Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘«Μιλώντας για το Θεό»’ Category

Αποτέλεσμα εικόνας για krishnamurti

Αυτό που είναι ιερό δεν έχει ιδιότητες. Μια πέτρα σε ένα ναό, μια εικόνα σε μια εκκλησία, ένα σύμβολο δεν είναι ιερά. Ο άνθρωπος τα ονομάζει ιερά, κάτι άγιο που πρέπει να λατρεύεται, κάτω από πολύπλοκες παρορμήσεις, από φόβους και επιθυμίες. Αυτή η «ιερότητα» εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο πεδίο της σκέψης· οικοδομείται από τη σκέψη και στη σκέψη δεν υπάρχει τίποτα καινούριο ή άγιο. Η σκέψη μπορεί να συναρμολογεί τις πολυπλοκότητες των συστημάτων, των δογμάτων, των πίστεων, και οι εικόνες, τα σύμβολα που προβάλλει δεν είναι πιο άγια από τα αρχιτεκτονικά σχέδια ενός σπιτιού, ή το σχέδιο ενός καινούριου αεροπλάνου. Όλα αυτά βρίσκονται μέσα στα όρια της σκέψης και δεν υπάρχει τίποτα ιερό ή μυστικιστικό σε όλα αυτά. Η σκέψη είναι ύλη και μπορεί να μετατραπεί σε οτιδήποτε άσχημο ή όμορφο.
Υπάρχει, όμως, μια ιερότητα που δεν ανήκει ούτε στη σκέψη ούτε σε συναίσθημα που νεκραναστημένο από τη σκέψη. Δεν είναι αναγνωρίσιμη από τη σκέψη ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τη σκέψη. Η σκέψη δεν μπορεί να τη διατυπώσει. Αλλά υπάρχει μια ιερότητα, ανέγγιχτη από οποιοδήποτε σύμβολο ή λέξη. Δεν είναι μεταδόσιμη. Είναι γεγονός.
Τα γεγονότα είναι για να τα κοιτάς και το κοίταγμά τους, δεν γίνεται μέσα από τις λέξεις. Όταν ένα γεγονός ερμηνεύεται, παύει να είναι γεγονός· γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό. Το κοίταγμα έχει μέγιστη σημασία. Το κοίταγμα βρίσκεται έξω από το χώρο και το χρόνο· είναι άμεσο, στιγμιαίο. Και ό,τι έχει κοιταχτεί δεν είναι ποτέ ξανά το ίδιο. Δεν υπάρχει, «ξανά» ή «στο μεταξύ».
Αυτή η ιερότητα δεν έχει κανένα πιστό, παρατηρητή της που διαλογίζεται πάνω της. Δεν βρίσκεται στην αγορά για να αγοραστεί ή να πουληθεί. Είναι όπως την ομορφιά που δεν μπορείς να τη δεις μέσα από κάτι αντίθετό της, γιατί δεν έχει αντίθετο. 

Κρισναμούρτι “Σημειώσεις” μετ.Ν.Πιλάβιος εκδ.καστανιώτη

Read Full Post »

 

Αποτέλεσμα εικόνας για krishnamurti

Κρισναμούρτι: Είστε επιστήμονας, έχετε κάνει έρευνες για την ατομική ενέργεια, για το άτομο και λοιπά. Όταν κανείς έχει ερευνήσει όλα αυτά, δεν αισθάνεται ότι υπάρχει και κάτι πολύ πιο πέρα από όλα αυτά;
Ντέιβιντ Μπομ: Μπορεί να αισθάνεσαι πάντα ότι υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα, αλλά εκείνο δεν σου λέει τι είναι. Είναι ξεκάθαρο πως ό,τι γνωρίζει κανείς είναι περιορισμένο.
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Και πρέπει να υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα.
Κ: Πώς μπορεί, «εκείνο» να επικοινωνήσει μαζί σας, έτσι ώστε εσείς, με τις επιστημονικές σας γνώσεις, με την ικανότητα του εγκεφάλου σας, να μπορέσετε να το «πιάσετε», να το συλλάβετε;
Ν.Μ.: Λέτε ότι δεν μπορεί να το συλλάβει κανείς;
Κ: Όχι. Δεν λέω ότι δεν μπορείτε να το συλλάβετε. Πώς μπορείτε να το συλλάβετε; Μπορείτε να το συλλάβετε;
Ν.Μ.: Κοιτάξτε, δεν είναι ξεκάθαρο. Λέγατε πριν ότι δεν μπορεί να το συλλάβει…
Κ: Να το συλλάβετε, με την έννοια του αν μπορεί ο νους σας να υπερβεί τις θεωρίες. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι το εξής: μπορείτε να προχωρήσετε βαθιά μέσα σ’ εκείνο; Όχι να προχωρήσετε, με την έννοια του χρόνου και όλα αυτά. Μπορείτε να «μπείτε» μέσα σ’ εκείνο; … Όχι… όλα αυτά είναι λόγια…. Τι υπάρχει πέρα από το κενό; Η σιγή;
Ν.Μ.: Αυτή δεν είναι παρόμοια με το κενό;
Κ: Ναι, εκεί θέλω να καταλήξω. Ας προχωρήσουμε βήμα-βήμα. Είναι η σιγή ή μήπως η σιγή αποτελεί μέρος του κενού;
Ν.Μ.: Ναι, θα το έλεγα αυτό.
Κ: Κι εγώ θα το έλεγα. Αν δεν είναι η σιγή, θα μπορούσαμε – απλώς ρωτάω – θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάτι το απόλυτο; Καταλαβαίνετε;
Ν.Μ.: Ναι, θα μπορούσε να πάει ο νους μας στο απόλυτο. Θα πρέπει να είναι κάτι τελείως ανεξάρτητο· αυτό σημαίνει πραγματικά, «απόλυτο». Δεν εξαρτάται από τίποτα…
Κ: Ναι.. πλησιάζετε.
Ν.Μ.: …Κινείται εντελώς από μόνο του· έχει, κατά κάποιο τρόπο, δική του ενέργεια.
Κ: Ναι. Θα λέγατε ότι τα πάντα έχουν μια αιτία, κι ότι εκείνο δεν έχει καμία απολύτως αιτία;
Ν.Μ.: Βλέπετε, αυτή η αντίληψη είναι ήδη παλιά. Αυτή η αντίληψη αναπτύχθηκε από τον Αριστοτέλη, ότι εκείνο το απόλυτο είναι η αιτία του εαυτού του.
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Δεν έχει αιτία, κατά μία έννοια. Αυτό είναι το ίδιο.
Κ: Βλέπετε, ότι από τη στιγμή που είπατε, «Αριστοτέλης» – δεν είναι εκείνο. Πώς θα φτάσουμε σε εκείνο; Το κενό, που είπαμε, είναι ενέργεια και εκείνη η ενέργεια υπάρχει στη σιγή ή το αντίστροφο, δεν έχει σημασία – σωστά; Α, ναι, υπάρχει κάτι πέρα από όλα αυτά. Ίσως δεν μπορεί ποτέ να μπει σε λέξεις, αλλά πρέπει να ειπωθεί με λέξεις. Παρακολουθείτε;
Ν.Μ.: Λέτε, δηλαδή, ότι το απόλυτο πρέπει να μπει σε λέξεις, αλλά νοιώθουμε ότι δεν μπορεί; Κάθε απόπειρα να ειπωθεί με λέξεις το κάνει συγκρίσιμο.
Κ: Ναι. Δεν ξέρω πώς να τα τοποθετήσω όλα αυτά.
Ν.Μ.: Νομίζω ότι έχουμε μια μακριά ιστορία κινδύνων με το απόλυτο. Οι άνθρωποι το έβαλαν σε λέξεις, και έγινε πολύ καταπιεστικό.
Κ: Παραμερίστε τα όλα αυτά. Βλέπετε, το να αγνοείς όσα έχουν πει οι άλλοι, ο Αριστοτέλης, ο Βούδας, και λοιπά, έχει ένα πλεονέκτημα. Καταλαβαίνετε τι εννοώ; Πλεονέκτημα με την έννοια ότι ο νους δεν χρωματίζεται από τις ιδέες των άλλων, δεν παγιδεύεται σε δηλώσεις άλλων. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της διαμόρφωσής μας. Τώρα: Τι προσπαθούμε να κάνουμε; Να πάμε πέρα απ’ όλα αυτά;
Ν.Μ.: Νομίζω να επικοινωνήσουμε σε σχέση με το απόλυτο, εκείνο που είναι πέρα απ’ όλα αυτά.
Κ: Θα αφαιρούσα τη λέξη απόλυτο αμέσως.
Ν.Μ.: Τότε, ας πούμε: ό,τι κι αν είναι εκείνο το πέρα από το κενό και τη σιγή.
Κ: Ναι. Είναι πέρα από όλα αυτά. Υπάρχει πέρα από όλα αυτά. Όλα αυτά είναι μέρος μιας απεραντοσύνης.
Ν.Μ.: Ναι, αλλά ακόμα και το κενό και η σιγή – που συζητάμε εδώ – είναι μια απεραντοσύνη, έτσι δεν είναι; Η ίδια η ενέργεια είναι μια απεραντοσύνη.
Κ: Ναι, το καταλαβαίνω. Αλλά υπάρχει κάτι πολύ πιο απέραντο απ’ αυτά. Το κενό και η σιγή και η ενέργεια είναι απέραντα, πραγματικά ανυπολόγιστα. Αλλά υπάρχει και κάτι – θα χρησιμοποιήσω τη λέξη – μεγαλύτερο, από αυτά.
Ν.Μ.: Αυτό ακριβώς σκέφτομαι. Το κοιτάζω. Και μπορεί να δει κανείς ότι ανεξαρτήτως του τι λέτε για το κενό ή για οτιδήποτε άλλο, υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτά.
Κ: Ως επιστήμονας, γιατί αποδέχεστε – όχι αποδέχεστε, συγνώμη για τη λέξη – γιατί προχωράτε σ’ αυτή τη γραμμή;
Ν.Μ.: Επειδή έχουμε φτάσει με τις συζητήσεις μας μέχρι εδώ βήμα – βήμα, βλέποντας την αναγκαιότητα του κάθε βήματος.
Κ: Βλέπετε ότι όλο αυτό είναι πολύ λογικό, εύλογο, συνετό.
Ν.Μ.: Κι επίσης, μπορεί κανείς να δει ότι είναι πολύ σωστό.
Κ: Ναι. Οπότε αν πω ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από όλη αυτή τη σιγή, την ενέργεια, θα το αποδεχόσαστε; Να το αποδεχτείτε με την έννοια ότι μέχρι στιγμής ήμαστε λογικοί.
Ν.Μ.: Θα έλεγα πως για οτιδήποτε μιλάτε, υπάρχει σίγουρα και κάτι πέρα από αυτό. Για τη σιγή, για την ενέργεια, για οτιδήποτε, λογικά υπάρχει πάντα περιθώριο και για κάτι πέρα απ’ αυτά. Αλλά το θέμα είναι το εξής: ακόμα και αν επρόκειτο να πει κανείς ότι υπάρχει κάτι πέρα από όλο αυτό, εξακολουθεί λογικά να αφήνει περιθώρια για να πάει και πάλι πέρα από εκείνο.
Κ: Όχι.
Ν.Μ.: Και γιατί όχι; Βλέπετε, ανεξαρτήτως του τι λέει κανείς, υπάρχει πάντα περιθώριο για κάτι πιο πέρα.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα.
Ν.Μ.: Εντάξει, αλλά βλέπετε, αυτό το σημείο δεν είναι ξεκάθαρο.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από εκείνο. Επιμένω. Όχι δογματικά ή από πείσμα. Νιώθω ότι εκείνο είναι η αρχή και το τέλος των πάντων. Το τέλος και η αρχή είναι το ίδιο – σωστά;
Ν.Μ.: Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι χρησιμοποιείτε την αρχή των πάντων, ως το τέλος τους;
Κ: Ναι. Σωστά; Θα συμφωνούσατε;
Ν.Μ.: Ναι. Αν πούμε ότι είναι το έδαφος απ’ όπου βγαίνει, θα πρέπει να είναι και το έδαφος όπου πέφτει.
Κ: Σωστά. Αυτό είναι το έδαφος όπου υπάρχουν τα πάντα: ο χώρος, η ενέργεια, το κενό, η σιγή, όλα αυτά. Όλα. Όχι «έδαφος», αλλά καταλαβαίνετε…
Ν.Μ.: Όχι, απλώς χρησιμοποιείτε τη λέξη μεταφορικά.
Κ: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό. Καμία αιτία. Αν έχεις αιτία τότε έχεις μια αρχή διαφορετική από το τέλος.
Ν.Μ.: Έχεις ένα άλλου είδους έδαφος.
Κ: Δεν έχεις. Εκεί είναι και η αρχή και το τέλος.
Ν.Μ.: Γίνεται πιο ξεκάθαρο τώρα …
Κ: Σωστά. Σας μεταδίδει κάποια αίσθηση αυτό;
Ν.Μ.: Ναι, νομίζω, λοιπόν, ότι μεταδίδει κάτι.
Κ: Κάτι. Και θα λέγατε πηγαίνοντας πιο πέρα, ότι δεν υπάρχει καμία αρχή και κανένα τέλος;
Ν.Μ: Ναι. Βγαίνει από το έδαφος, γυρνάει στο έδαφος, αλλά δεν αρχίζει ούτε τελειώνει.
Κ: Ναι. Δεν υπάρχει καμία αρχή και κανένα τέλος. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Και είναι αυτό θάνατος, όχι ο θάνατος με την έννοια του «θα πεθάνω», αλλά το πλήρες τέλος των πάντων;
Ν.Μ.: Ναι, αλλά, αρχικά είπατε ότι το κενό είναι το τέλος των πάντων, οπότε με ποια έννοια τώρα αυτό είναι κάτι περισσότερο; Το κενό είναι το τέλος των πραγμάτων, έτσι δεν είναι;
Κ: Ναι, ναι. Είναι αυτός ο θάνατος, εκείνο το κενό; Ο θάνατος όλων όσων έχει καλλιεργήσει ο νους. Εκείνο το κενό δεν είναι προϊόν του νου, του ατομικού νου.
Ν.Μ.: Όχι, είναι ο συμπαντικός νους.
Κ: Αυτό είναι εκείνο το κενό.
Ν.Μ.: Ναι.
Κ.: Εκείνο το κενό μπορεί να υπάρξει μόνο όταν υπάρχει θάνατος – πλήρης θάνατος – του ατομικού.
Ν.Μ.: Ναι.
Κ: Δεν ξέρω αν το μεταδίδω…
Ν.Μ.: Ναι, εκείνο είναι το κενό. Αλλά στη συνέχεια λέτε ότι σε αυτό το «έδαφος», ο θάνατος πηγαίνει ακόμα πάρα πέρα;
Κ: Α, ναι.
Ν.Μ.: Οπότε λέμε ότι το τέλος του ατομικού, ο θάνατος του ατομικού είναι το κενό, που είναι κάτι συμπαντικό. Τώρα, θα πείτε ότι και το συμπαντικό πεθαίνει;
Κ: Ναι, αυτό προσπαθώ να πω. Μεταδίδει κάτι;
Ν.Μ.: Ίσως, ναι.
Κ: Περιμένετε μια στιγμή. Ας το δούμε. Νομίζω ότι μεταδίδεται κάτι, έτσι δεν είναι;
Ν.Μ.: Ναι. Τώρα αν το ατομικό και το συμπαντικό πεθαίνουν, τότε αυτό είναι πραγματικός θάνατος;
Κ: Ναι. Άλλωστε ένας αστρονόμος λέει ότι τα πάντα στο σύμπαν πεθαίνουν, εκρήγνυνται, πεθαίνουν.
Ν.Μ.: Και σίγουρα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτό.
Κ: Ναι, ακριβώς αυτό.
Ν.Μ.: Νομίζω ότι προχωράμε. Το συμπαντικό και το ατομικό. Πρώτα το ατομικό πεθαίνει μέσα στο κενό, και στη συνέχεια έρχεται το συμπαντικό.
Κ: Και πεθαίνει κι εκείνο.
Ν.Μ.: Μέσα στο «έδαφος» που είπαμε. Στην πηγή των πάντων, σωστά;
Κ: Ναι.
Ν.Μ.: Οπότε θα λέγατε ότι η «πηγή» ή το «έδαφος», ούτε γεννιέται ούτε πεθαίνει.
Κ: Σωστά.
(….)
Ν.Μ.: Ποιο είναι το εμπόδιο για τον άνθρωπο για να το δει όλο αυτό;
Κ: Το «εγώ».
Ν.Μ.: Ναι, αλλά εννοούσα βαθύτερα.
Κ: Εκεί είναι όλες οι σκέψεις σου, οι βαθιές προσκολλήσεις σου – όλα όσα σε αφορούν. Αν δεν μπορείς να τα εγκαταλείψεις, τότε δεν θα έχεις καμία σχέση με την «πηγή». Αλλά ο άνθρωπος δεν θέλει να τα εγκαταλείψει.
Ν.Μ.: Ναι, καταλαβαίνω. Αυτό που θέλει είναι ένα αποτέλεσμα του τρόπου που σκέφτεται.
Κ: Αυτό που θέλει είναι ένας άνετος, εύκολος τρόπος ζωής χωρίς κανένα πρόβλημα, και δεν μπορεί να τον έχει.
Ν.Μ.: Όχι. Πρέπει μόνο αν τα αφήσει όλα αυτά.
Κ: Πρέπει να υπάρξει μια σύνδεση. Δεν πρέπει να υπάρξει κάποια σχέση του απλού ανθρώπου με το «έδαφος», με την «πηγή»; Αλλιώς, ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Ν.Μ.: Αυτό προσπαθούσα να πω πριν. Χωρίς αυτή τη σχέση…
Κ: … δεν υπάρχει νόημα.
Ν.Μ.: Και τότε οι άνθρωποι εφευρίσκουν ένα νόημα.
Κ: Ασφαλώς.
Ν.Μ.: Ακόμα κι αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, οι αρχαίες θρησκείες έχουν πει πράγματα όπως, ότι ο Θεός είναι «η πηγή», οπότε λένε αναζητήστε τον Θεό.
Κ: Α, όχι, δεν είναι αυτό ο Θεός.
Ν.Μ.: Όχι, δεν είναι αυτό ο Θεός. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο «Θεός» που επινοούν, είναι μια προσπάθεια να μπει αυτή η έννοια ίσως πιο προσωπικά.
Κ: Ναι. «Ας τους δώσουμε ελπίδα, ας τους δώσουμε πίστη», παρακολουθείτε; «Ας κάνουμε τη ζωή λίγο πιο άνετη».
Ν.Μ.: Οπότε, σε αυτό το σημείο ρωτάτε: πώς θα μεταδοθεί αυτό (για την «πηγή» για τον Θεό) στον απλό άνθρωπο; Αυτή είναι η ερώτησή σας;
Κ: Λίγο πολύ, ναι. Και είναι επίσης σημαντικό ότι θα πρέπει να το ακούσει πραγματικά αυτό. Εσείς είστε επιστήμονας, έχετε την καλοσύνη να μ’ ακούτε επειδή είμαστε φίλοι. Αλλά ποιος από τους άλλους επιστήμονες θα ακούσει; Νιώθω ότι αν κανείς τα ακολουθούσε αυτά που λέμε, θα είχαμε έναν κόσμο σε υπέροχη τάξη.
Ν.Μ.: Ναι. Και τι θα κάναμε σε έναν τέτοιο κόσμο;
Κ: Θα ζούσαμε.
Ν.Μ.: Ναι, αλλά θέλω να πω ότι είπαμε κάτι για δημιουργικότητα…
Κ: Ναι. Γιατί τότε, όταν δεν έχεις καμία σύγκρουση, κανένα «εγώ», υπάρχει κάτι άλλο που λειτουργεί.
Ν.Μ.: Ναι, είναι σημαντικό να το πούμε αυτό, γιατί η χριστιανική ιδέα της τελειότητας ίσως μοιάζει μάλλον βαρετή γιατί δεν υπάρχει τίποτα που χρειάζεται να κάνεις!
Κ: Θα πρέπει να το συνεχίσουμε κάποια άλλη στιγμή, γιατί είναι κάτι που πρέπει να μπει σε πράξη.
Ν.Μ.: Μοιάζει αδύνατο.
Κ: Έχουμε προχωρήσει αρκετά για σήμερα.

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

 

Krishnamurti on his arrival at Plymouth.

Η ζωή μας είναι άδεια, και συνειδητοποιώντας το αυτό θέλουμε να τη γεμίσουμε. Ψάχνουμε τρόπους και μέσα, όχι μόνο για να γεμίσουμε αυτό το κενό αλλά και για να βρούμε κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί από τον άνθρωπο. Μερικοί μπορεί να παίρνουν ναρκωτικά – το LSD ή κάποιο άλλο από τα διάφορα είδη των ψυχεδελικών ναρκωτικών που προσφέρουν «επέκταση της συνείδησης» – και σε εκείνη την κατάσταση αποκτά κανείς ή βιώνει κάποια αποτελέσματα, γιατί έχει δοθεί στον εγκέφαλο κάποια ευαισθησία. Αλλά αυτά είναι χημικά αποτελέσματα. Είναι αποτελέσματα από εξωγενείς,  από εξωτερικούς παράγοντες. Παίρνει κάποιος ναρκωτικά ευελπιστώντας για κάτι κι έπειτα, εσωτερικά έχει αυτές τις εμπειρίες, αλλά καθώς έχει κάποια «πιστεύω», ό,τι βιώνει είναι ανάλογο με εκείνα τα «πιστεύω»·  οι διαδικασίες είναι ανάλογες. Και τα δύο παράγουν μια εμπειρία, όμως ο άνθρωπος και πάλι χάνεται μέσα σε μια πίστη – στο «ναρκωτικό» της πίστης του, ή στην πίστη του για το χημικό ναρκωτικό. Αναπόφευκτα παγιδεύεται στις σκέψεις του. Και κάποια στιγμή το καταλαβαίνει κανείς όλο αυτό και το απορρίπτει. δηλαδή, είναι εντελώς ελεύθερος από οποιαδήποτε πίστη. Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται αγνωστικιστής, ή ότι γίνεται κυνικός ή αδιάλλακτος. Αντιθέτως, βλέπεις τη φύση της πίστης και το γιατί η πίστη γίνεται τόσο εξαιρετικά σημαντική: επειδή φοβόμαστε – αυτή είναι βασικά η αιτία. Εξαιτίας του φόβου, όχι μόνο του καθημερινού μόχθου, αλλά και του φόβου ότι δεν θα γίνουμε κάποιοι, ότι δεν θα επιτύχουμε υλικά, ότι δεν θα έχουμε δύναμη, μια θέση στην κοινωνία, κύρος, φήμη· όλα αυτά προκαλούν πολύ φόβο και υπομένει κανείς αυτό το φόβο, αλλά και εξαιτίας αυτού του εσωτερικού φόβου είναι που η πίστη έχει γίνει τόσο σημαντική. Όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πλήρη κενότητα της ζωής, κρατιέται από την πίστη. παρόλο που μπορεί να απορρίπτει την εξωτερική όψη της εξουσίας της πίστης – η πίστη επινοήθηκε από τους ιερείς σε όλο τον κόσμο – δημιουργεί μόνος του τη δική του πίστη προκειμένου να βρει και να συναντήσει εκείνο το εξαιρετικό πράγμα που ο άνθρωπος από πάντα αναζητά, αναζητά, αναζητά…

Κι έτσι, λοιπόν, αναζητά κανείς. Η φύση, η δομή της αναζήτησης είναι πολύ ξεκάθαρη. Αλλά και γιατί πρέπει να αναζητά κανείς; Στην ουσία είναι από ιδιοτέλεια – φωτισμένη ιδιοτέλεια, αλλά και πάλι είναι από ιδιοτέλεια. Επειδή λέει: «Η ζωή είναι τόσο φτηνή, άδεια, ανιαρή, ανόητη, δεν μπορεί να μην υπάρχει κάτι περισσότερο. θα πάω σε εκείνο το ναό, σε εκείνη την εκκλησία, σε εκείνο το…». Κι έπειτα τα απορρίπτει κανείς όλα αυτά και αρχίζει να αναζητά βαθιά. Αλλά η αναζήτηση οποιασδήποτε μορφής σ’ αυτό το πεδίο, γίνεται ένα ψυχολογικό εμπόδιο. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό πολύ απλά και ξεκάθαρα. Μπορεί κανείς αντικειμενικά να απορρίπτει – και το κάνει – την αυθεντία κάθε εξωτερικού μεσάζοντα που ισχυρίζεται ότι τον οδηγεί στην απόλυτη αλήθεια, αλλά πρέπει να την απορρίπτει επειδή κατανοεί τη φύση της αναζήτησης, να απορρίπτει όλες τις αναζητήσεις. γιατί ρωτά: «Τι αναζητά κανείς;». Αν εξετάσετε τι είναι αυτό που ψάχνουμε, τι είναι αυτό που θέλουμε, δεν είναι συνέπεια αυτής της αναζήτησης το ότι εκείνο που θα βρεις είναι κάτι που ήδη γνωρίζεις, που το είχες και το έχασες, και που προσπαθείς να το βρεις; Αυτό είναι ένα από όσα συνεπάγεται η αναζήτηση. Στην αναζήτηση εμπλέκεται η διαδικασία της αναγνώρισης – με άλλα λόγια, όταν το βρεις, ό,τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, σημαίνει ότι είσαι σε θέση να το αναγνωρίσεις, αλλιώς η αναζήτηση δεν έχει νόημα. (Παρακολουθήστε με, σας παρακαλώ πολύ). Αναζητά κανείς κάτι ελπίζοντας να το βρει, κι όταν το βρει, να το αναγνωρίσει. αλλά η αναγνώριση είναι λειτουργία της μνήμης. οπότε αυτό συνεπάγεται ότι το ξέρατε ήδη από πριν, ότι ήδη το έχετε δει φευγαλέα. Ή, καθώς είστε τόσο βαριά διαμορφωμένοι από την έντονη προπαγάνδα όλων των οργανωμένων θρησκειών, αυτοϋπνωτίζεστε να είστε μέσα σε μια κατάσταση. Έτσι, όταν αναζητάς κάτι εσωτερικό έχεις ήδη μια άποψη, μια ιδέα γι’ αυτό που αναζητάς, κι όταν το «βρίσκεις», σημαίνει ότι ήδη το ήξερες, αλλιώς δεν μπορεί να υπάρχει αναγνώριση·  γι’ αυτό το λόγο εκείνο που βρίσκεις δεν είναι  αληθινό.

Επομένως πρέπει να βρει κανείς εκείνη την κατάσταση του νου όπου είναι πραγματικά ελεύθερος από κάθε αναζήτηση, από κάθε πίστη – χωρίς να γίνεται κυνικός, χωρίς να βαλτώνει. Γιατί έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι αν δεν αναζητάμε, δεν αγωνιζόμαστε, δεν παλεύουμε, δεν ψάχνουμε – αδιάκοπα – θα μαραζώσουμε. Και δεν ξέρω γιατί δεν θα πρέπει να μαραζώσουμε – λες και δεν μαραζώνουμε τώρα. Κανείς μαραζώνει πραγματικά. καθώς έρχεται ο θάνατος, καθώς γερνάει και το σώμα του φτάνει στο τέλος. Η ζωή μας είναι η διαδικασία του μαρασμού, γιατί σε αυτήν, στην καθημερινότητα, μιμούμαστε, αντιγράφουμε, ακολουθούμε, υπακούμε, συμμορφωνόμαστε – τα οποία είναι μορφές μαρασμού. Έτσι, ένας νους που δεν είναι πια παγιδευμένος σε καμία μορφή πίστης, δεν είναι  παγιδευμένος σε κάποια πίστη που έχει επινοήσει ο ίδιος και δεν αναζητά τίποτα, παρόλο που αυτό ίσως είναι λίγο πιο επίπονο, ο νους είναι τρομερά ζωντανός. Η αλήθεια είναι κάτι που υπάρχει μόνο στην κάθε στιγμή. Σαν την αρετή, σαν την ομορφιά είναι κάτι που δεν έχει συνέχεια. Αυτό που έχει συνέχεια είναι προϊόν του χρόνου και ο χρόνος είναι σκέψη.

Kρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Όταν κάποια στιγμή δει κανείς το τι έχει κάνει ο άνθρωπος στον εαυτό του, πώς βασανίστηκε, πώς αποκτηνώθηκε, με το να γίνει εθνικιστής, με το να χαθεί μέσα σε κάποια μορφή ψυχαγωγίας, είτε αυτή είναι η λογοτεχνία είτε το ένα ή το άλλο, βλέποντας όλο αυτό το πρότυπο της ζωής του, αναρωτιέται: «πρέπει κανείς να περάσει απ’ όλο αυτό»; Καταλαβαίνετε την ερώτηση; Πρέπει ένας άνθρωπος να περάσει όλη αυτή τη διαδικασία, βήμα βήμα, απορρίπτοντας κάθε πίστη – αν είσαι βέβαια και σε κάποια εγρήγορση – απορρίπτοντας κάθε μορφή αναζήτησης, απορρίπτοντας τον βασανισμό του νου, απορρίπτοντας το κυνήγι της ευχαρίστησης;

Βλέποντας κανείς τι έχει κάνει ο άνθρωπος στον εαυτό του προκειμένου να βρει εκείνο το κάτι που ονομάζει «Πραγματικότητα», «Αλήθεια», ρωτάει – σας παρακαλώ ρωτήστε τον εαυτό σας κι όχι εμένα – υπάρχει κάποιος τρόπος ή υπάρχει κάποια στιγμή έκρηξης που να τα απορρίπτει κανείς όλα αυτά με μια πνοή; Γιατί ο τρόπος (για να συναντήσεις το «κάτι») δεν είναι η αναζήτηση, δεν είναι ο χρόνος.
Η αναζήτηση συνεπάγεται χρόνο· χρειάζονται ίσως δέκα, είκοσι χρόνια ή και παραπάνω ή πάλι βρίσκεις εκείνο που αναζητάς περνώντας μέσα από μετενσαρκώσεις στους αιώνες, όπως πιστεύει όλη η Ασία. Όλο αυτή η αναζήτηση, λοιπόν, συνεπάγεται χρόνο. Κι ο χρόνος συνεπάγεται: σταδιακή απόρριψη των εσωτερικών συγκρούσεων, των προβλημάτων, το να γίνεσαι σιγά σιγά πιο σοφός, πιο πανούργος, το να μαθαίνεις σιγά σιγά – ο χρόνος αποδιαμορφώνει σταδιακά το νου. Προφανώς, λοιπόν, ο χρόνος δεν είναι ο τρόπος για να συναντήσει κανείς την Πραγματικότητα, την αλήθεια· ούτε η πίστη, ούτε οι υποκριτικές πειθαρχίες που επιβάλλονται από κάποιο σύστημα, από έναν γκουρού, από κάποιο δάσκαλο, από έναν φιλόσοφο ή από κάποιον ιερέα – όλα αυτά είναι πολύ παιδιάστικα.

Είναι, λοιπόν, δυνατόν να μην περάσεις καθόλου απ’ όλα αυτά κι όμως να βρεθείς μπροστά σ’ εκείνο το εξαιρετικό «κάτι»; Είναι αυτό δυνατόν, γιατί εκείνο το «κάτι» δεν μπορεί να προσκληθεί. Σας παρακαλώ, κατανοήστε αυτό το πολύ απλό γεγονός: δεν μπορεί να προσκληθεί, δεν μπορεί να αναζητηθεί, γιατί ο νους είναι πολύ ανόητος, πολύ μικρός· τα συναισθήματά μας πολύ κακής ποιότητας κι ο τρόπος ζωής μας πολύ μπερδεμένος για εκείνη την απεραντοσύνη, ώστε να μπορεί να προσκληθεί να μπει σ’ αυτό το μικρό σπίτι, σε ένα στενόχωρο, αν και νοικοκυρεμένο, δωμάτιο. Δεν μπορείς να το προσκαλέσεις. Για να το προσκαλέσεις, πρέπει να το γνωρίζεις από πριν και δεν μπορείς να το γνωρίζεις (δεν έχει σημασία ποιος το λέει αυτό) γιατί τη στιγμή που λες: «το γνωρίζω», δεν γνωρίζεις τίποτα. Τη στιγμή που λες ότι το έχεις βρει, δεν το έχεις βρει. Τη στιγμή που λες ότι το έχεις βιώσει, δεν το έχεις βιώσει ποτέ. Όλα αυτά είναι πονηροί τρόποι για να εκμεταλλεύεται κανείς έναν άλλον άνθρωπο — είτε είναι φίλος του είτε είναι εχθρός του.
Βλέποντας όλα αυτά – όχι θεωρητικά, αλλά στην καθημερινή σας ζωή, στις καθημερινές σας δραστηριότητες: όταν κάθεστε να γράψετε, όταν συζητάτε, όταν οδηγείτε το αυτοκίνητο ή όταν περπατάτε μόνοι σας κάπου – βλέποντας όλα αυτά που είπαμε με μια ματιά – δεν χρειάζεται να διαβάσετε τόμους για να τα ανακαλύψετε – βλέποντας τα όλα αυτά με μια ανάσα, μπορείτε να κατανοήσετε το όλο θέμα. Και μπορείτε να το κατανοήσετε πραγματικά στο σύνολό του, μόνο όταν ξέρετε τον εαυτό σας, όταν ξέρετε τον εαυτό σας όπως πραγματικά είναι, πολύ απλά, ως μέρος ολόκληρου του ανθρώπινου είδους — είτε είστε ινδουιστής, είτε μουσουλμάνος ή χριστιανός ή οτιδήποτε κι αν είστε. Εκεί βρίσκεται η κατανόηση.

Όταν σε ξέρεις όπως είσαι, τότε κατανοείς ολόκληρη τη δομή της προσπάθειας του ανθρώπου, τις παραπλανήσεις του, τις υποκρισίες του, την βαρβαρότητά του, την αναζήτησή του. Και αναρωτιέται κανείς εάν είναι δυνατόν να συναντήσει αυτό το πράγμα χωρίς να το προσκαλεί, χωρίς να το περιμένει, χωρίς αναζήτηση, χωρίς έρευνα, απλώς εκείνο να υπάρξει, απλώς να συμβεί, σαν μια δροσερή αύρα που έρχεται όταν αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό· δεν μπορείς να προσκαλέσεις εκείνη την αύρα, αλλά πρέπει να αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αναμονής περιμένοντάς το, γιατί αυτό είναι άλλη μια μορφή αυτοεξαπάτησης· επίσης δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να ανοιχτεί με κίνητρο να το δεχτεί, γιατί κι αυτό είναι ένας άλλος δρόμος της σκέψης.
Αλλά αν κάποιος έχει αναρωτηθεί γι’ αυτό χωρίς να κάνει καμιά αναζήτηση, χωρίς να έχει καμιά πίστη και μένοντας με την ερώτηση, τότε το βρίσκει εκείνο μέσα στην ίδια την ερώτηση. Αλλά εμείς δεν ρωτάμε. Θέλουμε να μας πουν, θέλουμε να έχουμε τα πάντα τεκμηριωμένα, επιβεβαιωμένα. ουσιαστικά, βαθιά μέσα μας, δεν είμαστε ποτέ ελεύθεροι από κάθε μορφή εξωτερικής ή εσωτερικής αυθεντίας. Αυτό είναι ένα από τα πιο παράξενα πράγματα στη δομή της ψυχής μας: όλοι θέλουμε, «να μας πουν», κι είμαστε το αποτέλεσμα όσων μας έχουν ειπωθεί. Ό,τι μας έχει ειπωθεί είναι η προπαγάνδα χιλιάδων χρόνων.

Υπάρχει η αυθεντία των αρχαίων βιβλίων, των σημερινών θρησκευτικών ή άλλων ηγετών ή του ομιλητή. Αλλά αν κανείς αρνηθεί πραγματικά και βαθιά μέσα του κάθε αυθεντία, σημαίνει ότι πια δεν έχει φόβους. Το να μην φοβάσαι σημαίνει ότι παρατηρείς το φόβο, αλλά όπως και με την ευχαρίστηση, δεν ερχόμαστε ποτέ άμεσα σε επαφή με το φόβο. Δεν ερχόμαστε ποτέ πραγματικά σε επαφή με το φόβο, όπως έρχεσαι σε επαφή όταν αγγίζεις το χερούλι μιας πόρτας, ένα χέρι, ένα πρόσωπο, ένα δέντρο. ερχόμαστε σε επαφή με το φόβο μόνο μέσω της εικόνας του φόβου που έχουμε δημιουργήσει οι ίδιοι. Όπως και την ευχαρίστηση που την ξέρουμε μόνο μέσα από μισο-ευχαριστήσεις. Δεν ερχόμαστε σε άμεση επαφή ποτέ και με τίποτα.

Δεν ξέρω αν έχετε παρατηρήσει όταν αγγίζετε ένα δέντρο – όπως ίσως κάνετε όταν περπατάτε σ’ ένα δάσος – αν αγγίζετε πραγματικά το δέντρο ή αν υπάρχει κάτι σαν τοίχος ανάμεσα σε εσάς και το δέντρο, παρόλο που το αγγίζετε. Με τον ίδιο τρόπο, προκειμένου να έρθετε σε άμεση επαφή με το φόβο, δεν πρέπει να υπάρχει καμία εικόνα, που στην καθημερινή πραγματικότητα σημαίνει να μην υπάρχουν μνήμες από χθεσινούς φόβους. Μόνο τότε έρχεσαι όντως σε επαφή με τον πραγματικό φόβο του σήμερα. Τότε, όταν δεν υπάρχει μνήμη του φόβου του χθες, έχεις ενέργεια για να συναντήσεις τον τωρινό φόβο, και πρέπει να έχεις τρομερή ενέργεια για να συναντάς το παρόν. Εμείς σκορπάμε αυτή τη ζωτική ενέργεια – που όλοι έχουμε – με τις εικόνες, με τις φόρμουλες, με τις αυθεντίας. το ίδιο γίνεται και με την αναζήτηση της ευχαρίστησης.

Το κυνήγι της ευχαρίστησης είναι κάτι πολύ σημαντικό για μας. Κι η μεγαλύτερη –υποτιθέμενη- ευχαρίστηση από όλες είναι ο Θεός, που ίσως είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που θα μπορούσες ποτέ να γνωρίσεις· αλλά εμείς το έχουμε φανταστεί πώς είναι το απόλυτο, κι έτσι δεν το συναντάμε. Είναι το ίδιο όπως όταν αναγνωρίζεις αμέσως ότι μια ευχαρίστηση είναι όπως η ευχαρίστηση που είχες και χθες. Η αλήθεια είναι ότι δεν είσαι πότε σε επαφή στην πράξη με την εμπειρία, με μια πραγματική κατάσταση. Είναι πάντα η ανάμνηση του χθες που σκεπάζει και κρύβει το παρόν.
Βλέποντας, λοιπόν, όλα αυτά, είναι δυνατόν να μην κάνεις τίποτα, να μην κοπιάζεις, να μην αναζητάς, να είσαι εντελώς αρνητικός, εντελώς άδειος, χωρίς καμία πραγματική δράση; Γιατί κάθε δράση που κάνεις είναι αποτέλεσμα κάποιας ιδέας που έχεις. Αν έχετε παρατηρήσει τον εαυτό σας να δρα, θα έχετε δει ότι αυτό που κάνετε γίνεται εξαιτίας μιας προηγούμενης ιδέας, μιας προηγούμενης έννοιας, μιας προηγούμενης μνήμης. Υπάρχει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στην ιδέα και στην πράξη, ένα διάλειμμα – μικρό ή και ελάχιστο – και εξαιτίας αυτού του διαχωρισμού υπάρχει σύγκρουση. Μπορεί ο νους να είναι τόσο απόλυτα ήσυχος, ούτε να σκέφτεται ούτε να φοβάται, να τα αρνηθεί όλα αυτά, κι έτσι να είναι εξαιρετικά ζωντανός, δυνατός, να έχει πάθος;
Την ξέρετε τη λέξη πάθος. αυτή η λέξη πολύ συχνά σημαίνει, «μαρτύρια». οι χριστιανοί χρησιμοποίησαν αυτή τη λέξη για να συμβολίσουν ορισμένες μορφές μαρτυρίων. Εμείς δεν χρησιμοποιούμε καθόλου τη λέξη πάθος με αυτή την έννοια. Στην ολοκληρωτική κατάσταση άρνησης για την οποία μιλάμε, βρίσκεται η υψηλότερη μορφή πάθους. Αυτό το πάθος συνεπάγεται συνολική εγκατάλειψη του «εγώ». Για μια τέτοια ολοκληρωτική εγκατάλειψη του «εγώ» πρέπει να υπάρχει τρομερή εσωτερική λιτότητα, αλλά λιτότητα που δεν έχει τη σκληρότητα του ιερέα που βασανίζει τους ανθρώπους, των αγίων που αυτοβασανίστηκαν, που έγιναν λιτοί επειδή κακοποίησαν το νου τους. Η λιτότητα αυτή, είναι πραγματικά μια εξαιρετική απλότητα, όχι στα ρούχα, όχι στο φαγητό, αλλά εσωτερικά. Αυτή η λιτότητα, αυτό το πάθος είναι η υψηλότερη μορφή συνολικής άρνησης.

Και ίσως τότε, αν είστε τυχεροί – όχι, δεν υπάρχει τύχη εκεί γιατί το πράγμα έρχεται εκείνο απρόσκλητο – τότε ο νους δεν θα χρειάζεται πια να μοχθεί. Τότε θα κάνετε ό,τι θέλετε, γιατί τότε θα υπάρχει αγάπη. Τότε θα υπάρχει ο θρησκευόμενος νους που είπαμε στην αρχή. Και μια αληθινή κοινωνία δεν μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς ένα τέτοιο θρησκευόμενο νου. Και πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία στην οποία η φοβερή δραστηριότητα της ιδιοτέλειας θα έχει ελάχιστη θέση. Μόνο με έναν τέτοιο θρησκευόμενο νου μπορεί να υπάρξει ειρήνη, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

 

Read Full Post »

Στις 11 Ιουνίου, έγινε στο PUBLIC η εκδήλωση για το καινούργιο βιβλίο του Κρισναμούρτι, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, «Μιλώντας για τον Θεό».

Read Full Post »

Al%27s%20Wedding%20-%20The%20Keys%20101

Ερώτηση: Στην αγάπη υπάρχει το αντικείμενο προς το οποίο κατευθύνεται. Υπάρχει, λοιπόν, δυαδικότητα στην αγάπη;

Κρισναμούρτι: Κύριε, η αγάπη δεν κατευθύνεται σε κάτι. Το φως του ήλιου δεν κατευθύνεται σε εσάς και σε μένα· απλώς βρίσκεται εκεί

Ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, η ιδέα και η πράξη, «αυτό που είναι» και το «πώς θα έπρεπε να είναι», υπάρχουν στη δυαδικότητα· είναι τα αντίθετα της δυαδικότητας, η παρόρμηση να συσχετιστούν και τα δύο· η σύγκρουση των δύο γίνεται σε αυτό το πεδίο. Αυτό είναι όλο το πεδίο του χρόνου. Με έναν τέτοιο νου δεν μπορείτε να προσεγγίσετε το θέμα ή να ανακαλύψετε αν υπάρχει ψυχολογικός χρόνος ή αν δεν υπάρχει. Πώς μπορεί να  σβηστεί αυτός; Όχι «πώς», όχι με ένα σύστημα, όχι με μια μέθοδο, γιατί τη στιγμή που εφαρμόζεις μια μέθοδο είσαι και πάλι μέσα στο πεδίο του χρόνου. Τότε το πρόβλημα είναι: μπορείς να βρεθείς με ένα πήδημα έξω απ’ αυτόν; Δεν μπορείς να το κάνεις σταδιακά, γιατί αυτό συνεπάγεται και πάλι χρόνο. Μπορεί ο νους να σβήσει τη διαμόρφωση, όχι μέσω του χρόνου αλλά με την άμεση αντίληψη; Αυτό σημαίνει ότι ο νους πρέπει να δει το ψέμα και να δει τι είναι η αλήθεια. Όταν ο νους λέει, «πρέπει να ανακαλύψω τι είναι το άχρονο», ένα τέτοιο ερώτημα για ένα νου μπλεγμένο στο χρόνο δεν έχει απάντηση. Αλλά γίνεται ο νους που είναι προϊόν του χρόνου να σβήσει τον εαυτό του, όχι με προσπάθεια, όχι με πειθαρχίες; Μπορεί ο νους να τον σβήσει χωρίς να έχει κανένα κίνητρο για να το κάνει; Αν έχει κάποιο κίνητρο, τότε και πάλι ξαναγυρνάς στο χρόνο.

Αρχίζεις, λοιπόν, να ερευνάς τι είναι η αγάπη, αρνητικά, όπως εξήγησα προηγουμένως, γιατί αγάπη είναι ό,τι δεν είναι αγάπη. Προφανώς η αγάπη που έχει κίνητρο δεν είναι αγάπη. Όταν δίνω λουλούδια σε έναν ισχυρό άντρα επειδή θέλω δουλειά, επειδή θέλω κάτι από αυτόν, αυτό είναι σεβασμός ή στην πραγματικότητα είναι ασέβεια; Ο άνθρωπος που δεν είναι ασεβής είναι φυσικά ευσεβής. Το θετικό έρχεται μέσα από την άρνηση. Ένας νους μπορεί να ερευνήσει μόνο όταν βρίσκεται σε μια κατάσταση άρνησης – που δεν είναι το αντίθετο του θετικού, αλλά η άρνηση εκείνου που είναι ψέμα, και ο παραμερισμός του ψέματος ως ψέμα.

Όταν ο νους έχει δει καθαρά το γεγονός πως χρησιμοποιώντας τον χρόνο, ό,τι κι αν κάνει δεν μπορεί ποτέ να βρει το «άλλο», τότε το «άλλο» βρίσκεται εκεί· και είναι κάτι απέραντο, απεριόριστο, ανυπολόγιστο, είναι ενέργεια χωρίς αρχή και τέλος. Δεν μπορείς να το φτάσεις, κανένας νους δεν μπορεί να το φτάσει, πρέπει μόνο «να είναι εκεί». Εμείς πρέπει να ασχολούμαστε μόνο με το καθάρισμά του, αν είναι δυνατόν να σβήσουμε το παρελθόν και όχι σταδιακά. Αυτό είναι αθωότητα. Μόνο ένας αθώος νους μπορεί να το δει αυτό το σβήσιμο, αυτό το εξαιρετικό πράγμα που είναι σαν ένα ποτάμι. Ξέρετε τι είναι ένα ποτάμι; Έχετε κοιτάξει πίσω και μπρος, πάνω από μια βάρκα, έχετε διασχίσει κολυμπώντας ένα ποτάμι; Τι όμορφο πράγμα που είναι! Μπορεί να έχει μία αρχή και μπορεί να έχει κι ένα τέλος, αλλά ούτε η αρχή είναι το ποτάμι, ούτε και το τέλος είναι το ποτάμι. Το ποτάμι είναι εκείνο που υπάρχει ανάμεσά τους: περνάει μέσα από χωριά παρασύροντας τα πάντα μέσα του· περνά μέσα από πόλεις, που όλες τους είναι μολυσμένες με βλαβερά χημικά· η βρωμιά και τα λύματα ρίχνονται μέσα του, αλλά λίγα μίλια πιο πέρα έχει καθαριστεί. Μέσα στο ποτάμι ζουν τα πάντα – το ψάρι από κάτω και στην επιφάνεια ο άνθρωπος που πίνει το νερό του. Αυτό είναι το ποτάμι, αλλά πίσω από αυτό υπάρχει η τρομερή πίεση του νερού, και η αυτό-καθαρτήρια διαδικασία που είναι το ποτάμι.

Στον αθώο νου δεν υπάρχει αρχή και τέλος,  γιατί είναι σαν εκείνη την ενέργεια: είναι ο Θεός — όχι ο Θεός του ναού. Δεν υπάρχει αρχή και τέλος, επομένως δεν υπάρχει χρόνος και άχρονο. Και ο νους που δεν είναι αθώος, δεν μπορεί να φτάσει σε αυτό. Ο νους που μετρά με τον ψυχολογικό χρόνο πρέπει να σβήσει ο ίδιος τον εαυτό του και να μπει σ’ εκείνη την ενέργεια χωρίς να το ξέρει. γιατί δεν μπορείς να το ξέρεις από πριν, δεν μπορείς να το δοκιμάσεις πρώτα. δεν έχει χρώμα, χώρο, σχήμα. Αυτό είναι κάτι που γνωρίζει ο ομιλητής, όχι εσείς, γιατί εσείς δεν έχετε εγκαταλείψει τα άλλα, που είπαμε. Μη λέτε, λοιπόν, «ναι, υπάρχει εκείνη η κατάσταση», γιατί  όταν αυτή η δήλωση γίνεται από έναν άνθρωπο που έχει επηρεαστεί από κάποιον άλλον, είναι ένα ψέμα. Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι να βρεθεί με ένα πήδημα έξω από αυτά, και τότε την γνωρίζεις αυτή την κατάσταση — ούτε την γνωρίζεις καν: είσαι μέρος αυτής της εξαιρετικής κατάστασης.

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

10155097_862659823790921_6263690906824017206_n

Ερώτηση: Σας ακούω εδώ και πολλά χρόνια και έχω γίνει αρκετά καλός στο να παρατηρώ τις σκέψεις μου και στο να έχω επίγνωση για το καθετί που κάνω, αλλά ποτέ δεν έχω αγγίξει τα βαθιά νερά ή βιώσει τη μεταμόρφωση για την οποία μιλάτε. Γιατί;

Κρισναμούρτι: Νομίζω ότι είναι αρκετά ξεκάθαρο γιατί κανένας από εμάς δεν βιώνει όντως κάτι πέρα από την απλή παρατήρηση της σκέψης του. Μπορεί να υπάρχουν σπάνιες στιγμές μιας κατάστασης αισθημάτων όπου βλέπουμε, ας πούμε, τον γαλάζιο ουρανό ανάμεσα από τα σύννεφα, αλλά δεν εννοώ κάτι τέτοιο. Όλες οι εμπειρίες αυτού του είδους είναι προσωρινές και έχουν ελάχιστη σημασία. Εκείνος που κάνει την ερώτηση, θέλει να ξέρει γιατί μετά από τόσα πολλά χρόνια παρατήρησης ης σκέψης του, δεν έχει βρει τα βαθιά νερά… Και γιατί θα έπρεπε να τα βρει; Καταλαβαίνετε; Νομίζουμε ότι παρατηρώντας τις σκέψεις μας θα πάρουμε κάποια ανταμοιβή· ότι αν κάνεις ετούτο, θα κερδίσεις εκείνο. Στην πραγματικότητα δεν παρατηρείς καθόλου, γιατί ο νους σου ασχολείται με το να κερδίσει μια ανταμοιβή. Νομίζεις ότι με την παρακολούθηση, με το να έχεις επίγνωση, θα γίνεις πιο στοργικός, θα υποφέρεις λιγότερο, θα είσαι λιγότερο οξύθυμος, θα κερδίσεις κάτι πέρα από όλα αυτά, οπότε η παρατήρησή σου είναι μια εμπορική διαδικασία. Με αυτό το νόμισμα θα αγοράσεις το τάδε που θέλεις, πράγμα που σημαίνει ότι η παρατήρησή σου είναι μια διαδικασία επιλογών· οπότε αυτό δεν είναι παρατήρηση, δεν είναι προσοχή. Το να παρατηρείς σημαίνει να παρακολουθείς χωρίς καμιά επιλογή· να βλέπεις τον εαυτό σου όπως είναι χωρίς την παραμικρή επιθυμία να αλλάξεις, κάτι το οποίο είναι εξαιρετικά επίπονο· αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι θα παραμείνεις στην κατάσταση που βλέπεις· δεν ξέρεις τι θα συμβεί όταν δεις τον εαυτό σου όπως είναι, χωρίς καμιά επιθυμία να αλλάξεις αυτό που βλέπεις. Καταλαβαίνετε; Θα πάρω ένα παράδειγμα και θα το αναλύσω για να δείτε.
Ας πούμε ότι είμαι βίαιος, όπως είναι οι περισσότεροι άνθρωποι. Όλη μας η κουλτούρα είναι βίαιη, αλλά δεν θα μπω τώρα στην ανατομία της βίας γιατί δεν είναι αυτό το πρόβλημα που εξετάζουμε. Είμαι, λοιπόν, βίαιος και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι είμαι βίαιος. Τι συμβαίνει τότε; Η άμεση αντίδρασή μου είναι ότι πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό, έτσι δεν είναι; Λέω ότι πρέπει να γίνω «μη-βίαιος». Αυτό μας λένε οι δάσκαλοι όλων των θρησκειών εδώ και αιώνες: αν κάποιος είναι βίαιος πρέπει να γίνει «μη-βίαιος». Οπότε κι εγώ αρχίζω να κάνω στην πράξη όλα όσα λέει η θρησκευτική ιδεολογία μου. Αλλά τώρα, εδώ, ακούγοντας όσα λέγονται, βλέπω πόσο παράλογο είναι όλο αυτό γιατί καταλαβαίνω ότι η οντότητα που παρατηρεί τη βία, και θέλει να την αλλάξει σε «μη-βία», εξακολουθεί να είναι βίαιη. Έτσι, αρχίζω να ασχολούμαι όχι με την εκδήλωση βίας αυτής της οντότητας, αλλά με την ίδια την οντότητα. Ελπίζω να τα παρακολουθείτε όλα αυτά.
Τώρα: τι είναι αυτή η οντότητα που λέει, «δεν πρέπει να είμαι βίαιος»; Αυτή η οντότητα είναι κάτι άλλο από τη βία που παρατήρησε; Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις; (Καταλαβαίνετε κύριοι, ή είναι πολύ αφηρημένο;) Σίγουρα η βία και η οντότητα που λέει, «πρέπει να μετατρέψω τη βία σε μη-βία», είναι και οι δύο το ίδιο. Το να αναγνωρίσεις αυτό το γεγονός σημαίνει ότι βάζεις τέλος σε κάθε σύγκρουση, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει πια η σύγκρουση που φέρνει μέσα μου η προσπάθεια να αλλάξω, γιατί βλέπω ότι ακριβώς η κίνηση που κάνει ο νους να μην είναι βίαιος, είναι και η ίδια αποτέλεσμα βίας.
Εκείνος που έκανε την ερώτηση, θέλει να ξέρει γιατί να μην μπορεί να ξεπεράσει όλες αυτές τις επιφανειακές αντιδράσεις του νου του. Για τον απλό λόγο ότι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο νους πάντα αναζητά κάτι και αυτό ακριβώς το ψάξιμο φέρνει βία, ανταγωνισμό, την αίσθηση μιας απόλυτης δυσαρέσκειας. Μόνο όταν ο νους είναι τελείως ακίνητος, υπάρχει πιθανότητα να μπει στα βαθιά νερά.

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

1002629_585478624842377_1256569630_n

Αν πραγματικά ακούμε όσα λέγονται – «ακούμε» με την έννοια τού να θέλουμε να ανακαλύψουμε τι είναι η αλήθεια – έτσι ώστε να μην υπάρχει η σύγκρουση της γνώμης σου ενάντια στη γνώμη μου, ή η ιδιοσυγκρασία σου σε αντίθεση με τη δική μου, αν μπορούμε όλα αυτά να τα παραμερίσουμε και να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τι είναι η αλήθεια, πράγμα που απαιτεί αγάπη, τότε νομίζω ότι σε εκείνη ακριβώς την αγάπη, σε εκείνη την αίσθηση της καλοσύνης θα βρούμε την αλήθεια που δημιουργεί μια νέα κουλτούρα. Τότε ελευθερώνεται κανείς από την κοινωνία και δεν ασχολείται με την μεταρρύθμιση της κοινωνίας. Αλλά το να ανακαλύψουμε τι είναι η αλήθεια απαιτεί αγάπη, και οι καρδιές μας είναι άδειες, γιατί είναι γεμάτες με τα θέματα της κοινωνίας. Κι όντας έτσι γεμάτες, εμείς προσπαθούμε να μεταρρυθμίσουμε, και η μεταρρύθμισή μας δεν έχει το άρωμα της αγάπης.
Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνει ο άνθρωπος που είναι σοβαρός; Θα αναζητήσει την Πραγματικότητα, την αλήθεια, τον Θεό – δώστε ό,τι όνομα θέλετε – ή θα δώσει την καρδιά του και το νου για τη βελτίωση της κοινωνίας, που στην πραγματικότητα είναι η βελτίωση του εαυτού του; Καταλαβαίνετε; Θα ερευνήσει τι είναι η αλήθεια, ή θα βελτιώσει τις συνθήκες της κοινωνίας, που είναι η δική του βελτίωση; Θα βελτιώσει τον εαυτό του στο όνομα της κοινωνίας, ή θα αναζητήσει την αλήθεια, όπου δεν υπάρχει κανένα θέμα βελτίωσης; Η βελτίωση συνεπάγεται χρόνο, χρόνο για να γίνει, ενώ η αλήθεια δεν έχει καμία σχέση με το χρόνο, πρέπει να γίνει αντιληπτή αμέσως.
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι εξαιρετικά σημαντικό, δεν είναι; Μπορεί να συζητάμε για την μεταρρύθμιση της κοινωνίας, αλλά εξακολουθεί να είναι η αναμόρφωση του εαυτού. Και για τον άνθρωπο που αναζητάει τι είναι πραγματικό, τι είναι αλήθεια, δεν υπάρχει «μεταρρύθμιση» του εαυτού. αντίθετα, υπάρχει το πλήρες σταμάτημα του εαυτού, που είναι η κοινωνία. Οπότε αυτός ο άνθρωπος, δεν ασχολείται με την μεταρρύθμιση της κοινωνίας.
Όλη η δομή της κοινωνίας βασίζεται σε μια διαδικασία κοινωνικής αναγνώρισης και υπόληψης. και σίγουρα, κύριοι, ένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να επιδιώκει την μεταρρύθμιση της κοινωνίας, που σημαίνει βελτίωση του εαυτού του· στην μεταρρύθμιση της κοινωνίας, στην ταύτισή του με κάτι ιδανικό, μπορεί να θεωρεί ότι θυσιάζεται, αλλά αυτό είναι και πάλι «αυτό-βελτίωση». Ενώ για τον άνθρωπο που αναζητά το υπέρτατο, το ύψιστο, δεν υπάρχει «αυτό-βελτίωση», γιατί προς αυτή την κατεύθυνση δεν υπάρχει βελτίωση του «εγώ», δεν υπάρχει προσπάθεια να γίνει κάτι, να γίνει κάποιος, δεν υπάρχει καμία πρακτική, καμία πειθαρχία, καμία σκέψη ότι «θα πρέπει να γίνω κάτι που δεν είμαι». Αυτό σημαίνει πραγματικά το σταμάτημα κάθε πίεσης στη σκέψη, και όταν δεν υπάρχει καμία πίεση στη σκέψη, υπάρχει σκέψη; Η ίδια η πίεση στη σκέψη είναι η διαδικασία της σκέψης, της σκέψης με βάση την οπτική γωνία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, ή με βάση την οπτική γωνία αντίδρασης σε αυτή την κοινωνία· οπότε, αν δεν υπάρχει καμία πίεση, υπάρχει σκέψη; Μόνο ο νους, λοιπόν, που δεν έχει αυτή την κίνηση της σκέψης – που είναι αποτέλεσμα πίεσης της κοινωνίας – μόνο ένας τέτοιος νους μπορεί να βρει την Πραγματικότητα. και με την αναζήτηση του υπέρτατου, ένας τέτοιος νους δημιουργεί μια νέα κουλτούρα. Αυτό είναι το απαραίτητο: να προκαλέσουμε ένα εντελώς διαφορετικό είδος κουλτούρας κι όχι να μεταρρυθμίσουμε την κοινωνία. Και μια τέτοια κουλτούρα δεν μπορεί να προκύψει αν αυτός που είναι πραγματικά σοβαρός άνθρωπος δεν επιδιώξει με όλη του τη δύναμη, με όλη του την ενέργεια, με αγάπη, εκείνο που είναι πραγματικό. το πραγματικό δεν θα βρεθεί σε κανένα βιβλίο, μέσα από κανέναν ηγέτη. γεννιέται όταν η σκέψη είναι ήσυχη και αυτή η ησυχία δεν μπορεί να εξαγοραστεί από καμία πειθαρχία. Η ησυχία έρχεται όταν υπάρχει αγάπη.

Εξετάζοντας κάποια από αυτά τα ερωτήματα, θεωρώ σημαντικό ότι θα πρέπει να βιώσουμε άμεσα όσα λέγονται, και δεν μπορεί να το κάνει κανείς αυτό αν απλώς ενδιαφέρεται για την απάντηση στα ερωτήματα. Αν πρόκειται να εμβαθύνουμε μαζί στο πρόβλημα, δεν μπορούμε να το κάνουμε έχοντας διάφορες γνώμες γι’ αυτό – «η δική μου θεωρία απέναντι στη δική σου» – γιατί οι θεωρίες και οι θεωρητικολογίες είναι εμπόδιο στην κατανόηση ενός προβλήματος. Αλλά αν εσείς κι εγώ μπορούμε ήσυχα, διστακτικά να διεισδύσουμε βαθιά μέσα στο πρόβλημα, τότε ίσως μπορέσουμε να το κατανοήσουμε. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα πραγματικά. Ο νους δημιουργεί το πρόβλημα και μέσα από την κατανόηση του προβλήματος κατανοεί κανείς τον εαυτό του, το πώς λειτουργεί ο νους του. Σε τελευταία ανάλυση, ένα πρόβλημα υπάρχει μόνο όταν οποιοδήποτε ζήτημα ή ενόχληση έχει ριζώσει στο έδαφος του νου. Και μπορεί ο νους να παρατηρήσει ένα θέμα, να έχει επίγνωση κάθε ενόχλησης, χωρίς να αφήνει την ενόχληση να ριζώνει μέσα του; Ο νους , σαν μια ευαίσθητη λεπτή μεμβράνη, αντιλαμβάνεται, νοιώθει τις διάφορες μορφές αντίδρασης. Αλλά μπορεί ο νους να αντιλαμβάνεται, να νοιώθει, να αντιδρά με αγάπη, έτσι ώστε να μη γίνεται ο ίδιος το έδαφος όπου ριζώνει η αντίδραση και γίνεται πρόβλημα;

Κρισναμούρτι «Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

10291758_707467859310119_2456018467199138672_n

Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι, εσείς και εγώ είμαστε υπεύθυνοι για την κατάσταση της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Εσείς είστε υπεύθυνοι, όχι οι πολιτικοί σας, γιατί εσείς κάνατε τους πολιτικούς να είναι ανέντιμοι, να αυτοδοξάζονται, να επιζητούν τη δύναμη και το γόητρο, πράγματα δηλαδή που κάνετε καθημερινά. Εσείς είσαστε υπεύθυνοι για ό,τι είναι η κοινωνία, γιατί η ψυχολογική δομή της κοινωνίας είναι πολύ πιο σημαντική από την οργανωτική πλευρά της. Η ψυχολογική δομή της κοινωνίας βασίζεται στην απληστία, στο φθόνο, στην πλεονεξία, στον ανταγωνισμό, στη φιλοδοξία, στο φόβο· σε αυτή την ασταμάτητη απαίτηση του ανθρώπου να θέλει να είναι ασφαλής στις κάθε είδους σχέσεις του: ασφαλής στην ιδιοκτησία, ασφαλής στη σχέση του με τους ανθρώπους, ασφαλής στη σχέση του με τις ιδέες. Αυτή είναι η δομή της κοινωνίας που δημιουργούμε· κι έπειτα έρχεται η κοινωνία και επιβάλλει αυτή τη δομή ψυχολογικά στον καθένα μας. Και η απληστία, ο φθόνος, η φιλοδοξία, ο ανταγωνισμός, όλα αυτά είναι σπατάλη ενέργειας, γιατί σε αυτά υπάρχει πάντα σύγκρουση – σύγκρουση που είναι αδιάκοπη, όπως σε ένα άτομο που ζηλεύει.
Η ζήλεια είναι μία ιδέα, αλλά η ιδέα και το γεγονός είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ακούστε, σας παρακαλώ. Προσεγγίζετε το συναίσθημα που ονομάζεται «ζήλεια» μέσα από το πρίσμα της ιδέας. Δεν έρχεστε άμεσα σε επαφή με το συναίσθημα που ονομάζετε ζήλεια. Αλλά προσεγγίζετε τη ζήλεια μέσα από την ανάμνηση που κουβαλάει μια ορισμένη λέξη που έχετε εδραιώσει στο νου σας ως ζήλεια. Αυτή γίνεται μία ιδέα, και εκείνη η ιδέα σάς εμποδίζει να έρθετε άμεσα σε επαφή με το συναίσθημα που ονομάζετε ζήλεια. Και αυτό είναι ένα γεγονός. Οπότε η φόρμουλα, η ιδέα σάς εμποδίζει να έρθετε άμεσα σε επαφή με εκείνο το συναίσθημα, κι έτσι η ιδέα σκορπάει την ενέργεια.
Αφού εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τη δυστυχία, για τη φτώχεια, για τους πολέμους, για την παντελή έλλειψη ειρήνης, ένας θρησκευόμενος άνθρωπος δεν αναζητά τον Θεό για να σταματήσουν όλα αυτά. Ο θρησκευόμενος άνθρωπος νοιάζεται για την μεταμόρφωση της κοινωνίας που είναι αυτός ο ίδιος. Θρησκευόμενος άνθρωπος δεν είναι ο άνθρωπος που κάνει αμέτρητες τελετουργίες, ακολουθεί παραδόσεις, ζει με μια νεκρή, παρωχημένη κουλτούρα, ερμηνεύοντας αδιάκοπα τα αποκαλούμενα «ιερά βιβλία» όπως την Μπαγκαβάτ Γκιτά ή τη Βίβλο, ψάλλοντας αδιάκοπα ή παίρνοντας όρκους. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι θρησκευόμενος. ένας τέτοιος άνθρωπος απλώς κάνει φυγή απ’ όλα εκείνα που είναι γεγονός. Ο άνθρωπος που είναι θρησκευόμενος – όχι θρήσκος – ασχολείται συνολικά και πλήρως με την κατανόηση της κοινωνίας που είναι ο ίδιος. Δεν είναι κάτι ξεχωριστό από την κοινωνία· και το να φέρει μέσα του μία ολοκληρωτική, μία συνολική μεταμόρφωση, σημαίνει το ολοκληρωτικό σταμάτημα της απληστίας, του φθόνου, της φιλοδοξίας. και επομένως δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις, παρόλο που υπήρξε το αποτέλεσμα των περιστάσεων, όπως του φαγητού που τρώει, των βιβλίων που διαβάζει, των κινηματογραφικών ταινιών που βλέπει, των θρησκευτικών δογμάτων, των πίστεων, των τελετουργιών και όλων αυτών των πραγμάτων. Ο ίδιος είναι υπεύθυνος. και επομένως ο θρησκευόμενος άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει τον εαυτό του που είναι προϊόν της κοινωνίας που ο ίδιος δημιούργησε. Οπότε, για να βρει την Πραγματικότητα πρέπει να αρχίσει από μέσα του, όχι από έναν ναό, όχι από κάποια εικόνα – είτε η εικόνα είναι χαραγμένη από το χέρι ή από το νου. Αλλιώς πώς μπορεί να βρει κάτι εντελώς καινούργιο, μια νέα κατάσταση;
Η ειρήνη δεν είναι απλώς η επέκταση του νόμου ή της διακυβέρνησης. Η ειρήνη είναι κάτι τελείως διαφορετικό. είναι μια εσωτερική κατάσταση που δεν μπορεί να έρθει με την μεταβολή των εξωτερικών συνθηκών, παρόλο που η αλλαγή των εξωτερικών συνθηκών είναι απαραίτητη. Πρέπει, όμως, να αρχίσει μέσα από τον άνθρωπο για να φέρει έναν διαφορετικό κόσμο. Και για να φέρετε έναν διαφορετικό κόσμο χρειάζεστε τρομερή ενέργεια, και αυτή η ενέργεια τώρα σπαταλιέται στην αδιάκοπη σύγκρουση. Επομένως, πρέπει να κατανοήσει κανείς αυτή τη σύγκρουση.
Η πρωταρχική αιτία της σύγκρουσης είναι η φυγή – η φυγή μέσα από κάποια ιδέα. Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, τον εαυτό σας: Αντί να αντιμετωπίσετε – ας πούμε – το φθόνο, τη ζήλια, αντί να έρθετε άμεσα σε επαφή με αυτήν, εσείς λέτε, «πώς θα την ξεπεράσω, τι θα κάνω; Ποιοι είναι οι τρόποι με τους οποίους θα μπορώ να μη ζηλεύω»; Όλα αυτά είναι ιδέες και επομένως μια φυγή από το γεγονός ότι ζηλεύετε. Η φυγή από το γεγονός μέσα από κάποιες ιδέες όχι μόνο σπαταλάει την ενέργειά σας, αλλά σας εμποδίζει να έρθετε άμεσα σε επαφή με το γεγονός. Πρέπει να δώσετε όλη σας την προσοχή σ’ αυτό κι όχι μέσω κάποιας ιδέας. Η ιδέα, όπως επισημάναμε, εμποδίζει την προσοχή. Οπότε, όταν παρατηρήσετε ή αποκτήσετε επίγνωση για το συναίσθημα της ζήλιας, και του δώσετε πλήρη προσοχή χωρίς ιδέες, τότε θα δείτε ότι όχι μόνο είστε άμεσα σε επαφή με εκείνο το συναίσθημα, αλλά επειδή έχετε δώσει όλη σας την προσοχή, όχι μέσα από ιδέες, αυτό παύει να υπάρχει. Τότε, έχετε περισσότερη ενέργεια για να αντιμετωπίσετε το επόμενο περιστατικό, ή το επόμενο αίσθημα, το επόμενο συναίσθημα.
Για να φέρεις μια πλήρη αλλαγή μέσα σου, πρέπει να έχεις ενέργεια – όχι την ενέργεια που φέρνει η καταπίεση, αλλά εκείνη την ενέργεια που έρχεται σε σένα όταν δεν κάνεις καμιά φυγή μέσα από ιδέες ή καταπίεση. Πράγματι, αν το σκεφτείτε, μόνο δύο τρόπους ξέρουμε για να αντιμετωπίζουμε τη ζωή: είτε κάνουμε γενικώς φυγές από αυτή – πράγμα που είναι μια μορφή παραφροσύνης που οδηγεί στη νεύρωση – ή καταπιέζουμε τα πάντα επειδή δεν τα κατανοούμε. Αυτό μόνο ξέρουμε.
Τώρα: Καταπίεση δεν είναι μόνο το να θάβεις κάθε συναίσθημα ή κάθε αίσθηση, αλλά είναι επίσης και το να δίνεις με κάποιο τρόπο, λογική εξήγηση, να εκλογικεύεις. Παρατηρήστε το, σας παρακαλώ, οι ίδιοι και θα δείτε πόσο πραγματικό είναι αυτό που ειπώθηκε. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να μην κάνετε καμιά φυγή. Και το να μην κάνετε ποτέ καμιά φυγή, είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που πρέπει να ανακαλύψετε. Και είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα αυτή η ανακάλυψη, γιατί κάνουμε φυγές με τις λέξεις. Κάνουμε φυγή από κάτι που είναι γεγονός, όχι μόνο με το να τρέχουμε σε ναούς και όλα τα υπόλοιπα αυτής της ιστορίας, αλλά και με τις λέξεις, με διανοουμενίστικες συζητήσεις, απόψεις και κριτικές. Έχουμε πάρα πολλούς τρόπους φυγής από εκείνο που είναι γεγονός. Για παράδειγμα, πάρτε το γεγονός ότι κάποιος είναι κουτός. Αν κάποιος είναι κουτός, αυτό είναι ένα γεγονός. Και όταν συνειδητοποιείς ότι είσαι κουτός, η φυγή είναι να προσπαθείς να γίνεις έξυπνος. Αλλά για να συνειδητοποιήσεις κάτι, για να αποκτήσεις αυτή την ευαισθησία, απαιτείται όλη σου η προσοχή να εστιαστεί σε εκείνη την κατάσταση του νου που είναι κουτός.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ενέργεια, που να μην είναι το αποτέλεσμα καμιάς αντίθεσης, καμιάς έντασης, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν δεν υπάρχει καμία απολύτως προσπάθεια. Σας παρακαλώ, κατανοήστε αυτό το πολύ απλό, πραγματικό γεγονός: σπαταλάμε την ενέργειά μας με την προσπάθεια, και αυτή η σπατάλη ενέργειας από την προσπάθειας μας εμποδίζει να έρθουμε άμεσα σε επαφή με εκείνο που είναι γεγονός. Όταν κάνω τεράστια προσπάθεια για να σας ακούσω, όλη μου η ενέργεια χάνεται στην προσπάθεια και στην πραγματικότητα δεν ακούω. Όταν είμαι θυμωμένος ή ανυπόμονος, όλη μου η ενέργεια χάνεται στην προσπάθεια να πω, «Δεν πρέπει να είμαι θυμωμένος». Αλλά όταν προσέχω απολύτως το θυμό ή εκείνη την κατάσταση του νου και δεν κάνω καμιά φυγή μέσα από τις λέξεις, με την επίκριση, με την κριτική, τότε σε αυτή την κατάσταση προσοχής υπάρχει μια ελευθερία από εκείνο το πράγμα που ονομάζεται θυμός. Έτσι, εκείνη η προσοχή που είναι συσσώρευση της ενέργειας, δεν είναι προσπάθεια. Και μόνο ο νους που δεν καταβάλλει προσπάθεια είναι ένας θρησκευόμενος νους. Κι επομένως, μόνο ένας τέτοιος νους μπορεί να ανακαλύψει αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει Θεός.

«Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Από το μπλόγκ του ΠαραμυθάCOVER Η ΜΟΝΗ+ΜΙΛΩΝΤΑΣ

Από την άλλη Πέμπτη, κυκλοφορούν στα περισσότερα Βιβλιοπωλεία, δύο βιβλία του  Κρισναμούρτι  που ετοίμασα το τελευταίο εξάμηνο. Το ένα είναι το «Η ΜΟΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»  και το άλλο το, «ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ».  Με το link που έβαλα στον κάθε τίτλο, μπορείτε να πάτε να τα δείτε στο site των ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. (Αν λέει σε κάποιο «ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ» είναι λάθος.)
Το πρώτο, είναι μια καινούργια μετάφραση αρκετά διαφορετική από εκείνη του βιβλίου  που είχε κυκλοφορήσει στην δεκαετία του ’70 με τον τίτλο, «Στη Σιγή του Νου». Επίσης, ο καινούργιος τίτλος είναι και ο πρωτότυπος  του Αγγλικού βιβλίου. Το δεύτερο, βγαίνει για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Το βιβλίο, «Η μόνη επανάσταση», είναι ένα από τα λίγα βιβλία του Κρισναμούρτι που έχει γραφτεί από τον ίδιο και δεν είναι – όπως τα περισσότερα- απομαγνητοφωνήσεις ομιλιών και συζητήσεών του. Το, «Μιλώντας για τον Θεό»,  είναι μια επιλογή αποσπασμάτων από από ανέκδοτες ομιλίες και βιβλία του Κρισναμούρτι -από το 1936 έως το 1980 – όπου παρουσιάζεται η αναζήτηση του ανθρώπου για κάτι ιερό, για τον Θεό. Θέλω να κλείσω αυτό το post, με ένα μικρό απόσπασμα από το καθένα.

Πρώτα, από το «Η Μόνη Επανάσταση».
Όταν αντιστέκεται κανείς στο θυμό του ή στο μίσος που νιώθει, τι πραγματικά συμβαίνει; Χτίζεις έναν τοίχο μπροστά στο μίσος, αλλά εκείνο εξακολουθεί να υπάρχει· ο τοίχος απλώς το κρύβει από σένα. Ή αποφασίζεις να μην θυμώνεις, αλλά αυτή η απόφαση είναι μέρος του θυμού και αυτή ακριβώς η αντίσταση τον δυναμώνει. Μπορεί κανείς να το δει από μόνος του αυτό το γεγονός αν το παρατηρήσει. Όταν αντιστέκεσαι, ελέγχεις, καταπιέζεις ή προσπαθείς να ξεπεράσεις – που είναι όλα το ίδιο πράγμα γιατί όλα γίνονται με την επιβολή της θέλησης– κάνεις ακόμα πιο χοντρό τον τοίχο της αντίστασης και έτσι σκλαβώνεσαι ολοένα και περισσότερο, στενεύουν όλο και πιο πολύ οι ορίζοντές σου, γίνεσαι όλο και πιο στενοκέφαλος. Και είναι από αυτό το στένεμα, από αυτή τη στενοκεφαλιά που θέλεις να ελευθερωθείς, αλλά και αυτή ακριβώς η επιθυμία είναι η αντίδραση που θα δημιουργήσει ακόμα ένα εμπόδιο για κατανόηση, ακόμα περισσότερη στενοκεφαλιά. Έτσι πηγαίνουμε από την μια αντίσταση στην άλλη, από το ένα εμπόδιο στο άλλο, δίνοντας πότε πότε στον τοίχο της αντίστασης ένα διαφορετικό χρωματισμό, μια διαφορετική ιδιότητα ή τον στολίζουμε με κάποια ευγενικά λόγια. Αλλά η αντίσταση, είναι το δέσιμο που είπαμε και το δέσιμο είναι πόνος.
«Κι αυτό σημαίνει ότι, εξωτερικά, στην καθημερινή ζωή θα πρέπει κανείς να δέχεται να τον τραβολογάνε από δω κι από ‘εκεί, όπως θέλουν οι άλλοι, και ότι εσωτερικά θα πρέπει να αφήνει τον θυμό του και όλα τα υπόλοιπα ελεύθερα να τον κυβερνάνε;»
Φαίνεται ότι δεν προσέξατε αυτό που ειπώθηκε. Όταν είναι για κάτι που σας δίνει  ευχαρίστηση, δεν σας πειράζει η «κλωτσιά» που σας δίνουν και το αίσθημα της απόλαυσης που νιώθετε· αλλά όταν αυτή η κλωτσιά γίνεται οδυνηρή, τότε αντιστέκεστε. Θέλετε να ελευθερωθείτε από τον πόνο, αλλά προσκολιέστε στην ευχαρίστηση. Η προσκόλληση στην ευχαρίστηση είναι αντίσταση. Είναι φυσικό να αντιδρά κανείς· εάν δεν αντιδράσει το σώμα σου στο τσίμπημα μιας βελόνας σημαίνει ότι είσαι παράλυτος. Επίσης, εάν δεν αντιδράς μέσα σου, ψυχολογικά, τότε κάτι δεν πάει καλά. Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιδράς και η φύση της αντίδρασης, και όχι απλώς η αντίδραση. Όταν κάποιος σε κολακεύει, έχεις κάποια αντίδραση· και αντιδράς επίσης κι όταν κάποιος σε προσβάλλει. Και στις δύο αντιδράσεις υπάρχει αντίσταση – η μία από ευχαρίστηση και η άλλη από στενοχώρια. Την μία την κρατάς και την άλλη ή την αγνοείς ή θέλεις να την ανταποδώσεις. Και τα δύο είναι μία αντίσταση. Τόσο το κράτημα όσο και η απόρριψη είναι μία μορφή αντίστασης, αλλά η ελευθερία δεν είναι αντίσταση.

Και από το, «Μιλώντας για τον Θεό».
Ερώτηση: Τι είναι ο Θεός;
Κρισναμούρτι: Πώς θα το ανακαλύψετε; Θα δεχτείτε τις πληροφορίες κάποιου άλλου; Ή θα προσπαθήσετε να ανακαλύψετε ο ίδιος τι είναι ο Θεός; Είναι εύκολο να κάνει κανείς ερωτήσεις, αλλά για να βιώσει την αλήθεια απαιτείται πολλή νοημοσύνη, πολλή έρευνα και ψάξιμο.
Η πρώτη ερώτηση λοιπόν είναι: Θα δεχτείτε αυτό που λέει κάποιος άλλος για τον Θεό; Δεν έχει σημασία ποιος είναι αυτός – ο Κρίσνα, ο Βούδας ή ο Χριστός – γιατί μπορεί όλοι αυτοί να κάνουν λάθος – μπορεί επίσης και ο προσωπικός σας γκουρού να κάνει λάθος. Σίγουρα, για να ανακαλύψεις τι είναι αληθινό, ο νους σου πρέπει να είναι ελεύθερος να ερευνήσει, που σημαίνει ότι δεν μπορεί απλώς να δέχεται ή να πιστεύει. Εγώ μπορώ να σας δώσω μια περιγραφή της αλήθειας, αλλά δεν θα είναι το ίδιο με το να βιώσετε εσείς οι ίδιοι την αλήθεια. Όλα τα ιερά βιβλία περιγράφουν τι είναι ο Θεός, αλλά εκείνες οι περιγραφές δεν είναι ο Θεός. Η λέξη Θεός δεν είναι ο Θεός –  είναι;
Για να  ανακαλύψετε τι είναι αληθινό δεν πρέπει ποτέ να αποδέχεστε το τι μπορεί να λένε για ‘κείνον τα βιβλία, οι δάσκαλοι, ή οποιοσδήποτε άλλος — δεν πρέπει καν να επηρεάζεστε. Αν επηρεάζεστε από όλους αυτούς, θα βρείτε μόνο ό,τι θέλουν εκείνοι να βρείτε. Και πρέπει να ξέρετε ότι ο ίδιος σας ο νους μπορεί να δημιουργήσει την εικόνα για κάτι που θέλει. μπορεί να φαντάζεται τον Θεό με γενειάδα, ή με ένα μάτι. μπορεί να τον κάνει μπλε ή πορφυρό. Πρέπει, λοιπόν, να έχετε επίγνωση των επιθυμιών σας και να μην ξεγελιέστε από τις προβολές των επιθυμιών σας και των πόθων σας. Αν λαχταράτε να δείτε τον Θεό με μια ορισμένη μορφή, η εικόνα που θα δείτε θα είναι ανάλογη των όσων θέλετε, και αυτή η εικόνα δεν θα είναι ο Θεός — θα είναι; Αν είστε θλιμμένοι και θέλετε να παρηγορηθείτε, ή αν είστε συναισθηματικοί και ρομαντικοί στις θρησκευτικές σας προσδοκίες, τελικά θα δημιουργήσετε έναν Θεό που θα σας δίνει ό,τι θέλετε, αλλά και πάλι δεν θα είναι ο Θεός.
Ο νους σας, λοιπόν, πρέπει να είναι τελείως ελεύθερος και μόνο τότε μπορείτε να ανακαλύψετε τι είναι αληθινό – όχι με την αποδοχή κάποιας δεισιδαιμονίας ούτε διαβάζοντας τα δήθεν ιερά βιβλία ούτε ακολουθώντας κάποιον γκουρού. Μόνο όταν έχει κανείς αυτή την ελευθερία, αυτή την πραγματική ελευθερία από εξωτερικές επιρροές καθώς επίσης και από τις επιθυμίες και τους πόθους του, έτσι ώστε ο νους σου να είναι πολύ ξεκάθαρος – μόνο τότε είναι δυνατόν να ανακαλύψεις τι είναι Θεός. Αλλά αν απλώς κάθεσαι και θεωρητικολογείς, τότε η εικασία σου είναι τόσο καλή όσο είναι και του γκουρού σου, και το ίδιο απατηλή.

«Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

«Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

 

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: