Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘«Εις εαυτόν»’ Category

K_Front_Door_Pine_Cottage

Κυριακή, 24 Απριλίου 1983
Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό, ένα πρωινό που δεν έχει ξαναυπάρξει ούτε και θα ξαναυπάρξει ποτέ.
Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Κάθε φυλλαράκι χλόης, οι καμέλιες, τα τριαντάφυλλα, όλα ανθίζουν κι απλώνεται ένα άρωμα στον αέρα.
Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό, η γη είναι πολύ ζωντανή και πάνω από την κοιλάδα όλα τα βουνά είναι καταπράσινα και το πιο ψηλό απ’ αυτά είναι τόσο εξαιρετικά ζωντανό, ακίνητο και μεγαλοπρεπές! Είναι πρωί και καθώς ανεβαίνεις το μονοπάτι κοιτάς την ομορφιά γύρω σου, τους σκίουρους, κάθε τρυφερό ανοιξιάτικο φύλλο που λάμπει κάτω από τον ήλιο. Τα φύλλα περίμεναν αυτή τη στιγμή όλο το χειμώνα και μόλις έχουν προβάλει, τρυφερά, ευαίσθητα. Και χωρίς να γίνεται κανείς ρομαντικός, φαντασιόπληκτος, υπάρχει μια αίσθηση μεγάλης αγάπης και συμπόνιας γιατί υπάρχει πάρα πολλή ομορφιά, ακατάλυτη. Έχουν υπάρξει χιλιάδες ανοιξιάτικα πρωινά, αλλά ποτέ κάποιο σαν κι αυτό, τόσο ήσυχο, τόσο γαλήνιο, ακίνητο – κι ίσως γεμάτο λατρεία. Κι οι σκίουροι γυρνάνε έξω όπως κι οι σαύρες.

Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό και ο αέρας είναι γιορταστικός• σε όλο τον κόσμο γίνονται γιορτές για την άνοιξη. Οι γιορτές εκφράζονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, αλλά εκείνο που είναι δεν μπορεί ποτέ να εκφραστεί με λόγια. Παντού, σε τραγούδια και χορούς υπάρχει μια βαθιά αίσθηση άνοιξης.

Γιατί μοιάζουμε να χάνουμε την ποιότητα της μεγάλης τρωτότητας της ευαισθησίας; Της ευαισθησίας για όλα τα πράγματα γύρω μας, όχι μόνο για τα δικά μας προβλήματα και βάσανα- της πραγματικής ευαισθησίας, όχι για κάτι ειδικά, αλλά απλώς να είναι κανείς ευαίσθητος, να είναι τρωτός σαν εκείνο το καινούριο φύλλο που έχει γεννηθεί μερικές μέρες πριν για να αντιμετωπίσει καταιγίδες, βροχές, σκοτάδι και φως. Όταν είμαστε τρωτοί φαίνεται πως πληγωνόμαστε- όντας πληγωμένοι κλεινόμαστε στον εαυτό μας, χτίζουμε έναν τοίχο γύρω μας και γινόμαστε αμείλικτοι, σκληροί. Αλλά όταν είμαστε τρωτοί χωρίς να έχουμε καμιά άσχημη, καμιά βάναυση αντίδραση, τρωτοί σε όλες τις φάσεις της ίδιας μας της ζωής, τρωτοί σε όλο τον κόσμο, τόσο τρωτοί που να μην υπάρχει μετάνοια, να μην υπάρχουν πληγές, να μην υπάρχει καμιά πειθαρχία που να την έχει επιβάλει κανείς στον εαυτό του, τότε υπάρχει η ποιότητα ενός τρόπου ζωής χωρίς περιορισμούς.

Χάνουμε όλη αυτή την τρωτότητα ζώντας στον κόσμο της φασαρίας και της βαναυσότητας, της χυδαιότητας και της ανακατωσούρας της καθημερινής ζωής. Πρέπει να έχει κανείς τις αισθήσεις του ακονισμένες, όχι κάποια αίσθηση ειδικά αλλά όλες οι αισθήσεις να είναι εντελώς ξύπνιες, πράγμα που δε σημαίνει αναγκαστικά ότι παραδίνεσαι σ’ αυτές• πρέπει να είσαι ευαίσθητος σε όλες τις κινήσεις της σκέψης, των συναισθημάτων, των πόνων, της μοναξιάς, της ανησυχίας• με όλες τις αισθήσεις σε πλήρη εγρήγορση υπάρχει ένα διαφορετικό είδος αίσθησης των πραγμάτων, που πάει πέρα από όλες τις αντιδράσεις των αισθήσεων και του σώματος. Έχετε κοιτάξει ποτέ τη θάλασσα ή εκείνα τα πανύψηλα βουνά, όπως τα Ιμαλάια, που απλώνονται από ορίζοντα σε ορίζοντα, έχετε κοιτάξει ποτέ ένα λουλούδι με όλες τις αισθήσεις σας; Όταν υπάρχει τέτοια παρατήρηση δεν υπάρχει κάποιο κέντρο απ’ όπου παρατηρείτε, δεν υπάρχει «εγώ». Το «εγώ», η περιορισμένη παρατήρηση με μία ή δύο από τις αισθήσεις, θρέφει τον εγωκεντρισμό. Σε τελευταία ανάλυση ζούμε με τις αισθήσεις μας, με την αίσθηση• και μόνο όταν η σκέψη δημιουργεί εικόνες από τις αισθήσεις είναι που εμφανίζονται οι περιπλοκές που φέρνει η επιθυμία.

Ετούτο το πρωί κοίταζες κάτω στην κοιλάδα κι έβλεπες την εκπληκτική έκταση από πράσινο και τη μακρινή πόλη• ένιωθες τον καθαρό αέρα, παρατηρούσες όλα τα ζωντανά της γης• παρατηρούσες χωρίς να ανακατεύονται οι εικόνες που έχει οικοδομήσει η σκέψη. Να, τώρα το αεράκι φυσάει από την κοιλάδα μέχρι πάνω το φαράγγι κι εσύ στρίβεις καθώς στρίβει και το μονοπάτι. Κατεβαίνοντας βρίσκεται ξαφνικά, ακριβώς μπροστά σου, στα τρία μέτρα περίπου, ένας αγριόγατος. Μπορείς να τον ακούσεις που γουργουρίζει καθώς τρίβεται πάνω σε ένα βράχο, με τα τριχωτά του αφτιά, την κοντή ουρά του και την εκπληκτική, γεμάτη χάρη κίνησή του. Και γι’ αυτόν είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Κατεβήκαμε μαζί το μονοπάτι και δεν έκανε τον παραμικρό θόρυβο εκτός από το γουργουρητό του- τρομερά ευχαριστημένος απολάμβανε που ήταν έξω, κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο• ήταν τόσο καθαρός, που το τρίχωμά του άστραφτε. Και καθώς τον κοιτάς, όλη η άγρια φύση είναι αυτό το ζώο. Πατάς πάνω σε ένα ξερό κλαρί και με το θόρυβό του ο αγριόγατος εξαφανίζεται χωρίς καν να κοιτάξει πίσω του• αυτός ο θόρυβος σημαίνει άνθρωπο, το πιο επικίνδυνο από όλα τα ζώα. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο είχε εξαφανιστεί ανάμεσα στους θάμνους και στους βράχους κι όλη η χαρά του χάθηκε. Ξέρει πόσο σκληρός είναι ο άνθρωπος και δε θέλει να περιμένει- θέλει να βρεθεί μακριά, όσο πιο μακριά γίνεται.
Είναι ένα ανοιξιάτικο και γαλήνιο πρωινό. Εκείνος ο αγριόγατος έχοντας αντιληφθεί ότι ένας άνθρωπος βρισκόταν πίσω του, λίγα μέτρα μακριά, θα πρέπει να αντέδρασε ενστικτωδώς σύμφωνα με την εικόνα τού τι σημαίνει άνθρωπος – ο άνθρωπος που έχει σκοτώσει τόσα πολλά πλάσματα, που έχει καταστρέφει τόσες πολλές πόλεις, που έχει καταστρέφει τον έναν πολιτισμό μετά τον άλλο, τρέχοντας πάντα πίσω από τις επιθυμίες του, αναζητώντας πάντα κάποιο είδος ασφάλειας και ευχαρίστησης.

Η επιθυμία, που έχει υπάρξει η δύναμη ώθησης του ανθρώπου, έχει δημιουργήσει πάρα πολλά ωραία και χρήσιμα πράγματα• η επιθυμία επίσης -η επιθυμία για ευχαρίστηση- είναι εκείνη που έχει δημιουργήσει πάρα πολλά προβλήματα, αναστατώσεις και δυστυχία στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι μοναχοί και οι ασκητές σε όλο τον κόσμο έχουν προσπαθήσει να την ξεπεράσουν, έχουν βιάσει τους εαυτούς τους να λατρέψουν ένα  ιδανικό, μια εικόνα, ένα σύμβολο. Αλλά η επιθυμία βρίσκεται πάντα εκεί σαν φλόγα που τους καίει. Και για να μάθεις για την επιθυμία πρέπει να εμβαθύνεις στη φύση της, στην πολυπλοκότητα της επιθυμίας, στις εκδηλώσεις της, στις απαιτήσεις της, στις εκπληρώσεις της• στην πάντα περισσότερη και όλο περισσότερη επιθυμία για εξουσία, γόητρο, κύρος, κοινωνική θέση• στην επιθυμία για κάτι που δεν μπορεί να του δώσει όνομα κανείς και που βρίσκεται πέρα από τα όρια της καθημερινής μας ζωής και που έχει σπρώξει τον άνθρωπο να κάνει κάθε είδους ασχήμια και βαρβαρότητα. Η επιθυμία είναι αποτέλεσμα των αισθήσεων ένα αποτέλεσμα που έχει όλες τις εικόνες που έχει χτίσει η σκέψη. Και η επιθυμία όχι μόνο θρέφει τη δυσαρέσκεια, αλλά και μια αίσθηση απελπισίας. Ποτέ μην την καταπιέζετε, ποτέ μην την πειθαρχείτε, αλλά εμβαθύνετε στη φύση της. Ποια είναι η καταγωγή της, ο σκοπός της, οι περιπλοκές της; Το να σκάψει κανείς βαθιά μέσα της δεν είναι μια άλλη επιθυμία, γιατί αυτό δεν έχει κίνητρο- είναι σαν να κατανοείς την ομορφιά ενός λουλουδιού, να κάθεσαι δίπλα του και να το κοιτάζεις. Και καθώς το κοιτάς αρχίζει να αποκαλύπτεται αυτό που πραγματικά είναι – το εξαιρετικά ευαίσθητο χρώμα, το άρωμα, τα πέταλα, ο μίσχος και η γη απ’ όπου έχει βλαστήσει. Κοιτάξτε, λοιπόν, την επιθυμία και τη φύση της χωρίς τη σκέψη, που πάντα δίνει σχήμα στις αισθήσεις, χωρίς ευχαρίστηση και πόνο, χωρίς να υπάρχει ανταμοιβή ή τιμωρία. Τότε καταλαβαίνει κανείς -όχι λεκτικά, όχι διανοητικά- ολόκληρη την αιτία της επιθυμίας, τη ρίζα της επιθυμίας. Κι αυτή ακριβώς η αντίληψή της, αυτή η λεπτή αντίληψή της, αυτή η ίδια είναι νοημοσύνη. Κι αυτή η νοημοσύνη αντιμετωπίζοντας την επιθυμία θα κάνει πάντα εκείνο που είναι φρόνιμο, λογικό.

Σήμερα το πρωί, λοιπόν, χωρίς πολλές κουβέντες, χωρίς πολλές σκέψεις, το να είσαι τυλιγμένος ολόκληρος από το ανοιξιάτικο πρωινό, να ζεις μαζί του, να περπατάς μέσα σ’ αυτό είναι μια αμέτρητη χαρά. Δεν μπορεί να επαναληφθεί. Θα βρίσκεται εκεί μέχρι να χτυπήσει κάποιος την πόρτα.

Κρισναμούρτι “Εις εαυτόν” μετ.Ν.Πιλάβιος εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »

kr3

«Θέλουμε όλα να συνεχίζονται», είπε ο επισκέπτης. «Η συνέχεια είναι μέρος της ζωής μας. Συνέχεια από τη μια γενιά στην άλλη, συνέχεια της παράδοσης, των πραγμάτων που γνωρίσαμε και θυμόμαστε. Διψάμε για συνέχεια και πρέπει να την έχουμε Αλλιώς τί είμαστε; Η συνέχεια είναι βαθιά ριζωμένη στην ύπαρξή μας. Το να ζεις σημαίνει να συνεχίζεσαι. Μπορεί να έρθει ο θάνατος, μπορεί να μπει τέλος σε πολλά πράγματα, αλλά υπάρχει πάντα η συνέχεια. Γυρνάμε πίσω για να βρούμε τις ρίζες μας, την ταυτότητά μας. Αν έχει κανείς κρατήσει στοιχεία της αρχής της οικογένειάς του, μπορεί να βρει τα ίχνη της από γενιά σε γενιά για πολλούς αιώνες αν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους πράγματα. Υπάρχει η συνέχεια της λατρείας του θεού, η συνέχεια των ιδεολογιών, η συνέχεια των απόψεων, των αξιών, των κρίσεων, των συμπερασμάτων, υπάρχει και η συνέχεια όλων των πραγμάτων που κανείς θυμάται. Υπάρχει συνέχεια από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι που πεθαίνουμε, με όλες τις εμπειρίες, όλη τη γνώση που συγκεντρώνει ο άνθρωπος. Είναι ψευδαίσθηση;»

«Πού υπάρχει συνέχεια; Σ’ αυτή τη βελανιδιά, που ίσως είναι διακοσίων χρόνων, υπάρχει συνέχεια ως στη στιγμή που θα πεθάνει ή θα την κόψει κάποιο ανθρώπινο χέρι. Και τι είναι η συνέχεια που θέλει ο άνθρωπος, που διψάει γι’ αυτή; Συνέχεια του ονόματος, της μορφής, του λογαριασμού της τράπεζας, των αναμνήσεων; Στη μνήμη υπάρχει συνέχεια, οι αναμνήσεις εκείνων που έχουν υπάρξει. Ολόκληρη η ψυχή είναι μόνο μνήμη και τίποτα άλλο. Αποδίδουμε στην ψυχή πάρα πολλά πράγματα – ποιότητες, αρετές, ποταπές πράξεις και την άσκηση πολλών έξυπνων πράξεων στον εξωτερικό και στον εσωτερικό κόσμο. Κι αν κανείς το εξετάσει προσεκτικά, χωρίς καμιά προκατάληψη ή άποψη, αρχίζει να βλέπει ότι ολόκληρη η ύπαρξή μας είναι ένα τεράστιο δίχτυ από μνήμες, αναμνήσεις, από όσα έχουν συμβεί πριν, που όλα συνεχίζονται. Και γαντζωνόμαστε απελπισμένα σ’ αυτά».

Παρόλο που δεν υπάρχει αλλού συνέχεια εκτός από τη μνήμη, μήπως υπάρχει κάπου μέσα στον άνθρωπο, στο μυαλό, ένα μέρος, ένα σημείο, μια περιοχή μικρή ή απέραντη, όπου δεν υπάρχει μνήμη, που η μνήμη δεν την έχει αγγίξει ποτέ; Είναι κάτι εκπληκτικό αν το ψάξει κανείς, αν προχωρήσει ψηλαφητά με φρονιμάδα, λογικά, για να δει όλη την πολυπλοκότητα και τις περιπλοκές της μνήμης και τη συνέχισή της που, σε τελευταία ανάλυση, είναι γνώση. Η γνώση έχει πάντα σχέση με το παρελθόν, η γνώση είναι παρελθόν. Το παρελθόν είναι τεράστια συσσώρευση μνήμης με τη μορφή της παράδοσης. Και όταν έχεις βαδίσει αυτό το μονοπάτι προσεκτικά, με λογική, θα πρέπει αναπόφευκτα να ρωτήσεις: Υπάρχει κάποια περιοχή στον ανθρώπινο εγκέφαλο, μέσα στην ίδια τη φύση και τη δομή του ανθρώπινου πλάσματος, όχι μόνο στον εξωτερικό κόσμο των δραστηριοτήτων του, αλλά μέσα του, στις αχανείς ήσυχες κόχες του ίδιου του του μυαλού, κάτι που δεν είναι αποτέλεσμα μνήμης ούτε η κίνηση κάποιας συνέχειας;
Οι λόφοι και τα δέντρα, τα λιβάδια και τα δάση θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο υπάρχει η γη, εκτός αν ο άνθρωπος μέσα στη σκληρότητα και την απελπισία του τα καταστρέψει όλα. Ο χείμαρρος, η πηγή απ’ όπου έρχεται, έχουν συνέχεια, αλλά δε ρωτάει κανείς ποτέ αν οι λόφοι και ό,τι είναι πέρα από τους λόφους έχουν τη δική τους συνέχεια.

Αν δεν υπάρχει συνέχεια τι υπάρχει; Δεν υπάρχει τίποτα. Και φοβάται κανείς να μην είναι τίποτα. Τίποτα σημαίνει ούτε το παραμικρό. Τίποτα συναρμολογημένο από τη σκέψη, τίποτα συναρμολογημένο από τη μνήμη, από αναμνήσεις, τίποτα που να μπορείς να το χωρέσεις σε λέξεις κι ύστερα να το μετρήσεις. Εντελώς σίγουρα και αναμφίβολα υπάρχει μια περιοχή όπου δεν πέφτει η σκιά της μνήμης, όπου δεν έχουν καμιά σημασία το παρελθόν ή το μέλλον ή το παρόν. Από πάντα έχουμε προσπαθήσει να μετρήσουμε με λέξεις εκείνο που δε γνωρίζουμε. Προσπαθούμε να καταλάβουμε και να ονομάσουμε εκείνο που δε γνωρίζουμε και να το μετατρέψουμε σε ένα συνεχή θόρυβο. Κι έτσι παραφορτώνουμε το μυαλό μας, που είναι ήδη παραφορτωμένο με περασμένα γεγονότα, εμπειρίες, γνώση. Νομίζουμε ότι η γνώση έχει ψυχολογικά μεγάλη σημασία, αλλά δεν έχει. Δεν μπορείς να ξεφύγεις με τη γνώση. Πρέπει να μπει τέλος στη γνώση για να υπάρξει το καινούριο. Καινούριο είναι μια λέξη για κάτι που δεν έχει υπάρξει ποτέ πριν. Κι αυτή η περιοχή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ή αντιληπτή με λέξεις και σύμβολα. Βρίσκεται πέρα από όλες τις αναμνήσεις.

Κρισναμούρτι “Εις εαυτόν” μετ.Ν.Πιλάβιος εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »

Εις εαυτόν…

 

lithops1

Τα σύννεφα κρέμονται ακόμα πάνω από τους λόφους, την κοιλάδα και τα βουνά. Καμιά φορά γίνεται κάποιο άνοιγμα στον ουρανό απ’ όπου περνάει ο ήλιος λαμπερός και φωτεινός, αλλά σύντομα εξαφανίζεται. Τέτοιου είδους πρωινά, δροσερά και φρέσκα, με τα πάντα καταπράσινα γύρω σου, είναι πολύ ευχάριστα. Καθώς έρχεται το καλοκαίρι, ο ήλιος θα κάψει όλο το πράσινο γρασίδι και τα λιβάδια σε όλη την κοιλάδα θα ξεραθούν, θα στεγνώσουν και όλο το λαμπερά πράσινο γρασίδι θα χαθεί. Το καλοκαίρι όλη η φρεσκάδα χάνεται.

Αυτά τα ήσυχα πρωινά είναι κάτι που σου αρέσει. Τα πορτοκάλια είναι πολύ λαμπερά και τα σκουροπράσινα φύλλα λάμπουν. Και στον αέρα υπάρχει ένα τόσο δυνατό άρωμα από τα λουλούδια της πορτοκαλιάς, που σχεδόν σε πνίγει. Υπάρχει ένα διαφορετικό είδος πορτοκαλιού που το μαζεύουν αργότερα, πριν πιάσουν οι καλοκαιρινές ζέστες. Τώρα υπάρχουν στο ίδιο δέντρο, την ίδια στιγμή, τα πράσινα φύλλα, τα πορτοκάλια και τα λουλούδια. Είναι ένας πανέμορφος κόσμος και ο άνθρωπος είναι τόσο αδιάφορος απέναντι του καθώς καταστρέφει τη γη, τα ποτάμια και τα λαγκάδια και τις λίμνες με τα δροσερά νερά.

Αλλά ας τ’ αφήσουμε όλ’ αυτά πίσω μας κι ας πάμε να περπατήσουμε σε ένα στενό μονοπάτι, μέχρι πάνω στο λόφο, όπου υπάρχει ένας μικρός χείμαρρος που σε λίγες βδομάδες θα είναι ξερός. Εσύ κι ένας φίλος ακολουθείτε αυτό το μονοπάτι περπατώντας, κουβεντιάζοντας πότε πότε, κοιτάζοντας την ποικιλία από πράσινα χρώματα. Τι ποικιλία που υπάρχει! Από τα ανοιχτότερα πράσινα, το απαλά πρασινωπό και ίσως ακόμα πιο ανοιχτό, γαλαζωπό, έως τα σκούρα χυμώδη πράσινα, γεμάτα από την ίδια τους την αφθονία. Και καθώς ανεβαίνετε το μονοπάτι, μόλις καταφέρνοντας να χωράτε περπατώντας πλάι πλάι, ξαφνικά, σηκώνεις από κάτω κάτι μαγευτικά όμορφο, αστραφτερό, ένα πετράδι εξαιρετικά παλιό και όμορφο. Έχεις μείνει κατάπληκτος που το βρήκες σε ένα μονοπάτι που περνάνε τόσα πολλά ζώα και που μόνο λίγοι άνθρωποι το έχουν περπατήσει. Είναι τόσο περίτεχνα φτιαγμένο, τόσο περίπλοκο, που αποκλείεται να το έχει φτιάξει χέρι χρυσοχόου. Το κρατάς για λίγο θαμπωμένος και άφωνος. Ύστερα το βάζεις πολύ προσεκτικά σε μια από τις μέσα τσέπες του σακακιού, την κουμπώνεις και σχεδόν φοβάσαι μήπως το χάσεις ή μήπως εκείνο χάσει την αστραφτερή και λαμπερή ομορφιά του. Και βγάζεις το χέρι σου από τη τσέπη που το έβαλες. Ο άλλος σε κοιτάζει να το κάνεις αυτό και βλέπει ότι στο πρόσωπό σου, στα μάτια σου, έχει γίνει μια ασυνήθιστη αλλαγή. Υπάρχει σ’ αυτό ένα είδος έκστασης, ένα άφωνο δέος, μια έξαψη που σου κόβει την αναπνοή.

Όταν ο άλλος άνθρωπος σε ρωτάει, «τι είναι αυτό που βρήκες και σ’ έχει συνεπάρει τόσο πολύ;» εσύ απαντάς με μια πολύ σιγανή, απαλή φωνή (σου φαίνεται πολύ παράξενο ν’ ακούς και την ίδια σου τη φωνή) ότι μάζεψες την αλήθεια. Δε θέλεις να μιλήσεις γι’ αυτό, μάλλον δειλιάζεις• ίσως και μόνο το να μιλήσεις γι’ αυτό μπορεί να το καταστρέψει. Και ο άνθρωπος που περπατάει δίπλα σου είναι λίγο ενοχλημένος που δεν του μιλάς ελεύθερα και σου λέει ότι αν έχεις βρει την αλήθεια, τότε πρέπει να γυρίσετε στην κοιλάδα και να το οργανώσετε έτσι, ώστε να καταλάβουν κι οι άλλοι τι είναι αλήθεια- έτσι, ώστε να το συλλάβουν και οι άλλοι κι ίσως αυτό να τους βοηθήσει. Κι εσύ δεν απαντάς, λυπάσαι και που του το είπες.

Κρισναμούρτι “Εις εαυτόν”,μετάφραση:Ν.Πιλάβιος,εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »

Η τίγρη

corbetts-tiger

«Ο φίλος, είπε ότι μια τίγρη είχε σκοτώσει ένα βουβάλι την προηγούμενη μέρα και ότι οπωσδήποτε θα ξαναγύριζε αργότερα το βράδυ σ’ αυτό και ρώτησε αν θα ήθελα να δούμε όλοι μαζί την τίγρη; Είπα ότι θα μου άρεσε πολύ κι απάντησε: «Τότε θα πάω και θα ετοιμάσω ένα καταφύγιο σ’ ένα δένδρο κοντά στο κουφάρι του βουβαλιού  και θα δέσω μια ζωντανή κατσίκα στο δένδρο. Η τίγρη, πριν ξαναγυρίσει στο προηγούμενο θύμα της, θα έρθει πρώτα στην ζωντανή κατσίκα». Απάντησα ότι θα προτιμούσα να μην δω την τίγρη, παρά να το πληρώσει  αυτό η κατσίκα. Σύντομα, μετά από λίγη κουβέντα ο φίλος έφυγε και το απόγευμα ξαναγύρισε και είπε: «Ας πάρουμε το αυτοκίνητο να πάμε στο δάσος και ίσως να συναντήσουμε εκείνη την τίγρη». Έτσι, κατά το ηλιοβασίλεμα, προχωρήσαμε μέσα στο δάσος για πέντε ή έξη μίλια και φυσικά δεν υπήρχε τίγρη. Τότε γυρίσαμε πίσω, φωτίζοντας πια το δρόμο με τα μεγάλα φώτα. Είχαμε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα δούμε την τίγρη και προχωρούσαμε χωρίς να την σκεφτόμαστε, όταν παίρνοντας μια στροφή, νάτη στη μέση του δρόμου, τεράστια, με τα μάτια της λαμπερά και καρφωμένα επάνω μας. Το αυτοκίνητο σταμάτησε και το ζώο, μεγαλόσωμο και απειλητικό, ήρθε προς το μέρος μας γρυλίζοντας. Ήταν πολύ κοντά μας πια, ακριβώς μπροστά από το καπό. Μετά γύρισε και ήρθε δίπλα στο αυτοκίνητο. Καθώς περνούσε, άπλωσα το χέρι μου για να την αγγίξω, αλλά ο φίλος,  αμέσως μού άρπαξε το χέρι και το τράβηξε μέσα απότομα, γιατί κάτι ήξερε από τίγρεις. Ήταν πολύ μεγάλη και καθώς τα παράθυρα ήταν ανοιχτά μπορούσες να την μυρίσεις και η μυρωδιά της δεν ήταν απωθητική. Υπήρχε γύρω της μια δυναμική αγριότητα και μεγάλη δύναμη και ομορφιά. Εξακολουθώντας να γρυλίζει, χάθηκε μέσα στο δάσος κι εμείς συνεχίσαμε τον δρόμο μας, πίσω για το σπίτι».

Κρισναμούρτι “Εις εαυτόν”,μετάφραση:Ν.Πιλάβιος,εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »

autumn-wallpaper-1366x768-008

«Αναρωτιέται κανείς αν τα ανθρώπινα πλάσματα θα ζήσουν ποτέ ειρηνικά πάνω σ’ αυτή τη γη»

Προχτές παρακολουθούσε ψηλά στον ουρανό ένα γεράκι με κόκκινη ουρά, που έκανε κύκλους χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς το παραμικρό χτύπημα των φτερών, απλώς για τη χαρά του πετάγματος, έτσι για να κρατιέται ψηλά από τα ρεύματα του αέρα. Ύστερα ήρθε και του έκανε παρέα κι ένα άλλο και πετούσαν μαζί για αρκετή ώρα. Ήταν υπέροχα πλάσματα με φόντο εκείνο το γαλάζιο ουρανό και το να τα πληγώσεις με οποιοδήποτε τρόπο είναι έγκλημα ενάντια στα ουράνια. Φυσικά δεν υπάρχουν ουράνια, ο άνθρωπος έχει επινοήσει τον παράδεισο από ελπίδα γιατί η ζωή του έχει γίνει κόλαση, μια ατέλειωτη σύγκρουση από την ώρα που θα γεννηθεί μέχρι να πεθάνει. Ένα τρέξιμο πάνω κάτω με το κυνήγι για χρήματα και ασταμάτητη δουλειά. Αυτή η ζωή είναι μια φασαρία, ένας ατελείωτος οδυνηρός μόχθος. Αναρωτιέται κανείς αν τα ανθρώπινα πλάσματα θα ζήσουν ποτέ ειρηνικά πάνω σ’ αυτή τη γη. Η σύγκρουση τους έχει γίνει τρόπος ζωής – έξω και μέσα τους, στο πεδίο της ψυχής και στην κοινωνία που η ίδια η ψυχή έχει δημιουργήσει.

Είναι πιθανόν η αγάπη να έχει εξαφανιστεί εντελώς απ’ αυτό τον κόσμο. Η αγάπη προϋποθέτει γενναιοδωρία, φροντίδα, να μην πληγώνεις τον άλλο, να μην κάνεις τον άλλο να νιώθει ένοχος, να είσαι γενναιόδωρος, αβρός και να συμπεριφέρεσαι με τέτοιο τρόπο, που οι σκέψεις και τα λόγια σου να γεννιούνται από συμπόνια. Φυσικά δεν μπορείς να είσαι συμπονετικός αν ανήκεις σε οργανωμένα θρησκευτικά ιδρύματα – με σημαντικό αριθμό οπαδών, γεμάτα δύναμη, δογματικά, που εμμένουν στην πίστη. Πρέπει να υπάρχει ελευθερία για να αγαπάς. Αυτή η αγάπη δεν είναι ευχαρίστηση, επιθυμία, ανάμνηση πραγμάτων που έχουν φύγει. Η αγάπη δεν είναι το αντίθετο της ζήλιας, του μίσους και του θυμού.

Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται μάλλον ουτοπικά, ιδεαλιστικά, κάτι που ο άνθρωπος μπορεί μόνο να ονειρεύεται. Αλλά αν το πιστεύετε αυτό τότε θα συνεχίσετε να σκοτώνετε. Η αγάπη είναι τόσο πραγματική, τόσο δυνατή, όσο ο θάνατος. Δεν έχει να κάνει με τίποτα το φανταστικό ή συναισθηματικό ή ρομαντικό. Και φυσικά δεν έχει να κάνει τίποτα με εξουσία, γόητρο, κύρος. Είναι τόσο αμετακίνητη, όσο είναι και τα νερά της θάλασσας και τόσο δυνατή, όσο κι η θάλασσα. Είναι σαν τρεχούμενα νερά ενός πλούσιου ποταμού που κυλάνε ασταμάτητα, χωρίς τέλος κι αρχή. Αλλά ο άνθρωπος που σκοτώνει τα μωρά της φώκιας ή τις μεγάλες φάλαινες, νοιάζεται μόνο για το πώς θα κερδίσει τα προς το ζην. Θα απαντούσε: «Ζω μ’ αυτό, είναι το επάγγελμά μου». Είναι παντελώς αδιάφορος για εκείνο το κάτι που ονομάζουμε αγάπη. Πιθανόν να αγαπάει την οικογένειά του – ή νομίζει ότι αγαπάει την οικογένειά του – και δε νοιάζεται και πολύ για το πώς κερδίζει τη ζωή του. Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο άνθρωπος ζει μια κομματιασμένη ζωή. Μοιάζει να μην αγαπάει ποτέ αυτό που κάνει – παρόλο που μερικοί άνθρωποι το αγαπάνε. Όταν κάποιος ζει από τη δουλειά που αγαπάει, τότε είναι διαφορετικά – τότε καταλαβαίνει ακέραια τη ζωή. Έχουμε διαλύσει τη ζωή σε κομμάτια: ο κόσμος των επιχειρήσεων, ο κόσμος της τέχνης, ο κόσμος της επιστήμης, ο κόσμος της πολιτικής και ο κόσμος της θρησκείας. Δείχνουμε να νομίζουμε ότι όλα αυτά είναι ξεχωριστά και πρέπει να κρατηθούν ξεχωριστά. Έτσι γινόμαστε υποκριτές καθώς κάνουμε κάτι άσχημο, διεφθαρμένο στη δουλειά κι ύστερα ερχόμαστε να ζήσουμε ειρηνικά με την οικογένειά μας. Αυτό θρέφει την υποκρισία, ένα διπλό μοντέλο ζωής.

Είναι πραγματικά ένα υπέροχο κομμάτι γης. Εκείνο το πουλί που κάθεται πάνω στο ψηλότερο κλαδί του δέντρου, κάθεται εκεί όλα τα πρωινά κοιτάζοντας από ψηλά τον κόσμο, παρατηρώντας μην εμφανιστεί κανένα μεγαλύτερο πουλί, κάποιο πουλί που θα μπορούσε να το σκοτώσει. Παρατηρώντας τα σύννεφα, τις περαστικές σκιές και τη μεγάλη έκταση αυτής πλούσιας γης, τους ποταμούς τα δάση και τους ανθρώπους, που δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ. Αν κανείς το καλοσκεφτεί, ο κόσμος της ψυχής είναι γεμάτος θλίψη. Κι επίσης αναρωτιέται κανείς αν ποτέ θα αλλάξουν όλοι οι άνθρωποι ή μόνο οι λίγοι, οι πάρα, πάρα πολύ λίγοι. Τότε ποια είναι η σχέση των λίγων με τους πολλούς; Ή ποια είναι η σχέση των πολλών με τους λίγους; Οι πολλοί δεν έχουν σχέση με τους λίγους. Οι λίγοι σίγουρα έχουν κάποια σχέση με τους πολλούς.

Καθισμένος σε κείνο το βράχο, κοιτάζοντας κάτω την κοιλάδα με μια σαύρα δίπλα σου, δεν τολμούσες να κουνηθείς για να μην ενοχλήσεις ή τρομάξεις τη σαύρα. Η σαύρα παρατηρούσε κι αυτή. Έτσι ο κόσμος συνεχίζει τη ζωή του: επινοώντας θεούς, υπακούοντας στην ιεραρχία των αντιπροσώπων του θεού. Και όλη η ψευτιά και η ντροπή των ψευδαισθήσεων πιθανόν να συνεχιστεί, με τα χιλιάδες προβλήματα να γίνονται όλο και πιο σύνθετα και περίπλοκα. Μόνο η νοημοσύνη της αγάπης και της συμπόνιας μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα της ζωής. Αυτή η νοημοσύνη είναι το μόνο όργανο που δεν μπορεί ποτέ να στομώσει, να αχρηστευτεί.

Κρισναμούρτι “Εις εαυτόν”,μετάφραση:Ν.Πιλάβιος,εκδ.Καστανιώτη

 

Read Full Post »

Ήταν άνοιξη και κατεβαίνοντας τον ίσιο δρόμο ένα υπέροχο πρωινό, ο ουρανός ήταν εκπληκτικά γαλάζιος· δεν υπήρχε ού­τε ένα σύννεφο πάνω του και ο ήλιος απλώς που ζέσταινε, δεν έκαιγε πάρα πολύ, σ’ έκανε να νιώθεις όμορφα. Τα φύλλα γυά­λιζαν και η ατμόσφαιρα αστραποβολούσε. Ήταν πραγματικά έ­να απίστευτα, εκπληκτικά όμορφο πρωινό. Το ψηλό βουνό βρι­σκόταν εκεί, αδιαπέραστο και οι λόφοι από κάτω του ήταν κα- ταπράσινοι και πανέμορφοι. Και καθώς προχωρούσες ήσυχα, χωρίς πολλές σκέψεις, είδες ένα νεκρό φύλλο, κίτρινο και φω­τεινά κόκκινο, ένα φύλλο από το φθινόπωρο. Τι όμορφο που ή­ταν αυτό το φύλλο, έτσι απλό στο θάνατό του, τόσο ζωντανό, γε­μάτο από την ομορφιά και τη ζωντάνια ολόκληρου του δέ­ντρου και του καλοκαιριού. Περίεργο που δεν είχε διαλυθεί. Κοι­τώντας το από πιο κοντά είδες όλα τα νεύρα, το κοτσάνι και το σχήμα εκείνου του φύλλου. Εκείνο το φύλλο ήταν ολόκληρο το δέντρο.

Γιατί τα ανθρώπινα πλάσματα πεθαίνουν τόσο μίζερα, τόσο δυ­στυχισμένα από αρρώστια, από μεγάλη ηλικία, γερατειά, με ζαρωμένο το κορμί, άσχημο; Γιατί δεν μπορούν να πεθάνουν φυ­σιολογικά και το ίδιο όμορφα όπως εκείνο το φύλλο; Τι κάνουμε λάθος; Παρ’ όλους τους γιατρούς, τα φάρμακα, τα νοσοκο­μεία, τις εγχειρήσεις, με όλες τις αγωνίες και τις χαρές επίσης της ζωής, δε φαίνεται να μπορούμε να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια, με απλότητα και με ένα χαμόγελο.(…)

Κοίταξε εκείνο το φύλλο και τα χιλιάδες φύλλα του δέντρου. Ο χειμώνας είχε ρίξει εκείνο το φύλλο από τη μάνα του στο μο­νοπάτι και σύντομα θα μαραινόταν εντελώς και θα διαλυόταν, θα ’φευγε, θα το σκορπούσαν οι άνεμοι και θα χανόταν.

Όπως διδάσκονται τα παιδιά μαθηματικά, γράψιμο, ανά­γνωση -όλη αυτή η ιστορία απόκτησης γνώσεων- έτσι θα έπρεπε να διδάσκονται επίσης τη μεγάλη αξιοπρέπεια του θανάτου, ό­χι σαν κάτι καταθλιπτικό, σαν μια θλιβερή υπόθεση που κανείς πρέπει τελικά να αντιμετωπίσει, αλλά σαν μέρος της καθημε­ρινής ζωής, της καθημερινής ζωής τού να κοιτάς το γαλάζιο ου­ρανό και μια ακρίδα πάνω σ’ ένα φύλλο. Είναι μέρος της μά­θησης, είναι όπως μεγαλώνουν τα δόντια σου και περνάς όλη την ταλαιπωρία που έχουν οι παιδικές αρρώστιες. Τα παιδιά έχουν τρομερή περιέργεια. Αν δεις τη φύση του θανάτου, δεν εξηγείς ότι τα πάντα πεθαίνουν, «χους εις χουν» και τέτοια, αλλά χω­ρίς κανένα φόβο τούς το εξηγείς ήσυχα και τα κάνεις να νιώσουν ότι η ζωή και ο θάνατος είναι ένα· ότι ο θάνατος δεν είναι κά­τι που βρίσκεται στο τέλος της ζωής κάποιου ύστερα από πε­νήντα, εξήντα ή ενενήντα χρόνια, αλλά ότι είναι όπως εκείνο το φύλλο.

Δέστε τους ηλικιωμένους πόσο εξασθενημένοι, πόσο χαμένοι, πόσο δυστυχισμένοι και πόσο άσχημοι μοιάζουν. Εί­ναι μήπως γιατί δεν έχουν πραγματικά καταλάβει ούτε τη ζωή ούτε το θάνατο; Έχουν χρησιμοποιήσει τη ζωή, έχουν σπαταλήσει τη ζωή τους σε ακατάπαυστη σύγκρουση που το μόνο που κάνει είναι να θρέφει, να εξασκεί και να δίνει δύναμη στο εγώ, στον εαυτό. Ξοδεύουμε τις μέρες μας σε διάφορες ποικιλίες σύ­γκρουσης και δυστυχίας με κάποιες χαρές και ευτυχίες, πίνοντας, καπνίζοντας, ξενυχτώντας και δουλειά, δουλειά, δουλειά. Και αντιμετωπίζει κανείς στο τέλος τής ζωής του εκείνο το πράγμα που ονομάζεται θάνατος και το φοβάται. Πιστεύουμε ότι μπορεί πάντα να κατανοηθεί, να το νιώσει κανείς βαθιά. Το παιδί με την περιέργειά του μπορεί να βοηθηθεί να κατανοήσει ότι ο θά­νατος δεν είναι απλώς η φθορά του κορμιού από κάποια αρ­ρώστια, τα γερατειά και κάποιο ξαφνικό ατύχημα, αλλά ότι το τέλος κάθε μέρας είναι επίσης και το τέλος του εαυτού μας κά­θε μέρα.

Δεν υπάρχει ανάσταση, αυτό είναι πρόληψη, μια δογματική πίστη. Τα πάντα στη γη, σ’ αυτή την όμορφη γη, ζουν και πε­θαίνουν, γεννιούνται και σβήνουν. Για να αρπάξεις ολόκληρη αυτή την κίνηση της ζωής χρειάζεται νοημοσύνη, όχι τη νοη­μοσύνη της σκέψης, των βιβλίων ή της γνώσης, αλλά τη νοη­μοσύνη της αγάπης και της συμπόνιας με τη δική τους ευαι­σθησία. Είναι εντελώς βέβαιος κανείς ότι αν ο εκπαιδευτικός κα­τανοήσει τη σημασία του θανάτου και την αξιοπρέπειά του, την εξαιρετική απλότητα του να πεθαίνεις -να την κατανοήσει όχι μόνο διανοητικά, αλλά βαθιά- τότε ίσως είναι δυνατόν να μεταδώσει στο μαθητή, στο παιδί, ότι ο θάνατος, το τέλος, δεν είναι κάτι που πρέπει να το αποφεύγεις, δεν είναι κάτι για να το φοβάσαι, γιατί είναι μέρος ολόκληρης της ζωής μας· τότε ο μα­θητής, το παιδί μεγαλώνοντας δε θα φοβηθεί ποτέ το τέλος.(…)

Και θα ήθελε κανείς να βοηθήσει -όχι, αυτή είναι λάθος λέ­ξη- θα ήθελε κανείς να βάλει στην εκπαίδευση το θάνατο ως κά­τι πραγματικό, αληθινό -όχι για το θάνατο κάποιου άλλου, αλ­λά του καθενός από μας, ανεξάρτητα αν είναι γέρος ή νέος- ως γεγονός που είναι κανείς υποχρεωμένος να το αντιμετωπίσει. Δεν είναι μια υπόθεση θλίψης και δακρύων, μοναξιάς, αποχωρισμού. Σκοτώνουμε τόσο εύκολα, όχι μόνο τα ζώα για τροφή, αλλά σκο­τώνουμε και για διασκέδαση, κι αυτό ονομάζεται σπορ – σκο­τώνουμε ελάφια επειδή είναι η εποχή του κυνηγιού τους. Το να σκοτώνεις ένα ελάφι είναι σαν να σκοτώνεις το γείτονά σου. Σκο­τώνετε τα ζώα γιατί έχετε χάσει την επαφή σας με τη φύση, με όλα τα ζωντανά πράγματα στη γη. Σκοτώνετε στους πολέμους για τόσες πολλές ρομαντικές, εθνικιστικές ιδεολογίες. Σκοτώνετε άλλους ανθρώπους στο όνομα του θεού. Η βία και οι σκοτωμοί πάνε μαζί.

Καθώς κοίταξε εκείνο το νεκρό φύλλο με όλη του την ομορφιά και τα χρώματα ίσως να κατάλαβε πολύ βαθιά, να απόκτησε ε­πίγνωση, τι πρέπει να είναι κι ο δικός του ο θάνατος, όχι στο τέ­λος ακριβώς, αλλά ακριβώς από την αρχή. Ο θάνατος δεν είναι κάτι φρικιαστικό, κάτι για να αποφεύγεται, κάτι για να ανα­βάλλεται, αλλά μάλλον κάτι για να είσαι μαζί του μέρα τη μέρα. Κι από αυτό βγαίνει μια εκπληκτική αίσθηση απεραντοσύνης.

Κρισναμούρτι «Εις εαυτόν»,μετάφραση:Ν.Πιλάβιος,εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »

543760_10151008773243594_1973825325_n

«Όπου υπάρχει διαίρεση πρέπει να υπάρχει και σύγκρουση.
Και ένα Γυμνάσιο ή Λύκειο δεν είναι μέρος για συγκρούσεις. Είναι
ένα μέρος για να μάθεις την τέχνη της ζωής.Αυτή η τέχνη
είναι η μεγαλύτερη, ξε
περνάει όλες τις άλλες τέχνες γιατί αυτή
η τέχνη αγγίζει ολόκληρο τον άνθρωπο, όχι ένα μέρος του, όσο
ευχάριστο κι αν είναι. Και σε ένα τέτοιου είδους σχολείο αν ο εκπαιδευτικός
είναι αφοσιωμένος σ’ αυτό -όχι σαν ιδανικό, αλλά
ως μια πραγματικότητα της καθημερινής ζωής- αν είναι αφοσιωμένος -ας το ξαναπούμε, όχι σε κάποιο ιδανικό, κάποια
ουτοπία, κάποιο υψηλό στόχο- μπορεί να προσπαθήσει πραγματικά
να ανακαλύψει μέσα στο μυαλό του ανθρώπου έναν
τρόπο ζωής που δεν είναι παγιδευμένος στα προβλήματα, στην
πάλη, τη σύγκρουση και τον πόνο. Η αγάπη δεν είναι πόνος, ανησυχία,
μοναξιά,είναι παντοτινή. Κι αν ο εκπαιδευτικός εμμένει
σ’ αυτό, μπορεί να ενσταλλάξει στις γνώσεις που απόκτησαν οι
μαθητές αυτό το πραγματικά θρησκευτικό πνεύμα που πάει
πολύ πιο πέρα από κάθε γνώση, που ίσως είναι το τέλος ακριβώς
κάθε γνώσης -όχι ίσως- είναι το τέλος της γνώσης. Γιατί
πρέπει να υπάρχει απελευθέρωση από τη γνώση για να κατανοήσεις
εκείνο που είναι αιώνιο, παντοτινό. Η γνώση έχει σχέση
με το χρόνο, ενώ η θρησκεία είναι ελεύθερη από τα δεσμά του
χρόνου.
Μοιάζει πολύ επείγον και σημαντικό το να κάνουμε να ’ρθει
μια νέα γενιά- ακόμα και μισή δωδεκάδα άνθρωποι αν υπήρχαν
σε όλο τον κόσμο θα έκαναν μεγάλη διαφορά. Αλλά ο εκπαιδευτικός
χρειάζεται εκπαίδευση. Αυτό είναι το ύψιστο λειτούργημα
στον κόσμο.»

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Κρισναμούρτι «Εις εαυτόν» εκδ.Καστανιώτη,μετάφραση Ν.Πιλάβιος

Read Full Post »


Τετάρτη, 28 Μαρτίου 1984

Φαίνεται πως στον Ειρηνικό ωκεανό δεν υπάρχουν μεγάλες παλίρροιες,
τουλάχιστον όχι στην πλευρά του Ειρηνικού που βρέχει
τα παράλια της Καλιφόρνιας. Υπάρχει πολύ μικρή παλίρροια
-έρχεται και τραβιέται- που δε μοιάζει καθόλου με κείνες τις τεράστιες
παλίρροιες που τα νερά τραβιούνται εκατοντάδες μέτρα
κι ύστερα γυρνάνε με ορμή. Την ώρα της παλίρροιας, όταν
τραβιούνται τα νερά, ο ήχος που κάνουν είναι πολύ διαφορετικός
απ’ ό,τι όταν επιστρέφουν, δίνοντας μια αίσθηση μανίας, μια
ποιότητα ήχου εντελώς διαφορετική από τον ήχο του ανέμου που
περνάει ανάμεσα στα φύλλα.

Τα πάντα μοιάζουν να έχουν κάποιο ήχο. Εκείνο το δέντρο
στο λιβάδι, μέσα στη μοναχικότητά του, έχει εκείνο τον ιδιαίτερο
ήχο τού να υπάρχει χωρισμένο από τα άλλα δέντρα. Οι μεγάλες
σεκόιες έχουν το δικό τους βαθύ, συνεχή, αρχαίο ήχο. Η σιωπή
έχει το δικό της ιδιαίτερο ήχο. Και φυσικά, το δικό της ήχο έχει
κι η ατέλειωτη καθημερινή φλυαρία των ανθρώπινων πλασμάτων
για τις δουλειές τους, για την πολιτική και τις τεχνολογικές
εξελίξεις και λοιπά. Ένα πραγματικά καλό βιβλίο έχει τους δικούς
του ιδιόμορφους ηχητικούς κραδασμούς. Το απέραντο
κενό έχει επίσης το δικό του παλλόμενο ήχο.

Η άμπωτη και το ανέβασμα των νερών της παλίρροιας είναι
σαν την ανθρώπινη δράση και αντίδραση. Οι δράσεις μας και
οι αντιδράσεις μας είναι πολύ γρήγορες. Δεν υπάρχει κάποια
παύση πριν να γίνει η αντίδραση. Μπαίνει μια ερώτηση κι αμέσως,
στη στιγμή, προσπαθεί κανείς να βρει μια απάντηση, μια
λύση σε κάποιο πρόβλημα. Δεν υπάρχει παύση ανάμεσα στην ερώτηση
και στην απάντηση. Σε τελευταία ανάλυση είμαστε άμπωτη και παλίρροια της ζωής – το προς τα έξω και το προς τα
μέσα. Προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε μια σχέση με το έξω
νομίζοντας ότι το μέσα είναι κάτι χωριστό, κάτι που δε συνδέεται
με το έξω. Σίγουρα, όμως, η κίνηση του έξω είναι η παλίρροια
του μέσα. Είναι και τα δύο το ίδιο, σαν τα νερά της θάλασσας,
αυτή η συνεχής ασταμάτητη κίνηση του έξω και του μέσα,
η αντίδραση στις προκλήσεις. Αυτή είναι η ζωή μας. Οπότε
πρώτα κατασκευάζουμε πράγματα από το μέσα μας, κι ύστερα
το μέσα γίνεται σκλάβος του έξω που κατασκευάσαμε. Η
κοινωνία που έχουμε δημιουργήσει είναι το εξωτερικό κι ύστερα
το εσωτερικό έγινε σκλάβος αυτής της κοινωνίας. Και η επανάσταση
ενάντια στο έξω είναι το ίδιο σαν την εσωτερική επανάσταση.

Αυτή η συνεχής άμπωτη και παλίρροια, αυτή η
ταραγμένη, ανήσυχη και φοβισμένη κίνηση, μπορεί ποτέ να
σταματήσει; Φυσικά η άμπωτη και η παλίρροια των νερών είναι
εντελώς ελεύθερες, όχι σαν την άμπωτη και την παλίρροια του
«έξω» και του «μέσα»· το μέσα να γίνεται το έξω κι ύστερα το
έξω να προσπαθεί να ελέγξει το μέσα, γιατί το εξωτερικό είναι
εκείνο που έχει γίνει εντελώς σπουδαίο, και μετά έρχεται η αντίδραση
του μέσα σ’ αυτή τη σπουδαιότητα. Αυτή υπήρξε από
πάντα η πορεία της ζωής, μιας ζωής διαρκούς πόνου και ευχαρίστησης.

Μοιάζει να μη μαθαίνουμε ποτέ ότι αυτή η κίνηση είναι μία
κίνηση. Το έξω και το μέσα δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Τα νερά της θάλασσας τραβιούνται από την ακτή κι ύστερα τα
ίδια νερά ξαναγυρνάνε μαστιγώνοντας την ακτή και τους βράχους.
Επειδή έχουμε ξεχωρίσει το εξωτερικό από το εσωτερικό
υπάρχουν αντιφάσεις, οι αντιφάσεις που θρέφουν τη σύγκρουση
και τον πόνο. Αυτός ο χωρισμός σε μέσα και σε έξω είναι τόσο
ανύπαρκτος, τόσο πλασματικός κι όμως κρατάμε το εξωτερικό
εντελώς χωριστά από το μέσα. Ίσως αυτό να είναι ένας από
τους σπουδαιότερους λόγους της σύγκρουσης κι ωστόσο
μοιάζει να μη μαθαίνουμε ποτέ -να μαθαίνουμε όχι να απο-
μνημονεύουμε, να μαθαίνουμε, που είναι μία μορφή κίνησης όλη την ώρα- να μη μαθαίνουμε ποτέ να ζούμε χωρίς αντιφάσεις.

Το έξω και το μέσα είναι ένα, είναι μία και μοναδική κίνηση, όχι
χωρισμένη αλλά ακέραιη. Μπορεί κανείς να το καταλάβει αυτό
λογικά, να το αποδεχτεί σαν θεωρητική δήλωση ή διανοητική
έννοια, αλλά αν κανείς ζει σύμφωνα με έννοιες δε μαθαίνει
ποτέ. Οι έννοιες μένουν στάσιμες. Μπορεί να τις αλλάζετε, αλλά
η ίδια η μεταμόρφωση της μιας έννοιας σε άλλη είναι και πάλι
στατική, είναι και πάλι καθορισμένη. Αλλά το να νιώθεις, το
να έχεις την ευαισθησία να βλέπεις ότι η ζωή δεν είναι κίνηση
δύο χωριστών δραστηριοτήτων, της εξωτερικής και της εσωτερικής,
το να δεις ότι είναι μία, να συνειδητοποιήσεις ότι η εσωτερική
σχέση είναι αυτή η κίνηση, αυτή η άμπωτη και παλίρροια
θλίψης και ευχαρίστησης, χαράς και κατάθλιψης, μοναξιάς
και φυγής, το να αντιληφθείς τη ζωή -όχι στα λόγια- ως
σύνολο, ακομμάτιαστη, αδιάσπαστη, είναι το να μαθαίνεις.

Ωστόσο,το να μαθαίνεις γι’ αυτή δεν είναι ζήτημα χρόνου ούτε
σταδιακή διαδικασία, γιατί τότε ο χρόνος ξαναγίνεται χωριστικός.
Ο χρόνος κομματιάζει το όλο. Αλλά με το που βλέπεις
την αλήθεια αυτού του πράγματος αστραπιαία, έχεις τότε εκεί
μπροστά σου ατέλειωτα αυτή τη δράση και την αντίδραση· αυτό
το φως και το σκοτάδι, την ομορφιά και την ασχήμια.

Εκείνο που είναι ολόκληρο είναι ελεύθερο από την άμπωτη
και την παλίρροια της ζωής, από τη δράση και την αντίδραση.
Η ομορφιά δεν έχει αντίθετο. Το μίσος δεν είναι το αντίθετο της
αγάπης.

Κρισναμούρτι «Εις εαυτόν» μετάφραση Ν.Πιλάβιος,εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »


Επισκέπτης:«Τα πάντα αγωνίζονται, δεν είναι έτσι; Εκείνα τα δέντρα έχουν αγωνιστεί για να επιβιώσουν, αγωνίστηκαν για να μεγαλώσουν. Εκείνη η υπέροχη βελανιδιά πίσω από το σπίτι έχει αντέξει καταιγίδες, χρόνια βροχής και καυτού ήλιου, έχει αγωνιστεί για να επιβιώσει. Η ζωή είναι σύγκρουση, αναταραχή, καταιγίδα. Κι εσείς λέτε ότι η τάξη είναι μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει σύγκρουση; Αυτό δε λέτε; Μοιάζει σχεδόν αδύνατον, είναι σαν να μιλάτε μια ξένη γλώσσα, κάτι τελείως ξένο για τη ζωή κάποιου, για τον τρόπο σκέψης του. Αν δε γίνομαι αναιδής, εσείς ζείτε με μια τάξη όπου δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύγκρουση;»
Κρισναμούρτι: «Το βρίσκετε πολύ σημαντικό, κύριε, να βρείτε αν κάποιος άλλος ζει χωρίς προσπάθεια, χωρίς σύγκρουση; Ή θα ήταν προτιμότερο να ρωτήσετε αν εσείς ο ίδιος, ένα ανθρώπινο πλάσμα που ζει σε αταξία, μπορεί να βρει μόνο του τις διάφορες αιτίες -ή μήπως υπάρχει μόνο μία αιτία- αυτής της αταξίας; Εκείνα τα λουλούδια δεν ξέρουν ούτε την τάξη ούτε την αταξία,απλώς υπάρχουν. Φυσικά αν δεν τα πότιζαν, αν δεν τα φρόντιζαν θα πέθαιναν και ο θάνατος είναι επίσης μέρος της τάξης τους. Ο λαμπερός καυτός ήλιος θα τα καταστρέψει τον επόμενο μήνα κι αυτό για κείνα είναι τάξη».

Η σαύρα ζεσταίνεται πάνω στο βράχο και περιμένει να περάσουν μύγες. Και σίγουρα θα περάσουν. Κι η σαύρα με τη γρήγορη γλώσσα της θα τις καταπιεί. Μοιάζει να είναι η φύση του κόσμου: τα μεγάλα πλάσματα ζουν σε βάρος των μικρών και τα μεγαλύτερα σε βάρος των μεγάλων. Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής στη φύση. Και σ’ αυτόν δεν υπάρχει ούτε τάξη ούτε αταξία. Αλλά εμείς κατά καιρούς γνωρίζουμε κι οι ίδιοι την αίσθηση μιας ολοκληρωτικής αρμονίας όπως και τον πόνο, την αγωνία, τη θλίψη, τη σύγκρουση. Η αιτία της αταξίας είναι η ατέλειωτη προσπάθεια να γίνουμε κάτι – να γίνεις κάτι, να αναζητάς μια ταυτότητα, να παλεύεις για να υπάρξεις. Όσο το μυαλό, που είναι τόσο βαριά διαμορφωμένο, λογαριάζει «το περισσότερο», «το καλύτερο», μετακινούμενο ψυχολογικά από το ένα στο άλλο, θα πρέπει αναπόφευκτα να φέρνει μια αίσθηση σύγκρουσης και αυτό είναι αταξία. Όχι απλώς οι λέξεις «περισσότερο», «καλύτερο», αλλά αυτή η αίσθηση, η κίνηση να πετύχεις, να κερδίσεις· όσο θα υπάρχει αυτή η διαίρεση, η δυαδικότητα, θα υπάρχει σύγκρουση. Και με τη σύγκρουση έρχεται αταξία.
  Ίσως κανείς να έχει επίγνωση όλων αυτών, αλλά όντας αδιάφορος γι’ αυτή την επίγνωση συνεχίζει να ζει το ίδιο τη μια μέρα μετά την άλλη, όλες τις μέρες της ζωής του. Αυτή η δυαδικότητα δεν είναι απλώς λεκτική, αλλά είναι και η βαθύτερη διαίρεση στον σκεπτόμενο και στη σκέψη, καθώς ο σκεπτόμενος χωρίζεται από τον ίδιο τον εαυτό του. Ο σκεπτόμενος έχει φτιαχτεί από τη σκέψη, ο σκεπτόμενος είναι το παρελθόν, ο σκεπτόμενος είναι γνώση και η σκέψη επίσης έχει γεννηθεί από τη γνώση. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη σκέψη και στον σκεπτόμενο, είναι μία αδιαίρετη ενότητα- αλλά η σκέψη παίζει ένα έξυπνο κόλπο στον εαυτό της: αυτοδιαιρείται.
Ίσως αυτή η διαρκής αυτοδιαίρεση, το ίδιο της το κομμάτιασμα, είναι η αιτία της αταξίας. Απλώς το να δει κανείς, να συνειδητοποιήσει την αλήθεια αυτού του πράγματος, ότι ο αντιλαμβανόμενος είναι το αντιλαμβανόμενο, βάζει τέλος στην αταξία.

Το κοτσύφι έχει φύγει και στη θέση του είναι το περιστέρι, που πενθεί με τη λυπητερή φωνή του. Σύντομα έρχεται το αρσενικό. Κάθονται μαζί στα καλώδια, σιωπηλά, ακίνητα, αλλά τα μάτια τους κινούνται, κοιτώντας, παρακολουθώντας μην εμφανιστεί κάποιος κίνδυνος. Το γεράκι με την κόκκινη ουρά και τα αρπακτικά πουλιά που πέταγαν πριν μια δυο ώρες έχουν φύγει. Ίσως ξαναγυρίσουν αύριο. Κι έτσι τελειώνει το πρωινό. O ήλιος είναι λαμπερός και υπάρχουν χιλιάδες σκιές. Η γη είναι ήσυχη και οι άνθρωποι χαμένοι και μπερδεμένοι.

«Εις εαυτόν» εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »


Ποτέ δεν παρατηρούμε για πολύ. Όταν παρατηρούμε με μεγάλη υπομονή, όταν παρατηρούμε χωρίς καμιά αίσθηση του παρατηρητή, όταν παρατηρούμε τα πουλιά, τις σταγονίτσες πάνω στα φύλλα που τρεμουλιάζουν, τις μέλισσες, τα λουλούδια και τις μακριές ουρές από μυρμήγκια, τότε ο χρόνος σταματάει, ο χρόνος τελειώνει. Δε βρίσκουμε καιρό να παρατηρήσουμε ή να έχουμε την υπομονή να παρατηρήσουμε. Μαθαίνει κανείς πάρα πολλά με την παρατήρηση – την παρατήρηση των ανθρώπων, του τρόπου που περπατάνε, που μιλάνε, που χειρονομούν. Μπορείς να δεις πράγματα μέσα από τη ματαιοδοξία τους, από το πώς παραμελούν το ίδιο τους το σώμα. Είναι αδιάφοροι, αναίσθητοι.
Ψηλά στον αέρα πετούσε ένας αετός κάνοντας κύκλους χωρίς να χτυπάει τα φτερά του κι ένα ρεύμα αέρα τον μετέφερε μακριά πάνω από τους λόφους και χάθηκε. Παρατήρηση και μάθηση: η μάθηση έχει χρόνο, αλλά η παρατήρηση δεν έχει χρόνο.Ή όταν ακούς, άκου χωρίς καμιά ερμηνεία, χωρίς καμιά αντίδραση, άκου χωρίς προκατάληψη. Άκου εκείνο τον κεραυνό στον ουρανό, τον κεραυνό που κατρακυλάει ανάμεσα στους λόφους. Δεν ακούμε ποτέ ολοκληρωτικά, υπάρχουν πάντα διακοπές. Το να παρατηρείς και να ακούς προσεκτικά είναι μεγάλη τέχνη – το να παρατηρείς και να ακούς χωρίς καμιά αντίδραση, χωρίς να έχεις καμιά αίσθηση του εαυτού σου να βλέπει και να ακούει. Παρατηρώντας κι ακούγοντας μαθαίνουμε απείρως περισσότερα απ’ όσα με οποιοδήποτε βιβλίο. Τα βιβλία είναι αναγκαία, αλλά το να παρατηρείς και ν’ ακούς οξύνει τις αισθήσεις σου. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, ο εγκέφαλος είναι το κέντρο όλων των αντιδράσεων, των σκέψεων και των αναμνήσεων. Αλλά αν οι αισθήσεις σου δεν είναι εξαιρετικά ξύπνιες, δεν μπορείς να παρατηρήσεις και να ακούσεις πραγματικά και να μάθεις όχι μόνο για το πώς θα δράσεις, αλλά και για την ίδια τη μάθηση, που είναι το έδαφος ακριβώς όπου μπορεί να ανθίσει ο σπόρος της καλοσύνης.
Όταν παρατηρείς και ακούς έτσι απλά και καθαρά, τότε υπάρχει επίγνωση• επίγνωση του χρώματος εκείνων των λουλουδιών, του κόκκινου, του κίτρινου, του άσπρου, των ανοιξιάτικων φύλλων, των μίσχων που είναι τόσο τρυφεροί, τόσο λεπτεπίλεπτοι• υπάρχει επίγνωση των ουρανών, της γης κι εκείνων των ανθρώπων που περνάνε φλυαρώντας σε όλο του μήκος του μεγάλου δρόμου, χωρίς ποτέ να κοιτάξουν τα δέντρα, τα λουλούδια, τον ουρανό και τους υπέροχους λόφους. Δεν έχουν επίγνωση ούτε καν του τι συμβαίνει δίπλα τους. Μιλάνε ατέλειωτα για το περιβάλλον, για το πώς πρέπει να προστατεύσουμε τη φύση και λοιπά, αλλά μοιάζει να μην ξέρουν την ομορφιά και τη σιωπή των λόφων και την αξιοπρέπεια ενός υπέροχου γέρικου δέντρου. Δεν έχουν επίγνωση ούτε καν των ίδιων τους των σκέψεων, της ίδιας τους της συμπεριφοράς, ούτε έχουν επίγνωση του τρόπου που περπατάνε, των ρούχων που φοράνε. Αυτό δε σημαίνει να γίνουν εγωκεντρικοί με το να παρατηρούνε, με το να έχουν επίγνωση, αλλά να έχουν απλώς επίγνωση.
Όταν έχεις επίγνωση βλέπεις τις επιλογές τού να κάνεις ή να μην κάνεις κάτι, του «μ’ αρέσει», «δε μ’ αρέσει», τις προκαταλήψεις σου, τους φόβους σου, τις ανησυχίες σου, τις χαρές που θυμάσαι, τις απολαύσεις που έχεις κυνηγήσει• σε όλα αυτά υπάρχουν επιλογές και νομίζουμε ότι η επιλογή είναι εκείνη που μας κάνει ελεύθερους. Μας αρέσει η ελευθερία να διαλέγουμε- νομίζουμε ότι η ελευθερία είναι αναγκαία για να διαλέξουμε -ή, καλύτερα, ότι η επιλογή μάς δίνει μια αίσθηση ελευθερίας-, αλλά δεν υπάρχει επιλογή όταν βλέπεις τα πράγματα πολύ πολύ καθαρά. Κι αυτό μας οδηγεί σε μια επίγνωση χωρίς επιλογή, στο να έχεις επίγνωση χωρίς κανένα «μ’ αρέσει», «δε μ’ αρέσει». Όταν υπάρχει αυτή η πραγματική, απλή, έντιμη, χωρίς επιλογές επίγνωση, οδηγεί σε έναν άλλο παράγοντα που είναι η προσοχή. Η ίδια λέξη σημαίνει να ανοίγεσαι, να συλλαμβάνεις, να εμμένεις, αλλά όλα αυτά είναι και πάλι δραστηριότητες του μυαλού, γίνονται μέσα στο μυαλό. Το κοίταγμα, η επίγνωση, η προσοχή, βρίσκονται μέσα στην περιοχή του μυαλού και το μυαλό είναι περιορισμένο, διαμορφωμένο από τους τρόπους όλων των περασμένων γενεών, από τις εντυπώσεις, τις παραδόσεις, τις απερισκεψίες και τις καλοσύνες του ανθρώπου. Έτσι, κάθε δράση που πηγάζει από αυτή την προσοχή είναι και πάλι περιορισμένη και κάτι που είναι περιορισμένο φέρνει αναπόφευκτα αταξία. Όταν κανείς σκέφτεται τον εαυτό του από το πρωί ως το βράδυ -τις ανησυχίες του, τις επιθυμίες του, τις ανάγκες του και την εκπλήρωσή τους- αυτή η εγωκεντρικότητα, όντας πολύ πολύ περιορισμένη, είναι η αιτία προστριβών όταν συναντιέται με την εγωκεντρικότητα ενός άλλου, που επίσης είναι περιορισμένη• τότε υπάρχει αναπόφευκτα προστριβή, ένταση και κάθε είδους ταραχή, όλη η ατέρμονη βιαιότητα των ανθρώπινων πλασμάτων.
Όταν κανείς έχει στραμμένη την προσοχή του σε όλα τούτα, όταν έχει επίγνωση χωρίς επιλογές, τότε απ’ αυτό έρχεται ένα εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος.Αυτό το εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος δεν είναι μία πράξη ανάμνησης, συνέχεια της μνήμης. Το εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος είναι σαν στιγμιαίο φως. Βλέπεις με απόλυτη καθαρότητα όλες τις επιπλοκές, τις συνέπειες, τις περιπλοκές. Τότε αυτό ακριβώς το εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος είναι ολοκληρωμένη δράση. Σ’ αυτή τη δράση δεν υπάρχουν τύψεις, μετάνοια, καμιά αίσθηση λυγίσματος κάτω από το βάρος της, ούτε εκ των υστέρων διαφοροποιήσεις. Αυτό είναι γνήσιο, καθαρό εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος – αντίληψη χωρίς ίχνος αμφιβολίας.
Οι περισσότεροι από μας αρχίζουμε τη ζωή μας όντας βέβαιοι για τα πάντα και καθώς μεγαλώνουμε αυτή η βεβαιότητα αλλάζει σε αβεβαιότητα και πεθαίνουμε στην αβεβαιότητα. Αλλά αν κανείς αρχίσει με αβεβαιότητα, αμφιβάλλοντας, αμφισβητώντας, ρωτώντας, αξιώνοντας να καταλάβει, έχοντας αληθινές αμφιβολίες για την ανθρώπινη συμπεριφορά, για όλες τις θρησκευτικές τελετές, τις εικόνες τους και τα σύμβολά τους, τότε μέσα από αυτή την αμφιβολία έρχεται η καθαρότητα της βεβαιότητας. Όταν υπάρξει καθαρό εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος, μέσα στη βία για παράδειγμα, αυτό ακριβώς το κοίταγμα σε βάθος εξαφανίζει όλη τη βία. Αυτό το κοίταγμα σε βάθος γίνεται έξω από τον εγκέφαλο, αν μπορεί να το πει έτσι κανείς. Δεν ανήκει στο χρόνο. Δεν ανήκει στις αναμνήσεις ή στη γνώση, κι έτσι αυτό ακριβώς το κοίταγμα σε βάθος και η δράση του, αλλάζει τα ίδια τα κύτταρα του εγκεφάλου. Αυτό το κοίταγμα σε βάθος είναι πλήρες και από αυτή την πληρότητα μπορεί να υπάρξει λογική, πνευματικά υγιής, ορθή δράση.
Όλη αυτή η κίνηση από το να παρατηρείς και να ακούς μέχρι τον κεραυνό του κοιτάγματος σε βάθος, είναι μία μόνο κίνηση• δεν είναι πλησίασμα βήμα βήμα. Είναι σαν γρήγορο βέλος. Μόνο αυτό το κοίταγμα σε βάθος μπορεί να ξεδιαμορφώσει το μυαλό, όχι οι προσπάθειες της σκέψης που σημαίνουν πάρσιμο απόφασης αφού δεις την αναγκαιότητα κάποιου πράγματος• τίποτα τέτοιο δεν πρόκειται να φέρει ολοκληρωτική απελευθέρωση από τη διαμόρφωση. Όλη η ιστορία είναι θέμα χρόνου και τελειώματος του χρόνου. Ο άνθρωπος είναι δεμένος με το χρόνο κι αυτό το δέσιμο με το χρόνο το κάνει η κίνηση της σκέψης. Όπου, λοιπόν, υπάρχει τέλειωμα της σκέψης και του χρόνου, υπάρχει ολικό εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος. Μόνο τότε μπορεί να ανθίσει το μυαλό. Μόνο τότε μπορείς να έχεις πλήρη σχέση με το νου.

Κρισναμούρτι «Εις εαυτόν» εκδ.Καστανιώτη

Read Full Post »

Older Posts »

Αρέσει σε %d bloggers: