Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘«Η μόνη επανάσταση»’ Category

zuiopbbh50%20%28313%29

«Γιατί να μην μπορώ να είμαι έντιμη;» ρώτησε η επισκέπτρια. «Από τη φύση μου, είμαι ανέντιμη. Όχι ότι το θέλω, αλλά μου ξεφεύγει. Λέω πράγματα που δεν τα εννοώ πραγματικά. Δεν αναφέρομαι στις γενικές και αόριστες συζητήσεις που γίνονται από ευγένεια  — σ’ αυτές τις περιπτώσεις κανείς ξέρει ότι μιλάει απλώς για να μιλάει. Αλλά ακόμα και όταν είμαι σοβαρή πιάνω τον εαυτό μου να λέει πράγματα, να κάνει πράγματα, που είναι παράλογα ανέντιμα. Το έχω παρατηρήσει αυτό και στον σύζυγό μου. Λέει ένα πράγμα και κάνει κάτι τελείως διαφορετικό. Υπόσχεται κάτι, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι την ώρα που το λέει, δεν το εννοεί πραγματικά· και όταν του το πεις εκνευρίζεται και μερικές φορές θυμώνει πολύ. Και οι δύο ξέρουμε ότι είμαστε ανέντιμοι σε πολλά πράγματα. Πριν από λίγες μέρες, έδωσε μια υπόσχεση σε κάποιον άνθρωπο που μάλλον τον σέβεται και εκείνος έφυγε πιστεύοντάς τον. Ο σύζυγος μου, όμως, δεν τήρησε τον λόγο του και βρήκε διάφορες δικαιολογίες για να αποδείξει ότι ο ίδιος είχε δίκιο και ο άλλος άδικο. Ξέρετε το παιχνίδι που παίζουμε με τον εαυτό μας και με τους άλλους, είναι μέρος της κοινωνικής μας δομής και των σχέσεών μας. Μερικές φορές φτάνει σ’ ένα σημείο όπου γίνεται πολύ άσχημο και βαθειά ενοχλητικό — κι έχω φτάσει κι εγώ σ’ αυτή την κατάσταση. Είμαι τρομερά ενοχλημένη, όχι μόνον με τον σύζυγό μου, αλλά και με τον εαυτό μου και με όλους αυτούς τους ανθρώπους που λένε ένα πράγμα, σκέπτονται ένα άλλο, και κάνουν ένα τρίτο. Οι πολιτικοί δίνουν υποσχέσεις και ξέρουμε τι σημαίνουν οι υποσχέσεις τους. Υπόσχονται, “τον ουρανό επί της γης” και ξέρεις πολύ καλά ότι θα φέρουν την κόλαση πάνω στη γη, και μετά θα κατηγορήσουν γι’ αυτό παράγοντες πέρα από τον έλεγχό του. Γιατί να είναι κανείς τόσο βασικά ανέντιμος;»

Τι σημαίνει ανεντιμότητα, κυρία; Μπορεί να υπάρξει εντιμότητα – δηλαδή να βλέπει κανείς καθαρά, να βλέπει τα πράγματα έτσι όπως είναι – αν υπάρχει κάποια ηθική αρχή, ένα ιδανικό, μια εξευγενισμένη φόρμουλα; Μπορεί κανείς να έχει ευθύτητα, όταν υπάρχει σύγχυση; Μπορεί να υπάρξει ομορφιά όταν υπάρχει πρότυπο για το τι είναι όμορφο ή έντιμο; Όταν υπάρχει αυτή η διαίρεση ανάμεσα σ’ αυτό που είναι και στο πώς θα έπρεπε να είναι, μπορεί να υπάρξει εντιμότητα, ή μόνο μια ηθικοπλαστική, καθωσπρέπει ανεντιμότητα; Ανατρεφόμαστε ανάμεσα στα δύο: ανάμεσα σε εκείνο που είναι και σε εκείνο που θα μπορούσε να είναι. Στο διάστημα ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο –στο διάστημα χρόνου και προσπάθειας– βρίσκεται όλη μας η εκπαίδευση, η ηθική μας, ο αγώνας μας. Ρίχνουμε μια αμφιταλαντευόμενη ματιά στο ένα και στο άλλο, μια ματιά φόβου και μια ματιά ελπίδος. Και μπορεί να υπάρξει τιμιότητα, ειλικρίνεια, σ’ αυτή την κατάσταση, που η κοινωνία ονομάζει εκπαίδευση; Όταν λέμε ότι είμαστε ανέντιμοι, στην ουσία εννοούμε ότι υπάρχει σύγκριση ανάμεσα σ’ αυτό που έχουμε πει και σ’ εκείνο που είναι πραγματικά. Λέει κανείς κάτι που δεν το εννοεί, ίσως για να δώσει μια πρόσκαιρη διαβεβαίωση ή γιατί είναι νευρικός, η ντροπαλός ή φοβάται να πει κάτι όπως πραγματικά είναι. Έτσι η ανησυχία και ο φόβος, μάς κάνουν ανέντιμους. Αλλά όταν κυνηγάμε την επιτυχία, ή έχουμε αποκτήσει κάποια θέση που θέλουμε να κρατήσουμε, δεν μπορεί παρά να είμαστε κάπως ανέντιμοι, να παριστάνουμε κάτι στον άλλον, να είμαστε πανούργοι, να εξαπατάμε, για να πετύχουμε τον σκοπό μας. Έτσι κάθε αντίσταση, κάθε άμυνα είναι μια μορφή ανεντιμότητας. Το να είσαι έντιμος σημαίνει να μην έχεις ψευδαισθήσεις για τον εαυτό σου, για τις επιθυμίες και το κυνήγι της ευχαρίστησης.

«Θέλετε να πείτε ότι η επιθυμία γεννάει ψευδαισθήσεις; Επιθυμώ ένα όμορφο σπίτι· δεν υπάρχει καμιά ψευδαίσθηση σ’ αυτό. Επιθυμώ ο σύζυγός μου να πάρει μια καλύτερη θέση· ούτε σ’ αυτό μπορώ να δω κάποια ψευδαίσθηση!»

Στην επιθυμία υπάρχουν πάντα: το καλύτερο, το μεγαλύτερο, το περισσότερο. Στην επιθυμία υπάρχει η μέτρηση, η σύγκριση· και η σύγκριση είναι ρίζα της ψευδαίσθησης. Εκείνο που ονομάζεται, «το Καλό» δεν είναι το καλύτερο· και σπαταλάμε όλη μας τη ζωή επιδιώκοντας το καλύτερο – είτε αυτό είναι το καλύτερο μπάνιο, είτε η καλύτερη θέση στη δουλειά, είτε ο καλύτερος Θεός. Η αίσθηση του ανικανοποίητου για ό,τι έχουμε και είμαστε στην πραγματικότητα, για ό,τι όντως είναι, σπρώχνει στην αλλαγή εκείνου που είναι — μία αλλαγή που απλώς είναι μία βελτιωμένη συνέχεια αυτού που είναι. Η βελτίωση δεν είναι αλλαγή. Και είναι αυτή η αδιάκοπη, απλώς, βελτίωση, τόσο στον εαυτό μας όσο και στην κοινωνική ηθική, που γεννάει την ανεντιμότητα.

«Δεν ξέρω αν σας καταλαβαίνω και δεν ξέρω κι αν θέλω να σας καταλάβω», είπε με ένα χαμόγελο. «Λεκτικά καταλαβαίνω όσα λέτε, αλλά πού οδηγούνε; Το βρίσκω μάλλον τρομακτικό. Αν ζούσα στην πράξη όσα λέτε, ίσως ο σύζυγός μου να έχανε τη δουλειά του, γιατί στον επιχειρηματικό κόσμο υπάρχει πάρα πολύ ανεντιμότητα. Τα παιδιά μας, επίσης ανατρέφονται έτσι ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν, να πολεμάνε για να επιβιώσουν. Και συνειδητοποιώντας, ακούγοντας αυτά που λέτε, ότι τα εκπαιδεύουμε να είναι ανέντιμα – όχι φανερά, φυσικά, αλλά με λεπτούς και πλάγιους τρόπους – τότε τρομάζω γι’ αυτά. Πώς θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον κόσμο που είναι τόσο ανέντιμος και σκληρόκαρδος, εάν κι αυτά τα ίδια δεν έχουν κάτι από αυτή την ανεντιμότητα και τη σκληρότητα; Αχ, ξέρω πως λέω φριχτά πράγματα, αλλά έτσι είναι. Αρχίζω να βλέπω πόσο ολοκληρωτικά ανέντιμη είμαι».

Το να ζεις χωρίς ηθικές αρχές, χωρίς ιδανικά, είναι να ζεις αντιμετωπίζοντας κάθε στιγμή εκείνο που πραγματικά συμβαίνει, εκείνο που είναι. Η έμπρακτη αντιμετώπιση εκείνου που είναι –που σημαίνει να είσαι σε πλήρη επαφή μαζί του, όχι μέσα από λέξεις ή από παλιές συσσωρευμένες μνήμες, αλλά ότι είσαι σε άμεσα επαφή μαζί του– είναι το να είσαι έντιμος. Το να ξέρεις ότι έχεις πει ψέματα και να μην το δικαιολογείς, αλλά να βλέπεις απλώς το γεγονός, είναι εντιμότητα· και σ’ αυτήν την εντιμότητα υπάρχει μεγάλη ομορφιά. Κι η ομορφιά δεν βλάπτει κανέναν. Το να πει κανείς ότι είναι ψεύτης, είναι η αναγνώριση ενός πράγματος που είναι γεγονός· είναι το να αναγνωρίζεις ένα λάθος σαν λάθος. Αλλά το να βρίσκεις αιτίες, προσχήματα και δικαιολογίες γι’ αυτό, είναι ανεντιμότητα και σ’ αυτό υπάρχει αυτολύπηση. Ο αυτολύπηση είναι το σκοτεινό κομμάτι της ανεντιμότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να γίνει ανελέητος με τον εαυτό του αλλά ότι πρέπει να είναι προσεκτικός. Το να είσαι προσεκτικός σημαίνει να φροντίζεις, να βλέπεις.

«Σίγουρα δεν περίμενα ν’ ακούσω όλα αυτά όταν ήρθα. Ένοιωθα ντροπή για την ανεντιμότητά μου και δεν ήξερα τι να κάνω γι’ αυτήν. Η ανικανότητά μου να κάνω οτιδήποτε γι’ αυτήν με έκανε να νοιώθω ένοχη, και το να πολεμάς την ενοχή ή να της αντιστέκεσαι φέρνει κι άλλα προβλήματα. Τώρα θα πρέπει να ξανασκεφτώ προσεχτικά όλα όσα είπατε».

Εάν μου επιτρέπετε να κάνω μία υπόδειξη, μην τα ξανασκεφτείτε. Δείτε τα τώρα αυτά που είναι έτσι όπως είναι, κι από αυτό το κοίταγμα θα συμβεί κάτι καινούριο. Αλλά εάν τα ξανασκεφτείτε, θα ξαναπέσετε στην ίδια παλιά παγίδα.

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

1625559_708616215849592_1541791050_n

Ο ήχος από τις καμπάνες της εκκλησίας ήρθε περνώντας μέσα από τα δάση και πάνω από το ποτάμι και το πλατύ λιβάδι. Ο ήχος ήταν διαφορετικός, ανάλογα με τι από πού ερχόταν: μέσα από τα δάση, πάνω από τα πλατιά λιβάδια ή διασχίζοντας το ποτάμι που κυλούσε γρήγορα κάνοντας θόρυβο. Ο ήχος, όπως και το φως, αποκτά μια ποιότητα από την σιωπή. Όσο βαθύτερη είναι η σιωπή τόσο περισσότερο ακούγεται η ομορφιά του ήχου. Εκείνο το δειλινό, με τον ήλιο καβάλα επάνω τους δυτικούς λόφους, ο ήχος αυτής της καμπάνας ήταν κάτι το εξαιρετικό. Ήταν σαν να άκουγες τις καμπάνες για πρώτη φορά. Δεν ήταν τόσο παλιές όσο των παλιών καθεδρικών ναών, αλλά μετέφεραν την αίσθηση εκείνου του δειλινού. Στον ουρανό δεν υπήρχε κανένα σύννεφο. Ήταν η μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου και ο ήλιος έδυε βορειότερα από κάθε άλλη φορά.
Σχεδόν ποτέ δεν προσέχουμε τον ήχο του γαυγίσματος ενός σκύλου ή το κλάμα ενός παιδιού ή το γέλιο ενός περαστικού. Χωρίζουμε τον εαυτό μας από το καθετί και μέσα από αυτή την απομόνωση κοιτάζουμε και ακούμε τα πάντα. Αυτός ο χωρισμός είναι πολύ καταστρεπτικός, γιατί μέσα σ’ αυτόν βρίσκονται κάθε σύγκρουση και σύγχυση. Εάν άκουγες τον ήχο από αυτές τις καμπάνες μέσα σε πλήρη σιωπή μέσα σου, τότε θα ταξίδευες μαζί του – ή μάλλον ο ήχος θα σε μετέφερε μέσα από την κοιλάδα και πάνω από τους λόφους. Την ομορφιά του ήχου την νοιώθεις μόνον όταν εσύ κι αυτός δεν είστε χωριστοί, όταν εσύ είσαι μέρος του. Διαλογισμός είναι το τέλος αυτού του χωρισμού όχι με κάποια δράση της θέλησης ή της επιθυμίας, ή αναζητώντας την ευχαρίστηση πραγμάτων που δεν έχεις ακόμα γευτεί. Ο διαλογισμός δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τη ζωή• είναι ακριβώς η ουσία της ζωής, η ουσία ακριβώς της καθημερινής ζωής. Το να ακούς αυτές τις καμπάνες, να ακούς το γέλιο του χωρικού καθώς προσπερνάνε με τη γυναίκα του, να ακούς τον ήχο του κουδουνιού από το ποδήλατο του μικρού κοριτσιού καθώς περνάει, είναι ολόκληρη η ζωή και όχι ένα κομμάτι της που φανερώνει ο διαλογισμός.
«Τι είναι για σας ο Θεός», ρώτησε ο επισκέπτης. «Στο σύγχρονο κόσμο, ανάμεσα στους φοιτητές, στους εργάτες και στους πολιτικούς, ο Θεός είναι νεκρός. Για τους ιερείς, είναι μία εξυπηρετική λέξη που τους διευκολύνει να κρατάνε τη δουλειά τους, τα συμφέροντά τους, τόσο τα υλικά όσο και τα πνευματικά· και όσον αφορά τον μέσο άνθρωπο δεν νομίζω ότι τον απασχολεί και πάρα πολύ, εκτός καμιά φορά όταν υπάρχει κάποια συμφορά ή όταν θέλει να φαίνεται αξιοσέβαστος ανάμεσα στους αξιοσέβαστους γείτονές του. Σε κάθε άλλη περίπτωση, έχει πάρα πολύ λίγο νόημα. Έτσι, έκανα αυτό το, μάλλον, μακρινό ταξίδι εδώ, για να μάθω εσείς τι πιστεύετε ή αν δεν σας αρέσει αυτή η λέξη, να μάθω εάν ο Θεός υπάρχει στη ζωή σας. Πήγα στις Ινδίες και επισκέφθηκα διάφορους δάσκαλους στους χώρους τους με τους μαθητές τους, και όλοι τους πιστεύουν ή ισχυρίζονται λίγο πολύ, ότι υπάρχει Θεός και δείχνουν το δρόμο προς αυτόν. Θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, να συζητήσω μαζί σας αυτό το μάλλον σπουδαίο ζήτημα που έχει στοιχειώσει τον άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια».
Άλλο πράγμα είναι η πίστη και άλλο η πραγματικότητα. Η μία οδηγεί στην σκλαβιά και η άλλη μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχει ελευθερία. Δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Δεν μπορείς να έχεις αυτή την ελευθερία, αν εγκαταλείψεις ή παραμερίσεις την πίστη γι’ αυτήν, γιατί η ελευθερία δεν είναι μια ανταμοιβή, δεν είναι το καρότο μπροστά από τον γάιδαρο. Είναι σημαντικό να το καταλάβει κανείς αυτό από την αρχή — την αντίφαση ανάμεσα στην πίστη και στην πραγματικότητα. Η πίστη δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην πραγματικότητα. Η πίστη είναι αποτέλεσμα διαμόρφωσης ή προϊόν φόβου, ή το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής ή εξωτερικής αυθεντίας που σου προσφέρει παρηγοριά. Η πραγματικότητα δεν είναι τίποτα από αυτά. Είναι κάτι το τελείως διαφορετικό και δεν υπάρχει πέρασμα από το ένα στο άλλο. Ο θεολόγος αρχίζει από μια καθορισμένη θέση. Πιστεύει στο Θεό, σ’ έναν Σωτήρα ή στον Κρίσνα ή στο Χριστό, και κατόπιν υφαίνει θεωρίες σύμφωνα με τη διαμόρφωσή του και την ευστροφία του μυαλού του. Είναι σαν τον θεωρητικό του Κομμουνισμού που – δεμένος σε μιαν ιδέα, σε μια φόρμουλα – εκείνο που υφαίνει είναι αποτέλεσμα των δικών του συλλογισμών. Οι απρόσεκτοι παγιδεύονται στην πίστη, όπως η απρόσεκτη μύγα παγιδεύεται στο δίχτυ της αράχνης. Η πίστη γεννιέται από το φόβο ή από την παράδοση. Δύο χιλιάδες ή δέκα χιλιάδες χρόνια προπαγάνδας είναι η θρησκευτική δομή των λέξεων, με τις τελετουργίες, τα δόγματα και τις δοξασίες. Η λέξις γίνεται τότε εξαιρετικά σπουδαία και η επανάληψη αυτής της λέξης υπνωτίζει τον ευκολόπιστο. Οι ευκολόπιστοι είναι πάντα πρόθυμοι να πιστέψουν, να δεχτούν, να υπακούσουν, άσχετα αν αυτό που τους προσφέρεται είναι καλό ή κακό, βλαβερό ή ωφέλιμο. Ο νους που έχει μία πίστη, δεν είναι ένας ερευνητικός νους και έτσι παραμένει μέσα στα όρια της φόρμουλας και της δοξασίας. Είναι σαν το ζώο, που, δεμένο σε ένα πάσσαλο, μπορεί να περπατήσει μέσα στα όρια του σκοινιού.
«Αλλά χωρίς την πίστη δεν έχουμε τίποτα! Πιστεύω στην καλοσύνη• πιστεύω στην ιερότητα του γάμου• πιστεύω στη μετά θάνατο ζωή και στην εξελικτική ανάπτυξη προς την τελειότητα. Για μένα αυτές οι πίστεις έχουν τεράστια σπουδαιότητα, γιατί με κρατούν στο σωστό δρόμο, στην ηθική· αν μου πάρετε την πίστη είμαι χαμένος».
Το να είσαι καλός και το να γίνεις καλός είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το άνθισμα της καλοσύνης δεν είναι το να γίνεις καλός. Το να γίνεις καλός είναι η άρνηση της καλοσύνης· το να γίνεις καλύτερος, είναι η άρνηση αυτού που είσαι• το «καλύτερο» απ’ αυτό που είσαι, διαφθείρει αυτό που ήδη είσαι. Το να είσαι καλός είναι στο τώρα, στο παρόν• το να γίνεις καλός είναι στο μέλλον, πράγμα που είναι η επινόηση ενός νου παγιδευμένου σε μια πίστη, σε μια φόρμουλα σύγκρισης και χρόνου. Όταν υπάρχει ψυχολογική μέτρηση, το καλό παύει να υπάρχει. Εκείνο που είναι σημαντικό δεν είναι τι πιστεύεις, οι φόρμουλες που έχεις, οι ηθικές σου αρχές, τα δόγματα και οι γνώμες σου, αλλά γιατί πρέπει να τα έχεις· γιατί ο νους σου είναι φορτωμένος με όλα αυτά. Είναι ουσιαστικά; Αν κάνετε αυτή την ερώτηση σοβαρά στον εαυτό σας, θα βρείτε ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της συνήθειας να δέχεστε ό,τι σας λένε, είναι αποτέλεσμα φόβου· αυτού του βασικού φόβου που σας εμποδίζει να αντιμετωπίσετε αυτό που πραγματικά συμβαίνει, είναι, είστε. Αυτός είναι ο φόβος που φέρνει την αφοσίωσή σας σε κάτι. Το να εμπλέκεσαι στη ζωή, στις δραστηριότητές σου, είναι φυσιολογικό· βρίσκεσαι μέσα στη ζωή, σ’ ολόκληρη την κίνησή της. Αλλά το να αφιερώνεσαι κάπου είναι η εσκεμμένη δράση ενός νου που λειτουργεί και σκέφτεται κομματιαστά• κι αφιερώνεται κανείς μόνο σε ένα κομμάτι. Δεν μπορείς να αφιερωθείς εσκεμμένα σε ό,τι νομίζεις πως είναι το όλο, επειδή αυτό που νομίζεις είναι μέρος της διαδικασίας της σκέψης και η σκέψη είναι πάντα χωριστική, λειτουργεί πάντα κομματιαστά.
«Ναι, δεν μπορείς να αφιερωθείς σε κάτι χωρίς να ονομάσεις εκείνο στο οποίο είσαι αφιερωμένος, και η ονομασία είναι περιορισμός».
Αυτό που λέτε, είναι απλώς μια σειρά από λέξεις ή είναι μια πραγματικότητα που μόλις τώρα την συνειδητοποιήσατε; Αν είναι απλώς και μόνο μια σειρά από λέξεις, τότε είναι απλώς μια πίστη και επομένως δεν έχει απολύτως καμιά αξία. Αν πάλι είναι στην πράξη μια αλήθεια που ανακαλύψατε τώρα, τότε είστε ελεύθερος και σε άρνηση. Η άρνηση του ψεύτικου δεν είναι μια θέση. Όλες οι προπαγάνδες είναι ψεύτικες και ο άνθρωπος έχει ζήσει με την προπαγάνδα που απλώνεται από τα αφρόλουτρα μέχρι τον Θεό.
«Με στριμώχνετε στη γωνία με τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τα πράγματα. Και το να μεταδίδετε αυτά που εσείς βλέπετε δεν είναι κι αυτό μια μορφή προπαγάνδας;»
Σίγουρα, όχι. Εσείς ο ίδιος στριμώχνετε τον εαυτό σας σε μια γωνιά, όπου θα πρέπει να αντιμετωπίσετε τα πράγματα έτσι όπως πραγματικά είναι, αβέβαιος και ανεπηρέαστος. Αρχίζετε να αντιλαμβάνεστε εσείς ο ίδιος μόνος σας, τι πραγματικά βρίσκεται μπροστά σας, οπότε είστε ελεύθερος από την επιρροή κάποιου άλλου, ελεύθερος από κάθε αυθεντία, λέξης, προσώπου και ιδέας. Για να δεις δεν χρειάζεται καμιά πίστη. Αντιθέτως, για να δεις καθαρά τα πράγματα όπως είναι, η απουσία της πίστης είναι απαραίτητη. Μπορείς να δεις μόνον όταν υπάρχει μια αρνητική στάση, όχι η θετική στάση κάποιας πίστης. Το να βλέπεις, είναι μια αρνητική στάση στην οποία το το μόνο που υπάρχει είναι εκείνο που όντως είναι. Η πίστη είναι μια μορφή αδράνειας που γεννάει την υποκρισία, και είναι αυτή η υποκρισία εναντίον της οποίας, όλη η νεώτερη γενιά πολεμάει και επαναστατεί. Αλλά η νεώτερη γενιά πιάνεται κι εκείνη σ’ αυτήν την υποκρισία αργότερα στη ζωή. Η πίστη είναι ένας κίνδυνος που πρέπει κανείς να τον αποφύγει εντελώς αν θέλει να δει την αλήθεια εκείνου που είναι. Ο πολιτικός, ο ιερέας, ο καθωσπρέπει, δρουν πάντα σύμφωνα με μια φόρμουλα, εξαναγκάζοντας τους άλλους να ζουν σύμφωνα μ’ αυτήν τη φόρμουλα και οι απερίσκεπτοι, οι ανόητοι πάντα τυφλώνονται από τα λόγια τους, τις υποσχέσεις τους, τις ελπίδες που δίνουν. Η αυθεντία της φόρμουλας γίνεται πολύ πιο σπουδαία από την αγάπη εκείνου που όντως είναι. Επομένως η αυθεντία είναι το κακό, είτε είναι η αυθεντία της πίστης ή της παράδοσης ή της συνήθειας που ονομάζεται ηθική.
«Μπορώ να είμαι ελεύθερος από αυτό τον φόβο, που λέτε;»
Η ερώτηση που κάνετε είναι σίγουρα λάθος, έτσι δεν είναι; Εσείς είσαστε ο φόβος• εσείς και ο φόβος δεν είσαστε δύο χωριστά πράγματα. Ο χωρισμός είναι ο φόβος που γεννάει τη φόρμουλα, «θα του επιβληθώ, θα τον καταπιέσω, θα ξεφύγω από αυτόν». Αυτή είναι η παράδοση που δίνει μια ψεύτικη ελπίδα υπερνίκησης του φόβου. Όταν δείτε ότι εσύ είσαι ο φόβος, ότι εσύ και ο φόβος δεν είστε δύο χωριστά πράγματα, τότε ο φόβος εξαφανίζεται. Τότε οι φόρμουλες και οι πίστεις δεν χρειάζονται καθόλου. Τότε ζεις μόνον με εκείνο που είναι και βλέπεις την αλήθεια του.
«Αλλά δεν έχετε απαντήσει στην ερώτησή μου για τον Θεό, έτσι δεν είναι;»
Πηγαίνετε σε οποιονδήποτε τόπο λατρείας: είναι εκεί ο Θεός; Είναι, στο κτίσμα, στην αίσθηση που τη διεγείρει να βλέπεις κάτι όμορφα φτιαγμένο, στη λέξη, στη λειτουργία; Οι θρησκείες έχουν χωρίσει το Θεό σε δικό σου και δικό μου· στους θεούς της Ανατολής και στους θεούς της Δύσης και κάθε θεός έχει σκοτώσει τον άλλο θεό. Πού μπορεί να βρεθεί ο Θεός; Κάτω από ένα φύλλο, στους ουρανούς, στην καρδιά σου ή είναι απλώς μια λέξη, ένα σύμβολο που αντιπροσωπεύει κάτι που δεν μπορείς να το εκφράσεις με λόγια; Σίγουρα πρέπει κανείς να παραμερίσει το σύμβολο, τον τόπο λατρείας, τον ιστό των λέξεων που ο άνθρωπος έχει υφάνει γύρω από τον εαυτό του. Μόνον αφού το έχεις κάνει αυτό – ποτέ πριν – μπορείς να αρχίσεις να ερευνάς αν υπάρχει ή όχι μια πραγματικότητα που είναι απροσμέτρητη.
«Αλλά όταν τα απορρίψεις όλα αυτά, τότε είσαι τελείως χαμένος, άδειος, μόνος, οπότε σ’ αυτήν την κατάσταση πώς μπορείς να ερευνήσεις;»
Βρίσκεσαι σ’ αυτήν την κατάσταση γιατί λυπάσαι τον εαυτό σου και η αυτολύπηση είναι κάτι εξευτελιστικό. Βρίσκεσαι σ’ αυτήν την κατάσταση επειδή δεν έχεις δει πραγματικά ότι το ψεύτικο είναι ψεύτικο. Όταν το δεις αυτό, σου δίνει τρομερή ενέργεια και ελευθερία για να δεις και την αλήθεια ως αλήθεια κι όχι σαν μια πλάνη ή φαντασίωση του νου. Είναι αυτή η ελευθερία που είναι απαραίτητη για να δεις αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει σε λόγια. Αλλά αυτό δεν είναι μια εμπειρία, ένα προσωπικό επίτευγμα. Όλες οι εμπειρίες, από αυτή την άποψη, προκαλούν μια χωριστή, μια αντιφατική ύπαρξη. Και είναι αυτή η χωριστή ύπαρξη, σαν σκεπτόμενος, σαν παρατηρητής, που απαιτεί περισσότερες και πλατύτερες εμπειρίες· και ό,τι απαιτεί θα το έχει, αλλά δεν θα είναι η αλήθεια. Η αλήθεια δεν είναι δική σου ή δική μου. Ό,τι είναι δικό σου μπορεί να οργανωθεί, να να φυλαχτεί με ευλάβεια, να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Αυτό είναι εκείνο που συμβαίνει στον κόσμο. Αλλά η αλήθεια δεν μπορεί να οργανωθεί. Όπως η ομορφιά και η αγάπη, έτσι και η αλήθεια δεν βρίσκεται μέσα στην περιοχή των αποκτημάτων, της ιδιοκτησίας.

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

1002629_585478624842377_1256569630_n

Διαλογισμός είναι η απελευθέρωση του νου από κάθε ανεντιμό­τητα. Η σκέψη θρέφει την ανεντιμότητα. Η σκέψη, στην προσπά­θεια της να είναι έντιμη, συγκρίνει και επομένως είναι ανέντιμη. Κάθε σύγκριση είναι μια κίνηση υπεκφυγής και έτσι γεννάει την ανεντιμότητα. Η εντιμότητα δεν είναι το αντίθετο της ανεντιμό­τητας. Η εντιμότητα δεν είναι μια ηθική αρχή- δεν είναι προσαρ­μογή σε ένα μοντέλο, αλλά κυρίως η πλήρης αντίληψη εκείνου που πραγματικά είναι. Και διαλογισμός είναι κίνηση αυτής της ε­ντιμότητας στη σιωπή.

Η μέρα άρχισε συννεφιασμένη και μουντή και τα γυμνά δέ­ντρα στέκονταν σιωπηλά στο δάσος. Ανάμεσα από τα δέντρα του δάσους μπορούσες να δεις πιο πέρα, κρόκους, ασφοδίλια και θά­μνους φορσύθια με λαμπερά κίτρινα λουλούδια, που όπως τα κοί­ταζες από απόσταση ήταν σαν μια κίτρινη πινελιά στο πράσινο γρασίδι. Καθώς προχώρησες και τα πλησίασες σε τύφλωσε η λα­μπρότητα εκείνου του κίτρινου – που ήταν ο Θεός. Όχι ότι ταυτί­στηκες με το χρώμα ή ότι έγινες αυτή η έκταση που γέμιζε το σύ­μπαν με κίτρινο, αλλά ότι δεν υπήρχες εσύ που το κοίταζες. Υπήρχε μόνο αυτό το κίτρινο και τίποτε άλλο – ούτε οι φωνές τρι­γύρω σου ούτε το κοτσύφι που κελαηδούσε το πρωινό του τραγούδι ούτε οι φωνές των περαστικών ούτε το αυτοκίνητο που πέρασε με θόρυβο ξυστά από δίπλα σου στο δρόμο Υπήρχε μόνο αυτό, τίποτε άλλο. Και μέσα σ’ εκείνη την ύπαρξη υπήρχε ομορ­φιά και αγάπη.

Ξαναγύρισες στο δάσος. Πέσανε μερικές σταγόνες βροχής και το δάσος ερημώθηκε. Μόλις είχε φτάσει η άνοιξη, αλλά εδώ στα βόρεια τα δέντρα δεν είχαν ακόμα φύλλα. Είχαν κουραστεί από το χειμώνα, από την αναμονή του ήλιου και του γλυκού καιρού. Έ­νας καβαλάρης πέρασε με το άλογό του ιδρωμένο. Το άλογο, με τη χάρη του, την κίνησή του, άξιζε περισσότερο από τον άνθρω­πο· ο άνθρωπος, με το κοστούμι της ιππασίας, τις καλογυαλισμένες μπότες του και το καπέλο, έμοιαζε ασήμαντος μπροστά του. Το άλογο ήταν ράτσας και κρατούσε το κεφάλι του ψηλά. Ο άν­θρωπος, αν και ήταν επάνω στο άλογο, ήταν ένας ξένος για τον κόσμο της φύσης, αλλά το άλογο έδειχνε να είναι μέρος της φύ­σης που ο άνθρωπος κατέστρεφε σιγά σιγά. Τα δέντρα ήταν με­γάλα – βελανιδιές, φτελιές και οξιές. Στέκονταν σιωπηλά. Το έ­δαφος ήταν μαλακό από τα πεσμένα φύλλα του χειμώνα και εδώ η γη έμοιαζε πολύ γέρικη. Υπήρχαν μόνο λίγα πουλιά. Το κοτσύφι κελαηδούσε και ο ουρανός καθάριζε.

Όταν το απόγευμα ξαναγύρισες εκεί, ο ουρανός ήταν πολύ καθαρός και το φως που έπεφτε πάνω σ’ αυτά τα τεράστια δέντρα ήταν παράξενο και γεμάτο από μια σιωπηλή κίνηση. Το φως εί­ναι κάτι το εκπληκτικό· όσο περισσότερο το παρατηρείς τόσο βα­θύτερο και πιο απέραντο γίνεται· και τα δέντρα ήταν παγιδευμένα μέσα στην κίνησή του. Ήταν αναπάντεχο και κανένας πίνα­κας ζωγραφικής δεν θα μπορούσε να συλλάβει την ομορφιά που είχε εκείνο το φως. Είχε κάτι περισσότερο από το φως της δύσης· είχε κάτι περισσότερο απ’ ό,τι έβλεπαν τα μάτια σου. Ήταν σαν η αγάπη να είχε απλωθεί στη γη. Είδες ξανά εκείνη την κίτρινη πι­νελιά της φορσύθιας και αναγάλλιασε η καρδιά σου.

Ήταν μια νέα γυναίκα, αρκετά όμορφη και πολύ καλοντυμένη, έδειχνε ανυπόμονη και δυναμική.   Είχε έρθει με τις δυο μικρές κόρες της, αλλά τις άφησε έξω να παίζουν. Είπε ότι ο σύζυ­γός της δούλευε σε κάποιο γραφείο και η ζωή κυλούσε. Είχε μια παράξενη θλίψη που την κάλυπτε με γρήγορα χαμόγελα.

Ρώτησε: «Τι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, κύριε; Είμαστε πα­ντρεμένοι με τον άντρα μου εδώ και μερικά χρόνια. Υποθέτω ότι αγαπιόμαστε, αλλά υπάρχει σ’ όλο αυτό κάτι που λείπει έντονα».

«Θέλετε πραγματικά, κυρία, να το κοιτάξετε πολύ βαθιά αυτό;»

«Ναι, ήρθα από μακριά για να μιλήσω μαζί σας γι’ αυτό το θέμα».

«Ο σύζυγός σας δουλεύει στο γραφείο του κι εσείς στο σπίτι, έ­χετε και οι δυο σας τις φιλοδοξίες σας, τις απογοητεύσεις σας, τις αγωνίες και τους φόβους σας. Εκείνος θέλει να γίνει ένα σπουδαίο στέλεχος στη δουλειά του και φοβάται μήπως δεν το καταφέρει, ότι ίσως κάποιοι άλλοι ανέβουν πριν από εκείνον. Εκείνος είναι χωμένος στις φιλοδοξίες του, στις απογοητεύσεις του, στην προ­σπάθεια για αναγνώριση και εσείς στα δικά σας. Εκείνος γυρίζει στο σπίτι κουρασμένος, εκνευρισμένος, με φόβο στην καρδιά του, και κουβαλάει μαζί του τις εντάσεις του. Αλλά κι εσείς επίσης εί­στε κουρασμένη από τις δουλειές με τα παιδιά και όλα τα υπόλοι­πα. Ισως πίνετε μαζί κάτι για να καλμάρουν τα νεύρα σας κι αρ­χίζετε μια ανήσυχη συζήτηση. Ύστερα από λίγη κουβέντα και φα­γητό πέφτετε αναπόφευκτα στο κρεβάτι. Όλο αυτό είναι εκείνο που ονομάζεται συζυγική σχέση -ο καθένας ζει μέσα στη δική του εγωκεντρική δραστηριότητα και συναντιέται με τον άλλο στο κρεβάτι-, όλο αυτό ονομάζεται αγάπη. Φυσικά υπάρχει και λίγη τρυφερότητα, λίγη φροντίδα, ένα δυο χάδια στο κεφάλι των παι­διών. Ύστερα θα έρθουν τα γηρατειά και τέλος ο θάνατος. Αυτό είναι ό,τι ονομάζεται ζωή. Κι εσείς αποδέχεστε αυτό τον τρόπο ζωής».

«Και τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς; Ανατρεφόμαστε μέσα σ’ αυτό, εκπαιδευόμαστε γι’ αυτό. Θέλουμε να έχουμε ασφάλεια, να έχουμε μερικά από τα αγαθά της ζωής. Δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς».

«Είναι η επιθυμία για ασφάλεια που μας δένει; Ή είναι η συ­νήθεια, η αποδοχή των μοντέλων της κοινωνίας, όπως η ιδέα του γάμου δύο ανθρώπων και της οικογένειας; Σίγουρα σε όλα αυτά υπάρχει πολύ λίγη ευτυχία».

«Υπάρχει κάποια ευτυχία, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να κάνει κανείς, πάρα πολλά για τα οποία πρέπει να εν­διαφερθεί. Είναι πάρα πολλά εκείνα που πρέπει να διαβάσει κα­νείς, εάν θέλει να είναι καλά πληροφορημένος. Δεν υπάρχει πο­λύς χρόνος για να σκεφτόμαστε. Προφανώς δεν είμαστε πραγ­ματικά ευτυχισμένοι, αλλά απλώς συνεχίζουμε να ζούμε».

«Όλο αυτό ονομάζεται ζωή μέσα σε μια σχέση, αλλά προφα­νώς δεν υπάρχει καθόλου σχέση. Μπορεί σωματικά να είσαι για λίγο μαζί με τον άλλο, αλλά ο καθένας ζει στο δικό του κόσμο α­πομόνωσης, θρέφοντας τα δικά του βάσανα, και στην πραγματι­κότητα δεν υπάρχει καμιά συνάντηση, όχι απλώς σωματικά, αλ­λά σε ένα πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο πλατύ επίπεδο. Το λάθος είναι της κοινωνίας και του πολιτισμού όπου έχουμε ανατραφεί και όπου τόσο εύκολα παγιδευόμαστε – έτσι δεν είναι; Η κοινω­νία είναι μια σάπια, μια διεφθαρμένη και ανήθικη κοινωνία που την έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι άνθρωποι. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνο όταν αλλά­ξουν τα ανθρώπινα πλάσματα που την έχουν φτιάξει».

«Ίσως εγώ να μπορώ να καταλάβω αυτά που λέτε και πιθα­νόν να αλλάξω, αλλά τι θα γίνει μ’ εκείνον; Του δίνει πολλή ευχα­ρίστηση να αγωνίζεται, να πετυχαίνει, να γίνεται κάποιος. Δεν πρόκειται να αλλάξει και έτσι ξαναβρισκόμαστε πάλι εκεί όπου ήμασταν: Εγώ αδύναμα να προσπαθώ να διαπεράσω το κλείσιμό μου και εκείνος όλο και περισσότερο να στερεώνει το στενό κελί της ζωής του. Οπότε τι νόημα έχουν όλα αυτά που λέτε;»

«Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα σ’ αυτό το είδος ζωής. Είμαστε εμείς που έχουμε κάνει έτσι αυτή τη ζωή, με την καθημε­ρινή ωμότητα και ασχήμια της, με κατά καιρούς αναλαμπές α­πόλαυσης· οπότε εμείς πρέπει να πεθάνουμε ως προς όλα αυτά. Ξέρετε, κυρία, πραγματικά δεν υπάρχει αύριο ψυχολογικά. Το ψυχολογικό αύριο είναι επινόηση της σκέψης για να εκπληρώνει τις σκάρτες φιλοδοξίες και επιθυμίες της. Η σκέψη φτιάχνει αυ­τά τα πολλά αύριο, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέ­τοιο αύριο. Το να πεθάνεις για κάτι του αύριο σημαίνει να ζεις με πληρότητα σήμερα. Όταν το κάνεις, ολόκληρη η ζωή σου αλλά­ζει. Γιατί η αγάπη δεν είναι το αύριο, η αγάπη δεν είναι αντικεί­μενο της σκέψης, η αγάπη δεν έχει παρελθόν ή μέλλον. Όταν ζεις με πληρότητα σήμερα υπάρχει σ’ αυτό μεγάλη ένταση και στην ομορφιά του -που δεν την αγγίζουν η φιλοδοξία, η ζήλια ή ο χρόνος- υπάρχει επικοινωνία, όχι μόνο με τον άνθρωπο αλλά και με τη φύση, με τα λουλούδια, με τη γη και τους ουρανούς. Σ’ αυτό υπάρχει η ένταση της αθωότητας· και τότε το να ζεις έχει έ­να τελείως διαφορετικό νόημα»

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Καλό μήνα

Υπάρχει καθόλου χρόνος εκτός από εκείνον του ρολογιού; Δεχόμαστε τόσα πολλά πράγματα• μας έχουν φυτέψει την υπακοή τόσο βαθειά μέσα μας που η παραδοχή μάς φαίνεται κάτι το φυσικό. Αλλά υπάρχει καθόλου χρόνος, εκτός από τα πολλά χθες; Είναι ο χρόνος μια συνέχεια με τη μορφή του χθες, σήμερα, αύριο; Και υπάρχει χρόνος χωρίς το χθες; Τι είναι εκείνο που δίνει συνέχεια στα χιλιάδες χθες;
Μια αιτία φέρνει το αποτέλεσμά της και το αποτέλεσμα με την σειρά του γίνεται αιτία: Δεν υπάρχει διαίρεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, αποτελούν μία κίνηση. Αυτή την κίνηση την ονομάζουμε χρόνο και με αυτή την κίνηση – στα μάτια μας και στην καρδιά μας – βλέπουμε το καθετί. Βλέπουμε με τα μάτια του χρόνου και ερμηνεύουμε το παρόν με βάση του παρελθόν· και αυτή η ερμηνεία συναντάει το αύριο. Αυτή είναι η αλυσίδα του χρόνου.
Η σκέψη, παγιδευμένη σε αυτή τη διαδικασία, κάνει την ερώτηση «Τι είναι χρόνος;» Αυτή η ίδια η ερώτηση ανήκει στο μηχανισμό του χρόνου. Έτσι η ερώτηση δεν έχει νόημα, γιατί η σκέψη είναι χρόνος. Το χθες είναι που έχει δημιουργήσει τη σκέψη και έτσι η σκέψη κάνει τη διαίρεση σε χθες, σήμερα και αύριο. Ή λέει: «Υπάρχει μόνο το παρόν», ξεχνώντας ότι αυτό το ίδιο το παρόν είναι αποτέλεσμα του χθες. Η συνείδησή μας είναι κατασκευασμένη από αυτή την αλυσίδα του χρόνου και μέσα στα όριά του ρωτάμε: «Τι είναι χρόνος; Και αν δεν υπάρχει χρόνος τι συμβαίνει στο χθες;» Ερωτήσεις σαν και αυτές βρίσκονται μέσα στο πεδίο του χρόνου και δεν υπάρχει απάντηση σε ερώτηση για το χρόνο που γίνεται από τη σκέψη.
Μήπως δεν υπάρχει αύριο και χθες, παρά μόνο το τώρα; Αυτήν την ερώτηση δεν την κάνει η σκέψη. Αυτή η ερώτηση γίνεται όταν δει κανείς την δομή και τη φύση του χρόνου – αλλά όχι με τα μάτια της σκέψης.
Υπάρχει στην πράξη αύριο; Φυσικά και υπάρχει, όταν πρόκειται να πάρω ένα τραίνο για να πάω κάπου· αλλά εσωτερικά, ψυχολογικά, υπάρχει το αύριο του πόνου και της ευχαρίστησης, ή της επιτυχίας; Ή μήπως υπάρχει μόνον το τώρα, που δεν σχετίζεται με το χθες; Υπάρχει ο χρόνος του ρολογιού, που είναι ο ωρολογιακός χρόνος – η ανατολή και η δύση του ήλιου, του φεγγαριού και των άστρων – ο πρακτικός χρόνος να πάμε από το ένα μέρος στο άλλο, να μάθουμε μία γλώσσα και λοιπά. Επίσης, υπάρχει και ο ψυχολογικός χρόνος – τουλάχιστον νομίζουμε ότι υπάρχει – που είναι η αλλαγή «εκείνου που είναι», σε κάτι «που θα έπρεπε να είναι», δηλαδή το κυνηγητό ενός ιδανικού που βρίσκεται μακριά από «εκείνο που είναι». Για παράδειγμα: «εκείνο που είναι», είναι η βιαιότητά μας και δημιουργούμε το ιδανικό της μη-βίας, που για να το φτάσουμε, χρειαζόμαστε μέσα μας χρόνο. Υπάρχει, λοιπόν, ο φυσικός χρόνος που είναι ο χρόνος του ρολογιού και επίσης νομίζουμε, δυστυχώς, ότι υπάρχει και ψυχολογικός χρόνος. Δηλαδή, το κυνηγητό κάτι ιδανικού είναι ψυχολογικός χρόνος. Για τον ομιλητή, όλα τα ιδανικά είναι βλακώδη, επειδή εκείνο που είναι σημαντικό δεν είναι τα ιδανικά, αλλά «εκείνο που είναι». Όταν κανείς κατανοήσει «εκείνο που είναι», τότε τα ιδανικά είναι περιττά. Αλλά νομίζουμε ότι για να ξεπεράσουμε «εκείνο που είναι», χρειαζόμαστε τα ιδανικά σαν μοχλό πίεσης για να εξαφανίσουμε «εκείνο που είναι».
Τώρα: Ο ψυχολογικός χρόνος σταματάει όταν σταματήσει η σκέψη. Είναι τη στιγμή του σταματήματος που υπάρχει το τώρα. Αυτό το τώρα δεν είναι μια ιδέα, είναι ένα πραγματικό γεγονός, που υπάρχει μόνον όταν έχει φθάσει σε ένα τέλος ολόκληρος ο μηχανισμός της σκέψης. Η αίσθηση του τώρα είναι τελείως διαφορετική από τη λέξη «τώρα» η οποία ανήκει στο χρόνο. Έτσι, ας μην πιαστούμε στις λέξεις, «χθες», «σήμερα» και «αύριο». Η συνειδητοποίηση του τώρα υπάρχει μόνον στην ελευθερία, και η ελευθερία δεν είναι αποτέλεσμα καλλιέργειας της σκέψης.
Τότε γεννιέται το ερώτημα: «Ποια είναι η δράση του τώρα; Εμείς ξέρουμε μόνο τη δράση που ανήκει στο χρόνο και στη μνήμη και στο διάλειμμα ανάμεσα στο χθες και στο τώρα. Σ’ αυτό το διάλειμμα ή διάστημα, αρχίζει όλη η σύγχυση και η σύγκρουση. Εκείνο που πραγματικά ρωτάμε είναι: Αν δεν υπάρχει καθόλου διάλειμμα τι είναι δράση; Ο συνειδητός νους μπορεί να πει: «Έκανα κάτι αυθόρμητα», αλλά αυτό στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι• δεν υπάρχει αυθορμητισμός, επειδή ο νους είναι διαμορφωμένος. Το υπαρκτό είναι το μόνο γεγονός• το υπαρκτό είναι το τώρα και καθώς η σκέψη είναι ανίκανη να το αντιμετωπίσει, φτιάχνει εικόνες γι’ αυτό. Το διάστημα ανάμεσα στην εικόνα και σε «εκείνο που είναι», είναι η μιζέρια που έχει δημιουργήσει η σκέψη.
Το να βλέπεις «εκείνο που είναι» χωρίς το χθες, είναι το τώρα. Το τώρα είναι η σιωπή του χθες.

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

cropped-img_2695.jpg

Ο ανθρώπινος νους είναι βαθιά επηρεασμένος από τον πολιτισμό στον οποίο ζει – από τις παραδόσεις του, τις οικονομικές συνθήκες του και ιδιαίτερα από τη θρησκευτική προπαγάνδα του. Ο νους αρνείται έντονα στο να είναι σκλάβος κάποιου δικτάτορα ή στην τυραννία του κράτους, κι ωστόσο υποτάσσεται πρόθυμα στην τυραννία της εκκλησίας ή του τζαμιού ή στα πιο τελευταία, πολύ της μόδας, ψυχιατρικά δόγματα. Βλέποντας τόσο μεγάλη απελπιστική δυστυχία,  επινοεί έξυπνα ένα καινούριο Άγιο Πνεύμα ή έναν καινούριο Άτμαν, που σύντομα γίνεται είδωλο λατρείας.

Ο νους, που έχει δημιουργήσει τέτοιο όλεθρο στον κόσμο, στην ουσία φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό. Έχει επίγνωση της υλιστικής σκοπιάς της επιστήμης, των επιτευγμάτων της, της όλο και πιο μεγάλης κυριαρχίας της επάνω στο νου και έτσι αρχίζει να διαμορφώνει μια καινούρια φιλοσοφία· οι φιλοσοφίες του χθες παραχωρούν την θέση τους σε νέες θεωρίες, αλλά τα βασικά προβλήματα του ανθρώπου παραμένουν άλυτα.

Μέσα σ’ όλη αυτή την αναταραχή των πολέμων, της διχόνοιας και του άκρατου εγωκεντρισμού, υπάρχει το βασικό θέμα του θανάτου. Οι θρησκείες, οι αρχαιότερες ή οι σύγχρονες, έχουν διαμορφώσει τον άνθρωπο σύμφωνα με ορισμένα δόγματα, με ελπίδες και πίστεις που του δίνουν μια προκατασκευασμένη απάντηση σε αυτό το ζήτημα· αλλά η σκέψη, η λογική, δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο θέμα του θανάτου· είναι ένα γεγονός και δεν μπορείς να το προσπεράσεις. Πρέπει να πεθάνεις ως προς καθετί που ξέρεις  για να βρεις τι είναι ο θάνατος και αυτό, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να το κάνει ο άνθρωπος, γιατί φοβάται να πεθάνει για όλα όσα ξέρει, για τις πιο ενδόμυχες, βαθιά ριζωμένες ελπίδες και προσδοκίες του. Δεν υπάρχει πραγματικά το αύριο ψυχολογικά, αλλά υπάρχουν πολλά τέτοια αύριο ανάμεσα στο τώρα της ζωής και στο θάνατο στο μέλλον. Σ’ αυτό το διαχωριστικό κενό ζει ο άνθρωπος με φόβο και αγωνία, αλλά έχει πάντα στο νου του εκείνο που είναι αναπόφευκτο. Δεν θέλει ούτε καν να μιλάει για τον θάνατο και τον διακοσμεί με όλα τα πράγματα που ξέρει.

Θάνατος είναι το να πεθάνεις για όλα όσα ξέρεις –όχι για κάποιες ιδιαίτερες μορφές γνώσης, αλλά για όλες τις γνώσεις. Το να προσκαλείς από το μέλλον τον θάνατο –όχι τον σωματικό- να καλύψει όλα όσα έχουν συσσωρευτεί στο σήμερα, είναι ολοκληρωτικός θάνατος· τότε δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο· τότε ο θάνατος είναι ζωή και η ζωή είναι θάνατος. Αυτό, προφανώς, κανένας άνθρωπος δεν είναι πρόθυμος να το κάνει. Κι ωστόσο ο άνθρωπος αναζητάει πάντα το καινούριο· αλλά πάντοτε κρατώντας στο ένα του χέρι το παλιό και ψαχουλεύοντας με το άλλο στο άγνωστο για το καινούριο. Έτσι, υπάρχει η αναπόφευκτη σύγκρουση της διττότητας, το «εγώ» και το «μη εγώ», ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, το γεγονός όπως είναι και το πώς θα έπρεπε να είναι. Η εσωτερική αναταραχή παύει εντελώς, όταν υπάρχει το τέλος του γνωστού. Αυτό το τέλος είναι ο θάνατος. Ο θάνατος δεν είναι μια ιδέα, ένα σύμβολο, αλλά μία τρομακτική πραγματικότητα και δεν είναι δυνατόν να ξεφύγεις από αυτόν με την προσκόλληση στα πράγματα του σήμερα, που ανήκουν στο χθες, ούτε με την λατρεία συμβόλων ελπίδας.

Πρέπει κανείς να πεθάνει ως προς τον θάνατο· μόνον τότε γεννιέται η αθωότητα, μόνον τότε φανερώνεται το άχρονο καινούριο. Η αγάπη είναι πάντα καινούρια, ενώ η ανάμνηση της αγάπης είναι ο θάνατος της αγάπης.

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Jiddu Krishnamurti. 105

Ο διαλογισμός είναι πάντα κάτι καινούριο. Δεν τον έχει αγγίξει το παρελθόν γιατί δεν έχει συνέχιση. Με τη λέξη «καινούριο» δεν εννοείται η ιδιότητα κάτι φρέσκου που δεν έχει υπάρξει πριν, αλλά κάτι σαν το φως ενός κεριού, που έχει σβήσει και ξανανάβει. Το καινούριο φως δεν είναι το παλιό, παρόλο που το κερί είναι το ίδιο. Ο διαλογισμός έχει συνέχεια, μόνον όταν τον χρωματίζει η σκέψη, όταν τον διαμορφώνει και του δίνει κάποιον σκοπό. Ο σκοπός και το νόημα που δίνει η σκέψη στο διαλογισμό γίνονται δεσμά που σε δένουν με το χρόνο. Αλλά ο διαλογισμός που είναι ανέγγιχτος από τη σκέψη, έχει δική του κίνηση, που δεν ανήκει στο χρόνο. Ο χρόνος συνεπάγεται το παλιό και το καινούριο σαν μία κίνηση από τις ρίζες του χθες στο άνθισμα του αύριο. Αλλά ο διαλογισμός είναι ένα τελείως διαφορετικό άνθισμα. Δεν είναι το αποτέλεσμα της πείρας του χθες και επομένως δεν έχει καθόλου ρίζες στο χρόνο. Έχει μια συνέχεια που, όμως, δεν είναι εκείνη που ανήκει στο χρόνο. Η λέξη, «συνέχεια» στο διαλογισμό είναι παραπλανητική, γιατί εκείνο που υπήρξε, το χθες, δεν συμβαίνει σήμερα. Ο διαλογισμός του σήμερα είναι ένα νέο ξύπνημα, ένα καινούριο άνθισμα της ομορφιάς της καλοσύνης.

Το αυτοκίνητο προχωρούσε αργά μέσα στην κίνηση της μεγάλης πόλης με τα λεωφορεία της, τα φορτηγά και τα επιβατικά αυτοκίνητα, με όλο το θόρυβο των στενών δρόμων. Δεξιά κι αριστερά  υπήρχαν πολυκατοικίες με αμέτρητα διαμερίσματα, γεμάτα με οικογένειες και αναρίθμητα καταστήματα, ενώ η πόλη απλωνόταν προς όλα τα σημεία, καταβροχθίζοντας την φύση. Τελικά φτάσαμε στην εξοχή, στους πράσινους αγρούς με τα σιτάρια και τις μεγάλες λωρίδες από ανθισμένα σινάπια, με το έντονο κίτρινο χρώμα τους. Η αντίθεση ανάμεσα στο έντονο πράσινο και στο κίτρινο ήταν τόσο χτυπητή, όσο και η αντίθεση του θόρυβου της πόλης και της ησυχίας της εξοχής. Βρισκόμαστε στον αυτοκινητόδρομο του Βορρά, περνώντας τις ανηφόρες και τις κατηφόρες του. Και υπήρχαν δάση, ποτάμια και ο όμορφος γαλάζιος ουρανός.

Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό και υπήρχαν πολλά κομμάτια γης με γαλάζιες καμπανούλες, ενώ πλάι στο δάσος υπήρχαν κίτρινα σινάπια που σχεδόν χάνονταν στον ορίζοντα· και μετά ήταν τα πράσινα χωράφια που απλώνονταν όσο μακριά μπορούσε να δει το μάτι σου. Ο δρόμος περνούσε από χωριά και πολιτείες, ενώ ένας πλευρικός δρόμος οδηγούσε σ’ ένα όμορφο δάσος με καινούρια, φρέσκα, ανοιξιάτικα φύλλα και την μυρωδιά της υγρής γης· και υπήρχε εκείνη η ιδιαίτερη αίσθηση της Άνοιξης και της καινούριας ζωής. Ήσουν πολύ κοντά στη φύση τότε, καθώς παρατηρούσες το κομμάτι της γης όπου βρισκόσουν εσύ – τα δένδρα, τα καινούρια τρυφερά φύλλα και το ποτάμι που κυλούσε στο πλάι. Δεν ήταν ένα ρομαντικό συναίσθημα ή μια φαντασιόπληκτη αίσθηση, αλλά ήσουν πραγματικά εσύ όλα αυτά – ο γαλάζιος ουρανός και η πλατειά γη.

Ο δρόμος οδηγούσε σε ένα παλιό σπίτι με μια δενδροστοιχία από υψηλές οξιές, με τα καινούρια φρέσκα φύλλα τους και κοιτούσες τον γαλάζιο ουρανό ανάμεσα από αυτά. Ήταν ένα όμορφο πρωινό και η χαλκόχρωμη οξιά ήταν ακόμη πολύ νέα αν και πολύ ψηλή.

Ήταν ένας μεγαλόσωμος, βαρύς άντρας με πολύ μεγάλα χέρια και γέμισε την τεράστια καρέκλα. Είχε ένα καλοσυνάτο πρόσωπο και ήταν έτοιμος να γελάσει. Είναι παράξενο το πόσο λίγο γελάμε. Οι καρδιές μας παραείναι καταπιεσμένες και σκοτεινιασμένες από αυτή την κουραστική ιστορία του να ζεις, από τη ρουτίνα και την μονοτονία της καθημερινής ζωής. Μας κάνουν να γελάμε το αστείο ή ο έξυπνος λόγος, αλλά δεν υπάρχει γέλιο μέσα μας· η πικρία που είναι ο ώριμος καρπός της ανθρώπινης ζωής μοιάζει πολύ συνηθισμένη. Ποτέ δεν βλέπουμε το νερό που κυλάει και να χαμογελάσουμε μ’ αυτό· κι είναι λυπηρό να βλέπουμε το φως των ματιών μας να γίνεται όλο και πιο θαμπό μέρα με τη μέρα· το άγχος και η απελπισία με την πίεση τους μοιάζουν να χρωματίζουν ολόκληρη την ζωή μας, με την υπόσχεση ελπίδας και ευχαρίστησης που φέρνουν και που της καλλιεργεί η σκέψη. Τον επισκέπτη, τον ενδιέφερε  ιδιαίτερα εκείνη η φιλοσοφία της πηγής και της αποδοχής της σιωπής, που πιθανόν δεν την είχε νοιώσει ποτέ.

Δεν μπορείτε να αγοράσετε τη σιωπή, κύριε, όπως θα αγοράζατε ένα καλό τυρί· δεν μπορείτε να την καλλιεργήσετε όπως ένα όμορφο δέντρο· δεν έρχεται ύστερα από οποιαδήποτε δραστηριότητα του νου ή της καρδιάς. Η σιωπή που δημιουργείται μέσα σας από τη μουσική καθώς την ακούτε, είναι προϊόν εκείνης της μουσικής και τη φέρνει εκείνη. Η σιωπή δεν είναι εμπειρία· την γνωρίζεις μόνον όταν έχει τελειώσει κάθε εμπειρία της. Καθίστε κάποια στιγμή στην όχθη ενός ποταμού και κοιτάξτε μέσα στο νερό. Μην υπνωτιστείτε από την κίνηση του νερού, από το φως, τη διαύγεια και το βάθος του ποταμού. Κοιτάξτε το χωρίς την παραμικρή κίνηση της σκέψης· νοιώστε τη σιωπή που είναι παντού: γύρω σας, μέσα σας, στο ποτάμι και στα δένδρα που είναι τελείως ασάλευτα. Δεν μπορείτε να την πάρετε στο σπίτι, να την κρατήσετε μέσα στο μυαλό σας ή μέσα στο χέρι σας, και να νομίζετε ότι έχετε πετύχει κάποια εξαιρετική κατάσταση. Αν γίνει αυτό, τότε δεν είναι σιωπή· τότε είναι απλώς μια ανάμνηση, μια φαντασίωση, μια ρομαντική φυγή από τον καθημερινό θόρυβο της ζωής.

Τα πάντα υπάρχουν εξαιτίας της σιωπής. Η μουσική που ακούσατε σήμερα το πρωί ήρθε σε σας μέσα από τη σιωπή και την ακούσατε γιατί ήσασταν σιωπηλός και πήγε πέρα από σας μέσα στη σιωπή. Δεν ακούμε βαθιά τη σιωπή, γιατί τα αυτιά μας είναι γεμάτα από την φλυαρία του μυαλού. Όταν αγαπάς χωρίς να υπάρχει σιωπή, η σκέψη την κάνει ένα παιχνίδι της κοινωνίας που κουλτούρα της είναι ο φθόνος και οι θεοί της κατασκευάζονται από το μυαλό και το χέρι. Η σιωπή υπάρχει όπου βρίσκεσαι, μέσα σου και δίπλα σου.

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Ψάξιμο

211020121083Από το μπλογκ της Άιναφετς:

«Ο ήλιος έλαμπε μέσα από τα καινούργια φύλλα απλώνοντας ένα απαλό πράσινο φως στο υγρό μονοπάτι, που οδηγούσε μέσα από το δάσος στον κεντρικό δρόμο, κι αυτό συνέχιζε μέχρι τη πόλη».

«Υπήρχαν παιδιά που έπαιζαν εκεί γύρω, αλλά ποτέ δεν κοίταζαν την όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, επειδή δεν είχαν ανάγκη να την κοιτάξουν, γιατί αυτά ήταν η άνοιξη.
Το γέλιο τους και το παιχνίδι τους ήταν μέρος των δέντρων, των φύλλων και των λουλουδιών. Το ένιωσες αυτό δεν το φαντάστηκες. Έμοιαζε σαν τα φύλλα και τα λουλούδια να έπαιρναν μέρος στο γέλιο, στις φωνές και στο μπαλόνι που ξέφυγε και πέρασε πετώντας».

«Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση είχε εξαφανιστεί, αλλά ο άνδρας που περνούσε εκείνη τη στιγμή με το αγωνιστικό του αυτοκίνητο και η γυναίκα που γύριζε από τα ψώνια της δεν είχαν επίγνωση αυτού του πράγματος. Πιθανόν να μην είχαν καν κοιτάξει ποτέ τους τον ουρανό, τα τρεμουλιαστά φύλλα, τις άσπρες πασχαλιές. Κουβαλούσαν τα προβλήματα τους στην καρδιά τους και η καρδιά τους δεν κοίταζε ποτέ τα παιδιά ή την λαμπερή ανοιξιάτικη μέρα. Το λυπηρό ήταν ότι αυτοί γέννησαν αυτά τα παιδιά και τα παιδιά αυτά θα γίνονταν γρήγορα «ο άνδρας των αγώνων αυτοκινήτων» και «η γυναίκα που γυρίζει από τα ψώνια»- και ο κόσμος τους θα ήταν κι εκείνων σκοτεινός»…

«Και χρειάζεται καθόλου να ψάχνει κανείς;
Το ψάξιμο είναι πάντα για κάτι που υπάρχει πέρα στην άλλη όχθη, σε μια απόσταση που καλύπτεται με χρόνο και μεγάλες δρασκελιές.
Το ψάξιμο και η ανακάλυψη είναι στο μέλλον- εκεί πέρα, ακριβώς πίσω από το λόφο. Αυτό είναι στην ουσία το νόημα αυτού του ψαξίματος. Υπάρχει το παρόν και εκείνο που θέλουμε να βρούμε στο μέλλον.
Το παρόν δεν είναι γεμάτο από δράση και ζωντάνια, κι έτσι φυσικά, εκείνο που είναι «πέρα από το λόφο» είναι πιο θελκτικό και πιο επιθυμητό.
Ο επιστήμονας, αν έχει τα μάτια του κολλημένα στο μικροσκόπιο, δεν θα δει ποτέ την αράχνη στον τοίχο, παρόλο που ο ιστός της δικής του ζωής δεν βρίσκεται στο μικροσκόπιο, αλλά στο πώς ζει το τώρα».

«Όλη η ζωή είναι στο παρόν. Ούτε στη σκιά του χθες ούτε στη λάμψει της ελπίδας του αύριο. Για να ζεις στο παρόν πρέπει να είσαι ελεύθερος και από το παρελθόν και από το αύριο. Δεν μπορείς να βρεις τίποτα στο αύριο, γιατί το αύριο θα είναι αυτό που είναι το παρόν και το χθες είναι μόνο μια ανάμνηση. Έτσι η απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνο που πρόκειται να βρεις και σ’ εκείνο που είναι τώρα γίνεται διαρκώς μεγαλύτερη από το ψάξιμο- οσοδήποτε ευχάριστη και παρηγορητική κι αν είναι αυτή η αναζήτηση».

«Το να αναζητάει κανείς συνεχώς το σκοπό της ζωής είναι μια από τις πιο παράξενες φυγές του ανθρώπου. Για να ζει ο νους στο παρόν δεν πρέπει να διχάζεται από τη μνήμη του χθες ή τη λάμψη της ελπίδας του αύριο, δεν πρέπει να έχει ούτε αύριο ούτε χθες.
Αυτά δεν είναι ποιητικό σχήμα λόγου, αλλά ένα πραγματικό γεγονός.
Η ποίηση και η φαντασία δεν έχουν θέση στο ζωντανό ψυχολογικό παρόν. Όχι ότι αρνείσαι την ομορφιά, αλλά η αγάπη είναι εκείνη η ομορφιά στο παρόν που δεν μπορείς να τη βρεις στην αναζήτηση».

«Το τέλος είναι η αρχή, και η αρχή είναι το πρώτο βήμα και το πρώτο βήμα είναι και το τελευταίο βήμα».

 

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Από το μπλόγκ του ΠαραμυθάCOVER Η ΜΟΝΗ+ΜΙΛΩΝΤΑΣ

Από την άλλη Πέμπτη, κυκλοφορούν στα περισσότερα Βιβλιοπωλεία, δύο βιβλία του  Κρισναμούρτι  που ετοίμασα το τελευταίο εξάμηνο. Το ένα είναι το «Η ΜΟΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»  και το άλλο το, «ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ».  Με το link που έβαλα στον κάθε τίτλο, μπορείτε να πάτε να τα δείτε στο site των ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. (Αν λέει σε κάποιο «ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ» είναι λάθος.)
Το πρώτο, είναι μια καινούργια μετάφραση αρκετά διαφορετική από εκείνη του βιβλίου  που είχε κυκλοφορήσει στην δεκαετία του ’70 με τον τίτλο, «Στη Σιγή του Νου». Επίσης, ο καινούργιος τίτλος είναι και ο πρωτότυπος  του Αγγλικού βιβλίου. Το δεύτερο, βγαίνει για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Το βιβλίο, «Η μόνη επανάσταση», είναι ένα από τα λίγα βιβλία του Κρισναμούρτι που έχει γραφτεί από τον ίδιο και δεν είναι – όπως τα περισσότερα- απομαγνητοφωνήσεις ομιλιών και συζητήσεών του. Το, «Μιλώντας για τον Θεό»,  είναι μια επιλογή αποσπασμάτων από από ανέκδοτες ομιλίες και βιβλία του Κρισναμούρτι -από το 1936 έως το 1980 – όπου παρουσιάζεται η αναζήτηση του ανθρώπου για κάτι ιερό, για τον Θεό. Θέλω να κλείσω αυτό το post, με ένα μικρό απόσπασμα από το καθένα.

Πρώτα, από το «Η Μόνη Επανάσταση».
Όταν αντιστέκεται κανείς στο θυμό του ή στο μίσος που νιώθει, τι πραγματικά συμβαίνει; Χτίζεις έναν τοίχο μπροστά στο μίσος, αλλά εκείνο εξακολουθεί να υπάρχει· ο τοίχος απλώς το κρύβει από σένα. Ή αποφασίζεις να μην θυμώνεις, αλλά αυτή η απόφαση είναι μέρος του θυμού και αυτή ακριβώς η αντίσταση τον δυναμώνει. Μπορεί κανείς να το δει από μόνος του αυτό το γεγονός αν το παρατηρήσει. Όταν αντιστέκεσαι, ελέγχεις, καταπιέζεις ή προσπαθείς να ξεπεράσεις – που είναι όλα το ίδιο πράγμα γιατί όλα γίνονται με την επιβολή της θέλησης– κάνεις ακόμα πιο χοντρό τον τοίχο της αντίστασης και έτσι σκλαβώνεσαι ολοένα και περισσότερο, στενεύουν όλο και πιο πολύ οι ορίζοντές σου, γίνεσαι όλο και πιο στενοκέφαλος. Και είναι από αυτό το στένεμα, από αυτή τη στενοκεφαλιά που θέλεις να ελευθερωθείς, αλλά και αυτή ακριβώς η επιθυμία είναι η αντίδραση που θα δημιουργήσει ακόμα ένα εμπόδιο για κατανόηση, ακόμα περισσότερη στενοκεφαλιά. Έτσι πηγαίνουμε από την μια αντίσταση στην άλλη, από το ένα εμπόδιο στο άλλο, δίνοντας πότε πότε στον τοίχο της αντίστασης ένα διαφορετικό χρωματισμό, μια διαφορετική ιδιότητα ή τον στολίζουμε με κάποια ευγενικά λόγια. Αλλά η αντίσταση, είναι το δέσιμο που είπαμε και το δέσιμο είναι πόνος.
«Κι αυτό σημαίνει ότι, εξωτερικά, στην καθημερινή ζωή θα πρέπει κανείς να δέχεται να τον τραβολογάνε από δω κι από ‘εκεί, όπως θέλουν οι άλλοι, και ότι εσωτερικά θα πρέπει να αφήνει τον θυμό του και όλα τα υπόλοιπα ελεύθερα να τον κυβερνάνε;»
Φαίνεται ότι δεν προσέξατε αυτό που ειπώθηκε. Όταν είναι για κάτι που σας δίνει  ευχαρίστηση, δεν σας πειράζει η «κλωτσιά» που σας δίνουν και το αίσθημα της απόλαυσης που νιώθετε· αλλά όταν αυτή η κλωτσιά γίνεται οδυνηρή, τότε αντιστέκεστε. Θέλετε να ελευθερωθείτε από τον πόνο, αλλά προσκολιέστε στην ευχαρίστηση. Η προσκόλληση στην ευχαρίστηση είναι αντίσταση. Είναι φυσικό να αντιδρά κανείς· εάν δεν αντιδράσει το σώμα σου στο τσίμπημα μιας βελόνας σημαίνει ότι είσαι παράλυτος. Επίσης, εάν δεν αντιδράς μέσα σου, ψυχολογικά, τότε κάτι δεν πάει καλά. Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιδράς και η φύση της αντίδρασης, και όχι απλώς η αντίδραση. Όταν κάποιος σε κολακεύει, έχεις κάποια αντίδραση· και αντιδράς επίσης κι όταν κάποιος σε προσβάλλει. Και στις δύο αντιδράσεις υπάρχει αντίσταση – η μία από ευχαρίστηση και η άλλη από στενοχώρια. Την μία την κρατάς και την άλλη ή την αγνοείς ή θέλεις να την ανταποδώσεις. Και τα δύο είναι μία αντίσταση. Τόσο το κράτημα όσο και η απόρριψη είναι μία μορφή αντίστασης, αλλά η ελευθερία δεν είναι αντίσταση.

Και από το, «Μιλώντας για τον Θεό».
Ερώτηση: Τι είναι ο Θεός;
Κρισναμούρτι: Πώς θα το ανακαλύψετε; Θα δεχτείτε τις πληροφορίες κάποιου άλλου; Ή θα προσπαθήσετε να ανακαλύψετε ο ίδιος τι είναι ο Θεός; Είναι εύκολο να κάνει κανείς ερωτήσεις, αλλά για να βιώσει την αλήθεια απαιτείται πολλή νοημοσύνη, πολλή έρευνα και ψάξιμο.
Η πρώτη ερώτηση λοιπόν είναι: Θα δεχτείτε αυτό που λέει κάποιος άλλος για τον Θεό; Δεν έχει σημασία ποιος είναι αυτός – ο Κρίσνα, ο Βούδας ή ο Χριστός – γιατί μπορεί όλοι αυτοί να κάνουν λάθος – μπορεί επίσης και ο προσωπικός σας γκουρού να κάνει λάθος. Σίγουρα, για να ανακαλύψεις τι είναι αληθινό, ο νους σου πρέπει να είναι ελεύθερος να ερευνήσει, που σημαίνει ότι δεν μπορεί απλώς να δέχεται ή να πιστεύει. Εγώ μπορώ να σας δώσω μια περιγραφή της αλήθειας, αλλά δεν θα είναι το ίδιο με το να βιώσετε εσείς οι ίδιοι την αλήθεια. Όλα τα ιερά βιβλία περιγράφουν τι είναι ο Θεός, αλλά εκείνες οι περιγραφές δεν είναι ο Θεός. Η λέξη Θεός δεν είναι ο Θεός –  είναι;
Για να  ανακαλύψετε τι είναι αληθινό δεν πρέπει ποτέ να αποδέχεστε το τι μπορεί να λένε για ‘κείνον τα βιβλία, οι δάσκαλοι, ή οποιοσδήποτε άλλος — δεν πρέπει καν να επηρεάζεστε. Αν επηρεάζεστε από όλους αυτούς, θα βρείτε μόνο ό,τι θέλουν εκείνοι να βρείτε. Και πρέπει να ξέρετε ότι ο ίδιος σας ο νους μπορεί να δημιουργήσει την εικόνα για κάτι που θέλει. μπορεί να φαντάζεται τον Θεό με γενειάδα, ή με ένα μάτι. μπορεί να τον κάνει μπλε ή πορφυρό. Πρέπει, λοιπόν, να έχετε επίγνωση των επιθυμιών σας και να μην ξεγελιέστε από τις προβολές των επιθυμιών σας και των πόθων σας. Αν λαχταράτε να δείτε τον Θεό με μια ορισμένη μορφή, η εικόνα που θα δείτε θα είναι ανάλογη των όσων θέλετε, και αυτή η εικόνα δεν θα είναι ο Θεός — θα είναι; Αν είστε θλιμμένοι και θέλετε να παρηγορηθείτε, ή αν είστε συναισθηματικοί και ρομαντικοί στις θρησκευτικές σας προσδοκίες, τελικά θα δημιουργήσετε έναν Θεό που θα σας δίνει ό,τι θέλετε, αλλά και πάλι δεν θα είναι ο Θεός.
Ο νους σας, λοιπόν, πρέπει να είναι τελείως ελεύθερος και μόνο τότε μπορείτε να ανακαλύψετε τι είναι αληθινό – όχι με την αποδοχή κάποιας δεισιδαιμονίας ούτε διαβάζοντας τα δήθεν ιερά βιβλία ούτε ακολουθώντας κάποιον γκουρού. Μόνο όταν έχει κανείς αυτή την ελευθερία, αυτή την πραγματική ελευθερία από εξωτερικές επιρροές καθώς επίσης και από τις επιθυμίες και τους πόθους του, έτσι ώστε ο νους σου να είναι πολύ ξεκάθαρος – μόνο τότε είναι δυνατόν να ανακαλύψεις τι είναι Θεός. Αλλά αν απλώς κάθεσαι και θεωρητικολογείς, τότε η εικασία σου είναι τόσο καλή όσο είναι και του γκουρού σου, και το ίδιο απατηλή.

«Μιλώντας για το Θεό» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

«Η μόνη επανάσταση» μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ. Καστανιώτη

 

Read Full Post »

flowers

Ήταν ένα πρωινό στις αρχές της Άνοιξης με μερικά περαστικά σύννεφα, που ταξίδευαν αργά στο γαλάζιο ουρανό από τη Δύση. Ένας κόκορας άρχισε να φωνάζει και ήταν παράξενο να τον ακούς σε μια πυκνοκατοικημένη πόλη. Είχε αρχίσει από νωρίς και σχεδόν για δύο ώρες ανήγγειλε τον ερχομό της ημέρας. Τα δέντρα ήταν ακόμα άδεια, αλλά υπήρχαν λεπτά, τρυφερά φύλλα με φόντο τον πρωινό καθαρό ουρανό.
Αν ήσουν πολύ ήσυχος, χωρίς καμιά σκέψη να περνάει από το νου σου, θα μπορούσες να ακούσεις και τον μακρινό ήχο της καμπάνας κάποιου ναού. Θα πρέπει να ήταν πολύ μακριά και στις μικρές σιωπές ανάμεσα στις φωνές του κόκορα, μπορούσες να ακούσεις τα κύματα αυτού του ήχου να έρχονται προς τα σένα και να πηγαίνουν μακριά σου· κι εσύ σχεδόν ταξίδευες μαζί τους, πηγαίνοντας πολύ μακριά και χανόσουν μέσα στην απεραντοσύνη. Το λάλημα του κόκορα και ο βαθύς ήχος της μακρινής καμπάνας είχαν μια παράξενη επίδραση. Οι θόρυβοι της πόλης δεν είχαν ακόμα αρχίσει· δεν υπήρχε τίποτα που να διακόπτει τον καθαρό ήχο τους. Δεν τον άκουγες με τ’ αυτιά σου, τον άκουγες με την καρδιά σου κι όχι με την σκέψη που ξέρει «την καμπάνα» και τον «κόκορα» κι έτσι ήταν καθαρός ήχος. Γεννιότανε από τη σιωπή και η καρδιά σου τον αγκάλιαζε και πήγαινε μαζί του από αιώνιο σε αιώνιο. Δεν ήταν ένας προμελετημένος ήχος, όπως στη μουσική• δεν ήταν ο ήχος της σιωπής ανάμεσα σε δύο νότες• δεν ήταν ο ήχος που ακούς όταν έχεις σταματήσει να μιλάς. Όλοι αυτοί οι ήχοι ακούγονται από τον νου ή από την ακοή. Όταν ακούς με την καρδιά σου, ο κόσμος είναι γεμάτος μ’ έναν τέτοιο ήχο και τα μάτια σου βλέπουν καθαρά.
Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετ.Ν.Πιλάβιος, θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

10481159_749254961798075_6160299963071011405_n

Εκείνο που είναι σημαντικό στο διαλογισμό είναι η ποιότητα του νου και της καρδιάς. Δεν είναι το τι θα πετύχεις μ’ αυτόν ή το τι νομίζεις πως έχεις πετύχει, αλλά σημαντική είναι η ποιότητα του νου, που στο διαλογισμό είναι αθώος και τρωτός. Η θετική κατάσταση έρχεται μέσα από την άρνηση του αντίθετού της κι όχι από την προσπάθεια να την πετύχεις. Με το να ζεις και να συσσωρεύεις εμπειρίες με το διαλογισμό, αρνείσαι την καθαρότητά του. Ο διαλογισμός δεν είναι μέσο για να πετύχεις κάποιο σκοπό· είναι και τα δύο: είναι και το μέσο και ο σκοπός. Ο νους δεν μπορεί ποτέ να γίνει αθώος μέσα από τις εμπειρίες· η άρνηση της εμπειρίας είναι αυτή που φέρνει εκείνη τη θετική κατάσταση της αθωότητας που δεν μπορεί να καλλιεργηθεί από την σκέψη. Η σκέψη δεν είναι ποτέ αθώα. Ο διαλογισμός είναι το τέλος της σκέψης, αλλά όχι από τον διαλογιζόμενο, γιατί ο διαλογιζόμενος είναι ο διαλογισμός. Αν δεν υπάρχει διαλογισμός στη ζωή σου, τότε είσαι σαν τυφλός σ’ ένα κόσμο γεμάτο μεγάλη ομορφιά, φως και χρώματα.
Κάνε βόλτα στην παραλία, δίπλα στη θάλασσα, κι άφησε αυτή την ποιότητα του διαλογισμού να έρθει να σε βρει εκείνη. Αν δεν έρθει, μην την κυνηγήσεις· αυτό που θα κυνηγήσεις θα είναι η ανάμνηση εκείνου που υπήρξε κάποια άλλη φορά – και εκείνο που υπήρξε είναι ο θάνατος εκείνου που υπάρχει. Ή όταν περπατάς ανάμεσα στους λόφους άφησε το καθετί να σου μιλήσει για την ομορφιά και τον πόνο της ζωής, έτσι που να ξυπνήσει μέσα σου η δική σου θλίψη και να μπει το τέλος της. Ο διαλογισμός είναι η ρίζα, ο κορμός, το άνθος και ο καρπός. Οι λέξεις είναι που χωρίζουν τον καρπό, από το άνθος, από τον κορμό και από την ρίζα. Σ’ αυτόν τον χωρισμό ό,τι κάνεις δεν έχει καλοσύνη: καλοσύνη υπάρχει στην ολική και πλήρη αντίληψη.
Ήταν ένας μακρύς σκιερός δρόμος, όλος σκιά από τα δένδρα που υπήρχαν και στις δυο πλευρές του – ένας στενός δρόμος όλο στροφές που πέρναγε ανάμεσα στα καταπράσινα χωράφια με το λαμπερό ώριμο σιτάρι. Ο ήλιος έφτιαχνε έντονες σκιές, ενώ τα χωριά και στις δύο πλευρές του δρόμου ήταν βρώμικα, κακοφροντισμένα και πάμφτωχα. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι έδειχναν άρρωστοι και θλιμμένοι, αλλά τα παιδιά έπαιζαν φωνάζοντας μέσα στη σκόνη κι ρίχνοντας πέτρες στα πουλιά, ψηλά πάνω στα δένδρα. Ήταν ένα πολύ ευχάριστο δροσερό πρωινό, καθώς φυσούσε ένα φρέσκο αεράκι πάνω από τους λόφους.
Οι παπαγάλοι και οι μάινες έκαναν πάρα πολύ θόρυβο εκείνο το πρωινό. Οι παπαγάλοι μόλις και διακρίνονταν ανάμεσα στα πράσινα φύλλα των δέντρων. Στους φοίνικες υπήρχαν πολλές τρύπες που τις είχαν κάνει φωλιές τους. Το ζικ-ζακ πέταγμά τους ήταν γεμάτο στριγκλιές και φασαρία. Οι μάινες κάθονταν στο χώμα, αρκετά ήμερες∙ σ’ άφηναν να πλησιάσεις πολύ κοντά πριν πετάξουν μακριά. Κι ο χρυσαφής μυγοφάγος, αυτό το πράσινο και χρυσαφί πουλί, καθόταν πάνω στα σύρματα πλάι στο δρόμο. Ήταν ένα όμορφο πρωινό και ο ήλιος δεν ήταν ακόμα πάρα πολύ ζεστός. Υπήρχε μια ευλογία στον αέρα και βασίλευε εκείνη η γαλήνη που υπάρχει πριν ξυπνήσουν οι άνθρωποι.
Πάνω σ’ αυτό το δρόμο περνούσε ένα κάρο με δύο ρόδες που το τράβαγε ένα άλογο και στην καρότσα είχε τέσσερα μαδέρια με μια τέντα. Πάνω στο κάρο ήταν ένα πτώμα τυλιγμένο μ’ ένα άσπρο και κόκκινο ύφασμα, που το μετέφεραν στο ποτάμι για να το κάψουν στις όχθες του. Δίπλα στον καροτσέρη καθόταν ένας άνδρας, πιθανόν συγγενής του νεκρού. Το πτώμα ταρακουνιόταν σ’ αυτόν τον όχι και τόσο ομαλό δρόμο. Θα πρέπει να έρχονταν από μακριά γιατί το άλογο ήταν ιδρωμένο και το πτώμα έτσι όπως τρανταζόταν σε όλο το δρόμο έδειχνε να έχει πια κοκαλώσει.
Ο άνθρωπος που ήρθε να μας δει αργότερα εκείνη την ημέρα, είπε ότι ήταν εκπαιδευτής πυροβολικού στο ναυτικό. Είχε έρθει με την γυναίκα του και τα δυο του παιδιά και φαινόταν πολύ σοβαρός άνθρωπος. Μετά τις συστάσεις, είπε ότι θα ήθελε, «να βρει τον Θεό». Δεν ήταν πολύ σαφής, ίσως γιατί ήταν συνεσταλμένος∙ οι κινήσεις των χεριών του και το πρόσωπό του έδειχναν άνθρωπο ικανό γι’ αυτό, αν και υπήρχε μια κάποια σκληρότητα στη φωνή και στο βλέμμα του, γιατί, σε τελευταία ανάλυση, μάθαινε ανθρώπους πώς να σκοτώνουν. Ο Θεός έμοιαζε να βρίσκεται πολύ μακριά από την καθημερινή του ζωή. Όλο το πράγμα έμοιαζε πολύ παράξενο, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που έλεγε πως αναζητούσε ειλικρινά τον Θεό, κι ωστόσο για να κερδίσει το ψωμί του αναγκαζόταν να διδάσκει σε άλλους όπλα για να σκοτώνουν πόλεμο.
Είπε ότι ήταν θρήσκος και ότι είχε περάσει από πολλές σχολές, διαφορετικών «άγιων ανθρώπων», όπως τους αποκαλούν κάποιοι. Δεν έμεινε ικανοποιημένος από όλους αυτούς κι έτσι έκανε όλο ετούτο το μακρινό ταξίδι – με τραίνο και λεωφορείο – για να συναντηθούμε, επειδή ήθελε να μάθει πώς θα βρει εκείνον τον παράξενο κόσμο που – και απλοί άνθρωποι και άγιοι – έχουν αναζητήσει. Η γυναίκα του και τα παιδιά του παρακολουθούσαν σιωπηλοί και με σεβασμό, ενώ πάνω σ’ ένα κλαδί ακριβώς έξω από το παράθυρο, καθόταν ένα περιστέρι, γκριζωπό, γουργουρίζοντας απαλά. Ο άνδρας δεν γύρισε καθόλου να το κοιτάξει, και τα παιδιά με τη μητέρα τους κάθονταν με στητή πλάτη, έχοντας κάποια νευρικότητα και χωρίς καμιά έκφραση στο πρόσωπο. Εκείνος, ξαναείπε ότι θέλει «να βρει τον Θεό».
Δεν μπορείς να «βρεις» τον Θεό· δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί σ’ αυτόν. Ο άνθρωπος έχει επινοήσει πολλά μονοπάτια, πολλές θρησκείες, πολλές πίστεις, σωτήρες και διδασκάλους, που νομίζει ότι θα τον βοηθήσουν να βρει εκείνη την ευλογία που δεν είναι φευγαλέα. Το δυστύχημα με την αναζήτηση είναι ότι σε οδηγεί πάντα σε κάποια φαντασίωση, σε κάποιο ρομαντικό όραμα που είναι κατασκευή του νου από πράγματα που του είναι ήδη γνωστά. Η αγάπη που αναζητάει κανείς, καταστρέφεται από τον τρόπο που ζει. Δεν μπορείς να έχεις στο ένα χέρι ένα όπλο και στο άλλο τον Θεό. Ο Θεός είναι μόνο ένα σύμβολο, μια λέξη, που πραγματικά έχει χάσει το νόημά της, επειδή το έχουν καταστρέψει οι ναοί και οι τόποι λατρείας. Και φυσικά, εκείνος που δεν πιστεύει στον Θεό είναι το ίδιο μ’ εκείνον που πιστεύει· και οι δύο υποφέρουν και περνάνε μέσα από τη θλίψη μιας σύντομης και μάταιης ζωής· και η πίκρα τής κάθε ημέρας κάνει την ζωή να μην έχει νόημα. Η πραγματικότητα δεν βρίσκεται μέσα στο χείμαρρο των σκέψεων γι’ αυτήν και μια άδεια καρδιά είναι γεμάτη από τις λέξεις που βάζει μέσα της η σκέψη. Γινόμαστε πολύ έξυπνοι, επινοούμε νέες φιλοσοφίες κι ύστερα έρχεται η πικρία της αποτυχίας τους. Έχουμε εφεύρει θεωρίες για το πώς να φτάσουμε το υπέρτατο και ο πιστός πηγαίνει στο ναό και χάνεται μέσα στις φαντασιώσεις του ίδιου του τού νου. Ο μοναχός και ο άγιος δεν βρίσκουν την πραγματικότητα γιατί και οι δυο είναι μέρος κάποιος παράδοσης, κάποιας κουλτούρας, που τους δέχεται σαν άγιους και μοναχούς.
Το περιστέρι πέταξε στον ουρανό, ενώ η ομορφιά του βουνού και του σύννεφου συνέχισε να βρίσκεται εκεί, πάνω στη γη – όπως  και η αλήθεια βρίσκεται εκεί όπου δεν κοιτάς ποτέ.

Aπό το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου THE ONLY REVOLUTION

Κρισναμούρτι «Η μόνη επανάσταση» μετ.Ν.Πιλάβιος,  αναμένεται εντός του έτους από τις εκδ. Καστανιώτη

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: