.

Δεν μπορείτε,έτσι,στα κανόνια

να με δίνετε τροφή.

Πληρώστε με,ενθουσιάστε με

και θα πολεμήσω.

Είστε πλούσιοι εις βάρος μου,

μοχθώ για σας,υποφέρω για σας,

εγώ είμαι το φαί και οι ανέσεις σας,

εγώ είμαι η αγάπη σας και η καταστροφή σας,

θα σας ξεγυμνώσω απ’ όλα αυτά:

Κηρύσσω απέργια».

Ύστερα μίλησε η κυρία με το κοντό φουστάνι:

«Με πιάνουν τα γέλια,

καθώς ο καθένας από σας

νομίζει πως αυτός είναι ο πιο σπουδαίος.

Εκεί που δοξάζετε τη σπουδαιότητα του εαυτού σας,

για σκεφτείτε που θα είσαστε χωρίς εμένα:

Ακόμα στον Παράδεισο ή στην Κόλαση

που κηρύττεις,φίλε με το μακρύ παλτό.

Είμαι η αδελφή σας,η μάνα σας,

η γυναίκα σας κι ο έρωτάς σας.

Παίζω πάνω στη σκηνή της ζωώδους  διασκέδασής σας,

φέρνω στον κόσμο παιδιά-μ’ όλη την αγωνία τους-

για ευχαρίστησή σας,

ντύνομαι δείχνοντας όσα χρειάζεστε

για τη δική σας ευχαρίστηση,

βάφομαι και γίνομαι γελοία

για τη δική σας ευχαρίστηση,

κάνω τα πάντα για ένα σας βλέμμα

και λαχταρώ τον έρωτά σας,

κι ωστόσο θα ‘θελα να ‘χω  παιδιά χωρίς εσάς,

αναζητάω την ελευθερία μακριά από σας,

παλεύω ν’ απελευθερωθώ από τον πόθο σας

και να σας δείξω την ισότητά μας,

κάνοντας πράγματα που σας αφήνουν άφωνους.

Θα μπω σ’ όλους τους χώρους που τους θέλετε μόνο δικούς σας,

θα πάρω όλες τις τιμές και δόξες σας,

θα με λατρέψετε,

θα με βεβηλώσετε,

είμαι γυναίκα,

αλλά εγώ είμαι ο κύριός σας».

Ύστερα  άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί,

αναπτύσσοντας τη μία και την άλλη θεωρία,

ετούτη τη λύση και την άλλη,

η μια τάξη σε σύγκρουση με την άλλη τάξη,

οι πλούσιοι σε σύγκρουση με τους φτωχούς,

οι πεινασμένοι σε σύγκρουση με τους καλοθρεμμένους.

Ατέλειωτη φασαρία και χάος,δηλαδή.

Το παιδί γύρισε πίσω,

μάζεψε τα παιχνίδια του,

κλοτσώντας ένα δυο

μες τη βιασύνη του,

κι ύστερα βγήκε απ’ το δωμάτιο

γελώντας.


Κρισναμούρτι»Παραβολές και ποιήματα» μετάφραση Ν.Πιλάβιος,εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

nature_stars_II_by_tangleduptight
XV

Δεν έχω κανένα όνομα’
είμαι σαν το δροσερό αεράκι των βουνών.
Δεν έχω κανένα καταφύγιο’
είμαι σαν τα περιπλανώμενα νερά.
Δεν έχω κανένα χώρο ιερό, σαν των σκοτεινών θεών’
ούτε βρίσκομαι στη σκιά γκρίζων ναών.
Δεν έχω βιβλία ιερά,
ούτε με την παράδοση έχω σχέση.

Δε βρίσκομαι στα λιβάνια
που σκαρφαλώνουν πάνω απ’ τους βωμούς,
ούτε στων μεγαλόπρεπων των τελετών μέσα την επίδειξη.
Δε βρίσκομαι ούτε στις ζωγραφιστές εικόνες
ούτε στη βαθιά την ψαλμωδία μιας μελωδικής φωνής.

Δεν είμαι περικυκλωμένος από θεωρίες
ούτε μολυσμένος από πίστεις.
Δεν είμαι σκλαβωμένος σε θρησκείες
ούτε στων ιερέων τους την ευλαβή αγωνία.
Δεν είμαι παγιδευμένος σε φιλοσοφίες
ούτε εγκλωβισμένος από των δογμάτων τους τη δύναμη.

Δεν είμαι ούτε χαμηλά ούτε ψηλά,
είμαι εκείνος που λατρεύει κι εκείνο που λατρεύεται.

Είμαι ελεύθερος.Το τραγούδι μου είναι το τραγούδι του ποταμού που προσκαλεί για τις ανοιχτές τις θάλασσες καθώς αδιάκοπα περιπλανιέται.
Είμαι η Ζωή.

«Η γνωριμία με την Αλήθεια είναι μία απόλυτη και τελική εμπειρία.
Ύστερα από την Αλήθεια ξαναπλάστηκε ο εαυτός μου.
Δεν είμαι ποιητής, απλώς προσπάθησα να βάλω σε λέξεις όσα συνειδητοποίησα.» Τζίντου Κρισναμούρτι,1928

«Παραβολές και ποιήματα» μετάφραση Ν.Πιλάβιος,εκδ.Κέδρος

Read Full Post »


Η ΚΑΡΔIΑ ΜΟΥ ΧΟΡΕΥΕI ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ

Με τov voυ ήρεμο,νηφάλιο, και γαλήνιο,
ελεύθερο από τις προκαταλήψεις
η καρδιά μoυ χoρεύει με τηv αγάπη σoυ.
Ω αγάπη.
Πώς μπoρώ vα ξεχάσω τηv αγάπη σoυ;
Είvαι σαv vα ζητάς από τo ρόδο,
να χαρεί μια καλoκαιριάτικη μέρα,
χωρίς τα τρυφερά τoυ πέταλα.
Αv σ’ τov κόσμo αυτό υπάρχει μovαξιά,
τότε εσύ πoυ είσαι αγάπη μoυ;
Πώς μπoρώ από σέvα vα χωριστώ,
Ω δάσκαλε τωv δάσκαλωv;
Είvαι σαv από της θάλασσας τα vερά vα ζητάς
να χωριστoύv απ’ τα χαρoύμεvα κύματά τoυς.
Όπως o ήλιoς γεμίζει τη γη,
μεε σκιές πoυ χoρεύoυv και πλατιές κηλίδες από φως,
έτσι απίστευτα, άφθovα κι εσύ, γέμισες τηv καρδιά μoυ.
Αv σ’ τov κόσμo αυτό υπάρχει μovαξιά,
τότε εσύ πoυ είσαι αγάπη μoυ;
Πώς μπoρώ από σέvα vα χωριστώ,
Ω δάσκαλε τωv δάσκαλωv;
Είvαι σαv από της θάλασσας τα vερά vα ζητάς
να χωριστoύv απ’ τα χαρoύμεvα κύματά τoυς.
Με τov voυ ήρεμο,νηφάλιο, και γαλήνιο,
ελεύθερο από τους περιορισμούς
η καρδιά μoυ χoρεύει με τηv αγάπη σoυ.
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΟΥ

Ω, ακούστε με!
Για σάς θα τραγουδήσω
του Αγαπημένου μου το τραγούδι.

Εκεί όπου το απαλό πράσινο χρώμα
της πλαγιάς του γαλήνιου βουνού
συναντά το αστραφτερό γαλάζιο
των νερών της φουρτουνιασμένης θάλασσας,
εκεί όπου το αφρισμένο το ρυάκι φωνάζει από χαρά,
εκεί όπου οι ακίνητες λίμνες καθρεφτίζουν
των ουρανών την ησυχία,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Στο λαγκάδι που κρέμεται από πάνω του
ένα σύννεφο μοναχικό
κι αναζητάει κάποιο βουνό
για ν” ακουμπήσει και να ξαποστάσει,
στον καπνό που σκαρφαλώνει ολόισιος προς τον ουρανό,
στην καλύβα με φόντο τον ήλιο πίσω της
να βασιλεύει αργά,
στο λεπτό φωτοστέφανο των σύννεφων
που χάνονται σαν αστραπή,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Ανάμεσα στις κορφές των πανύψηλων κυπαρισσιών που στήνουνε χορό,
ανάμεσα στα αιωνόβια ανεμοδαρμένα δέντρα,
ανάμεσα στους φοβισμένους θάμνους που δεν ξεκολλάνε από τη γη,
ανάμεσα στ” αναρριχητικά φυτά
που κρέμονται τεμπέλικα στους τοίχους,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Μέσα στα φρεσκοργωμένα τα χωράφια
όπου τρώνε φασαριόζικα πουλιά,
πάνω στο σκιερό το μονοπάτι που παρέα τρέχει
με το γεμάτο, το γαλήνιο ποτάμι,
δίπλα στης θάλασσας τις ακτές
όπου σκάν” τα κύματα με ορμή,
ανάμεσα στις λεύκες τις ψηλόλιγνες
που παίζουν με τον άνεμο χωρίς σταματημό,
μέσα στο δέντρο που τ” άφησε νεκρό
το περασμένο καλοκαίρι κάποιος κεραυνός,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Μέσα στ” ακίνητα, τα γαλάζια ουράνια,
εκεί όπου το στερέωμα συναντά τη γη
μαζί με το λαχανιασμένο αγέρι,
στο πρωινό το φορτωμένο μ” ευωδιές,
ανάμεσα στις πλούσιες σκιές κάποιου καυτού μεσημεριού,
ανάμεσα στις μακριές σκιές του σούρουπου που πέφτει,
ανάμεσα στα όλο χαρά και λάμψη σύννεφα
την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει,
στο φωτεινό το μονοπάτι που χαράζεται
πάνω στα νερά καθώς η μέρα σβήνει,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Μέσα στις σκιές των αστεριών,
μέσα στης σκοτεινής της νύχτας την ηρεμία τη βαθιά,
μέσα στο καθρέφτισμα του φεγγαριού
πάνω στ” ακίνητα νερά,
μέσα στη μεγάλη τη σιωπή που απλώνεται
πριν από την αυγή,
ανάμεσα στους ψιθύρους των φρεσκοξυπνημένων δέντρων,
μέσα στων πουλιών το πρωινό κελάηδημα,
ανάμεσα στις σκιές καθώς πρωτοξυπνάνε,
ανάμεσα στων μακρινών βουνών
τις ηλιοφωτισμένες τις κορφές,
πάνω στο νυσταγμένο ακόμα πρόσωπο της γης,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Αχ, νερά, το χορό σας σταματήστε
κι αφουγκραστείτε του Αγαπημένου μου τη φωνή.
Μπορείς να Τον ακούσεις
στο χαρούμενο το γέλιο των παιδιών.
Ο ίδιος ο ήχος της μουσικής
είναι η δική Του η φωνή.
Η ξαφνική κραυγή ενός μοναχικού πουλιού
φέρνει δάκρυα συγκίνησης στην καρδιά,
γιατί είναι που ακούγεται Εκείνου η φωνή.
Το μουγκρητό της αιωνόβιας θάλασσας
αναμνήσεις που έχουν αποκοιμηθεί ξυπνά
γιατί είναι το νανούρισμα της δικής Του της φωνής.
Το αεράκι τ” απαλό,
που τεμπέλικα σαλεύει στων δέντρων τις κορφές,
σου φέρνει τον ήχο της δικής Του της φωνής.
Ο κρότος του κεραυνού
που πέφτει ανάμεσα σε δυο βουνά
γεμίζει την ψυχή σου
με της δικής Του της φωνής
τη δύναμη.
Μέσα στης τεράστιας πόλης το βουητό,
με το διαπεραστικό το μούγκρισμα
κάποιου γρήγορου αυτοκινήτου,
με τους ήχους των κραδασμών μιας μηχανής
που ακούγεται μακριά,
με της νύχτας τις φωνές,
με της θλίψης την κραυγή,
με της χαράς τα ουρλιαχτά,
με την ασχήμια του θυμού,
έρχεται του Αγαπημένου μου η φωνή.
Στα μακρινά τα γαλάζια τα νησιά,
στην απαλή δροσοσταλίδα,
στο κύμα που σκάει με ορμή,
στο λαμπύρισμα των νερών,
στου πουλιού που πετάει το φτερό,
στο τρυφερό της άνοιξης το φύλλο,
του Αγαπημένου μου το πρόσωπο μπορείς να δεις.
Μέσα στους ιερούς ναούς,
μέσα στα κέντρα του γλεντιού,
πάνω στου ερημίτη το άγιο πρόσωπο,
στο τραύλισμα του αλκοολικού,
μαζί με την πόρνη,
μαζί με την αγνή παρθένα,
τον Αγαπημένο μου μπορείς να δεις.
Στ” ανθισμένα τα λιβάδια,
στις βρομερές και άθλιες πολιτείες,
μαζί με τον αγνό, μαζί με τον ανίερο,
στο λουλούδι που κρύβει μέσα του ιερότητα,
ο Πολυαγαπημένος μου είναι εκεί.
Αχ! Η θάλασσα έχει πλημμυρίσει
την καρδιά μου.
Μέσα σε μια μέρα
ζω χιλιάδες καλοκαίρια.
Ω, φίλε,
στο πρόσωπο σου βλέπω το δικό μου,
το πρόσωπο του Πολυαγαπημένου μου.

Αυτό ήταν το τραγούδι της αγάπης μου.

Κρισναμούρτι «Παραβολές και ποιήματα» εκδ.Κέδρος

Read Full Post »


XIV
Από τότε που αντάμωσα μαζί Σου,
δεν ξανάνιωσα ποτέ μου μοναξιά,
Αγαπημένε μου,

Ξένος είμαι
μ’ όλους τους ανθρώπους,
σ’ όποιον τόπο κι αν βρεθώ.
Ανάμεσα σε πλήθη ξένων,
μόνος μου υπάρχω,
σαν το άρωμα του γιασεμιού.
Με τριγυρίζουν διάφοροι,
αλλά δεν ξέρω από μοναξιά
για να με παρασύρουν.

Θρηνώ γι’ αυτούς τους ξένους
πόσο μόνοι τους είναι!
Από μοναξιά απέραντη γεμάτοι,
φοβισμένοι ζητούν να βρουν βοήθεια
σ’ άλλους ανθρώπους,που κι εκείνοι
είναι μόνοι σαν αυτούς.

Επισκέπτης είμαι
στον κόσμο αυτόν
των πρόσκαιρων πραγμάτων,
κι έτσι με τίποτα δεν είμαι δεμένος.
Σε καμία χώρα δεν ανήκω,
κανένα σύνορο δε με χωρίζει από καμιά.

Αχ,φίλε μου,
θρηνώ για σένα.
Χτίζεις θεμέλια,
αλλά το σπίτι σου πέφτει
μόλις έρθει η αυγή.
Έλα μαζί μου,
φίλε,
έλα να μείνεις στου Αγαπημένου μου το σπίτι.
Παρ’ όλο που θα περιπλανιέσαι σ’ ολόκληρη τη Γη,
χωρίς να έχεις τίποτα στην κατοχή σου,
θα σε καλωσορίζουν σαν την υπέροχη άνοιξη,
γιατί μαζί σου θα’ ναι
ο Σύντροφος των πάντων.

Ζήσε μαζί μου,
φίλε,
ο Αγαπημένος μου κι εγώ
είμαστε ένα.

Κρισναμούρτι «Παραβολές και ποιήματα» μεταφρ. ΝΠιλάβιος εκδ.Κέδρος

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: